Το τροπάριο της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε ποτέ στην εκκλησιά. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο, και το πάθος της αμαρτωλής που μετανοιώνει, καθώς κ’ η ιστορία της Κασσιανής που το σύνθεσε.
Αλλά προπάντων, κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πούναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πη κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δε μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα που το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.
Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896, στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτυλίσσεται στην Αθήνα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (καθώς τότε ακόμα δεν υφίστατο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Αναστάσεως. Ένα διήγημα που μπορεί να ταιριάζει με αυτό που αποκαλούμε «ατμόσφαιρα των ημερών», όμως θίγει διαχρονικά ζητήματα της κοινωνίας μας, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.
Τα κούλουμα, βεβαίως, είναι αύριο -αλλά δεν βλάφτει να τα μελετήσουμε από σήμερα, αν μη τι άλλο να προετοιμαστούμε. Διάλεξα να σας παρουσιάσω ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο και δημοσιευμένο σε πολύ πιο δύσκολους καιρούς, τον Μάρτιο του 1943, για την ακρίβεια στις 8 Μαρτίου 1943, στη στήλη «Τέχνη και Ζωή» της «Πρωίας», της εφημερίδας όπου ο μεγάλος ποιητής είχε βρει φιλόξενη στέγη από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας (τότε, βεβαίως, δεν έβαζε την υπογραφή του, μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος). Ο Βάρναλης περιγράφει πώς γιόρταζαν τα Κούλουμα οι Αθηναίοι στα χρόνια της νιότης του -μην ξεχνάμε πως ήρθε στην Αθήνα δεκαοχτάχρονος, το 1902, για να σπουδάσει φιλόλογος.
27 Ιανουαρίου – Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος
Ένα βίντεο – ντοκουμέντο με τη 13χρονη Άννα Φρανκ
Την απαθανάτισαν τυχαία κατά τη διάρκεια ενός γάμου στη γειτονιά της…
Το ολλανδικό μουσείο «Το σπίτι της Άννας Φρανκ» (Anne Frank House) παρουσίασε ένα βίντεο της Άννας Φρανκ, η οποία υπήρξε θύμα της θηριωδίας των Ναζί. Το βίντεο χρονολογείται από το 1941 και είναι η μόνη καταγραφή της Άννας Φρανκ σε φιλμ. Το βίντεο δείχνει την 13χρονη Άννα την ημέρα του γάμου μιας γειτόνισσάς της. Το κορίτσι σκύβει από το μπαλκόνι του, για να δει καλύτερα τον γαμπρό και τη νύφη κι εκεί τη συλλαμβάνει ο φακός.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις. Ο «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» πρωτοδημοσιεύτηκε σε σειρά επιφυλλίδων, στην εφημερίδα Ακρόπολις, από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893. Εδώ παραθέτουμε αποσπάσματα του διηγήματος.
Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο. Όλοι έτοιμοι γιά τήν ρίψη τού Σταυρού… Ξεκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορτή πιο επίσημη.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911)
«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» Οδυσσέας Ελύτης
Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ’ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Η «Σταχομαζώχτρα» είναι ηθογραφικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην εφημερίδα «Εφημερίς». Οι σταχομαζώχτρες ήταν κατά κανόνα φτωχές γυναίκες της υπαίθρου που μάζευαν τα στάχυα που είχαν απομείνει στους ήδη θερισμένους αγρούς και έτσι εξασφάλιζαν δωρεάν μια μικρή ποσότητα αλεύρι για τις ανάγκες τους. Όσα χρόνια κι αν περάσουν η «Σταχομαζώχτρα» παραμένει ένα από τα ωραιότερα και πλέον συγκινητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πολύ πικρό στην αρχή όμως τελικά με αίσια κατάληξη.
Φορτωμένη θρύλους και παραδόσεις η Θράκη δεν θα μπορούσε να λείπει από τις αναφορές μας στα έθιμα και τις εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών. Το «Χριστουγεννιάτικο φλουρί» συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα Διηγήματα» του Πολυδώρου Παπαχριστοδούλου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δημητράκου, το 1929.
Hugo Oehmichen, Χριστουγεννιάτικα δώρα, 1882
Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε τους Αρχάγγελους, τους Ιεράρχες. Σεις Αρχάγγελοι, και Ιεράρχες να πα να φέρτε μύρο και μόσχο
Κι οι Αρχάγγελοι για μύρο πάνε και οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν κι ώσπου να πάνε, κι ώσπου να έρθουν, η Παναγιά μας ξελευτερώθκη, Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο χαρά στον κόσμο και τα παλληκάρια.
Κάλαντα Χριστουγέννων Ανατολικής Θράκης
Πόψι Χριστός γιννήθηκι κι ου κόσμους δεν του νοιώθει κι οι κόσμους κι τα οικούμινα κι ου βασιλιάς Ηρώδης
Του δέντρου ήταν ου Χριστός, τα κλώνια οι Απουστόλοι κι τα γαρουφαλλάκια του ήταν οι προυφητάδις
Που προυφητούσαν κι έλιγαν για του Χριστού τα πάθη. κι ‘μεις Χριστόν ιψάλαμι, Χριστός να μας φυλάει.
Όσ’ άστρα έχει ου ουρανός κι φύλλα τα διντράκια τόσα καλά να δωσ’ η Θιός σι’ αυτό του νοικοκύρη.
Το φλουρί
Παραδοσιακό τραγούδι και χορός από την Ανατολική Ρωμυλία (Βόρεια Θράκη). Η βόρεια Θράκη αποτελεί σήμερα περιοχή της νότιας Βουλγαρίας, στην οποία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι ντόπιοι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν συμπαγείς. Το συγκεκριμένο τραγούδι προέρχεται από τη Μεσήμβρια της Ανατολικής Ρωμυλίας και αναφέρεται στις κοπέλες της Μεσήμβριας, οι οποίες φημίζονταν για την αρχοντιά και τα πλούτη τους. Οι νέοι που τις ήθελαν έπρεπε πρώτα να κατορθώσουν να «καζαντίσουν το φλουρί», δηλαδή να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα, αλλιώς δεν είχαν καμία ελπίδα… Το τραγούδι έχει και μια πιο τραγική διάσταση, καθώς αναφέρει με νοσταλγία πολλές από τις ιστορικές πόλεις και τα χωριά, όπου ζούσαν Έλληνες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (Μεσήμβρια, Αγχίαλος, Μπάνα, Άσπρος, Αίμωνας κ.ά.):
Το Φλουρί
Σαν καζαντίσω το φλουρί, δεν παίρνω χώρο χωριανοί Δεν παίρνω χώρο χωριανοί, θα πάρω μια Μεσημβρινή Θα πάρω μια Μεσημβρινή, που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά
Που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά, στα παραθύρια κρύσταλλα Στα παραθύρια κρύσταλλα και τα μπαλκόνια δίπορτα Έχει χρυσές τις κλειδαριές και μέσα νιάτα και ομορφιές
Μεσημβρινή μου κοπελιά, που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά Που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά, αρμάθα έχεις τα φλουριά. Μεσημβρία, Καστρούπολη, Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα
Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα, Αγχίαλο και Κόζακα Βλάση, Σωζόπολη, Ραβδά, Τζίμο και Αγαθούπολη Τζίμο και Αγαθούπολη, Βάρνα και Πύργο και Νταουτλί
Θαλασσινή μου κοπελιά, γεμάτη νιάτα κι ομορφιά Γεμάτη νιάτα κι ομορφιά, χαρά το νιο που σ’ αγαπά.
Ο Στέλιος Σπεράντσας υπήρξε κορυφαίος καθηγητής οδοντιατρικής, αλλά το πάθος του ήταν η παιδική λογοτεχνία και η ποίηση. Αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή παιδικών ποιημάτων, λογοτεχνικών βιβλίων και τραγουδιών. Ένα από τα πιο διαχρονικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, το «Χιόνια στο Καμπαναριό»είναι δημιουργία του πολυπράγμονα επιστήμονα, που κατάφερε να «παντρέψει» τις δυο μεγάλες του αγάπες, την οδοντιατρική και τη λογοτεχνία.
«Πώς πέρασαν οι μήνες, πότε έφθασε ο χειμώνας, οι μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, η Γέννηση του Σωτήρα μας, ούτε που το κατάλαβα. Ξημέρωσε μια παγωμένη ημέρα του Δεκέμβρη. Μια μέρα κρύα και ο ήλιος που ταξίδευε πάνω στον ατσάλινο ουρανό μάταια πάσχιζε να ζεστάνει τη Θεοφύλακτη. Τα σύννεφα, φορτωμένα χιόνι, ταξίδευαν σπρωγμένα από το ξεροβόρι. Από νωρίς, πολύ πριν έλθει η νύχτα, οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, σε αρχοντικά ή σε χαμόσπιτα, ανάλογα με τη γέννα του καθεμιανού, και οι πλατείες και οι φαρδιοί δρόμοι και τα στενοσόκκακα ήταν έρημα και σιωπηλά και μόνο προς τον Κεράτιο, εκεί που ήτανε τα καπηλειά, ακούγονταν οι φωνές και τα τραγούδια των χαροκόπων…».
Κώστας Κυριαζής, «Θεοφανώ» (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, απόσπασμα)
Ο συγγραφεύς περιγράφει τον εσπερινόν της παραμονής του Αγίου Νικολάου εις τον ομώνυμον ναόν της πατρίδος του Σκιάθου
Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ΄ εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος* και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον. Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία, τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν’ αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.
Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν. Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του Αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία, των θαλασσών ο Άγιος.
Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι, διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς, όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν’ αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα, πρώτα θα φέρη το τάξιμό του εις τον Άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετήση την μητέρα του την σύζυγόν του.
Αλλ’ ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ. Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηριού τοίχους, εις τον Άθωνα. Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε δια του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού αρχιερέως.
Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ηυχαριστείτο, ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ηυχαριστούντο γύρο, γύρο οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα.
Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες, ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του Αγίου και ευλογούσεν η χείρ τους προσφιλείς του ναυτίλους και ότι συχνά μετέβαλλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο Άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του, ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μύρων, άγριος και απειλητικός εμφανισθείς, εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα.
Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον Άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παρίστα τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν, ο ενθυμούμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν, ότι έβλεπε διάβροχον τον Ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.
Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]