Ο κάμπος (Λουκής Ακρίτας)

Λουκής Ακρίτας
(αποσπάσματα)

Στο μυθιστόρημα «Ο κάμπος» (1936), εμπνευσμένο από τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα στην πεδιάδα της Μεσαορίας, προβάλλεται ρεαλιστικά η αγροτική ζωή στην Κύπρο κατά την πρώιμη Αγγλοκρατία. Οι δύκολες οικονομικές συνθήκες που αυξάνουν την ανασφάλεια των ανθρώπων, η αγωνία τους κυρίως για την παραγωγή λόγω και των ιδιαίτερων καιρικών φαινομένων που επικρατούν στο νησί (όπως, για παράδειγμα, η παρατεταμένη ξηρασία) συνθέτουν μια πειστική εικόνα του κοινωνικού περίγυρου στην ύπαιθρο.

[…] Χερσάδες, αγριμιές*, μολυβοχώματα* που ξερνάνε φίδια. Οι σβώλοι μολυβένιοι και σκιστός ο φρυγμένος κάμπος που απλώνεται πλατύς κι ανάλλαχτος. Κι είναι μια μουγκαμάρα παντού. Γιατί δυο χρόνια απανωτά η αναβροχιά στέρεψε το νησί.

Οι χωριάτες νηστικοί και φοβισμένοι τού δέουνται μέσα στο σκοτάδι να τους λυπηθεί:
– Κι αν εμείς οι μεγάλοι είμαστε κακοί, λυπήσου τα μωρά και τα ζωντανά!…

Τις πιο πολλές φορές θυμώνουνε με τους δικούς τους και πάνε στο καφενείο να γελάσουνε όλοι μαζί. Γιατί φοβάται ο καθένας χωριστά την οργή του κάμπου.

Την περασμένη χρονιά αν τύχαινε κάποτες να ταξιδέψουνε απ’ το χωριό τους τα σύγνεφα, ήτανε πάντα αλαφρά σαν το φτερό κι ολόασπρα, χωρίς μπόρα. Στεκόντουσαν απάνω στα χωράφια, χωριζόντανε σε φιγούρες, ένα κυνηγητό άρχιζε με τον αγέρα, σκέπαζαν τ’ ακροούρανα. Ο αγέρας, όμως, έδιωχνε πέρα μακριά τα σύγνεφα, τα έστηνε μέσα στη θάλασσα που μαύριζε ώρες. Κι ο ουρανός ολοκάθαρος, φρέσκος σαν τώρα δα να είχε αποτελειώσει*. Αλήθεια, τι κακό ήτανε τούτο που έπεσε στο νησί…

Τα πρόβατα ψόφησαν απ’ την πρώτη χρονιά. Σταθήκανε τυχεροί, όσοι πρόφτασαν να τα ξεπουλήσουν. Οι άλλοι βλέπανε καθημερινά το κοπάδι να λιγοστεύει. Οι προβατίνες και τα κριάρια έπεφταν στον κάμπο αγκομαχώντας κι έμεναν εκεί, άσπρα σημάδια, που φώναζαν στους γύπες και τους κοράκους. Τα γέρικα βόδια ψόφησαν και τα δαμάλια ξεπουλήθηκαν φτηνά στους χασάπηδες. Το χωριό απόμεινε χωρίς ζωντανά.

Μονάχα ο Βασίλης είχε στο στάβλο του βόδια κι άλογα, γιατί οι αποθήκες του μπορούσαν να βαστάξουνε και μια χρονιά ακόμα, αν γινότανε -ο Θεός να μη δώσει- να κρατήσει η κατάρα που δέρνει τον κάμπο. Οι ξεκληρισμένοι* ξενιτεύτηκαν στα μεταλλεία και στις πολιτείες. Δούλευαν εκεί με φτηνό μεροκάματο, τόσο που στο μήνα μέσα να μη μπορούνε να εξοικονομήσουνε πέντε σελίνια για το σπιτικό τους. Κι αν τύχαινε κάποτες να γυρίσει ένας χωριάτης με μισή λίρα στην τσέπη του, η φαμελιά του έπαιρνε μεγάλο αγέρα στο χωριό. Τα παιδιά, ακόμα κι οι γυναίκες, τρώγανε το ψωμί μέσα στις στράτες, για να το μάθουνε έτσι όλοι -πράμα που γινότανε βούκινο απ’ την πρώτη στιγμή. Το συνηθισμένο ήτανε να γυρίζουν οι χωριάτες απ’ την πολιτεία με το μούτρο φαγωμένο και παραλλαγμένη τη θωριά. Κι ήτανε όλοι τους γερασμένοι σα γυρνούσανε για να πεινάνε αντάμα με τους δικούς τους. Γιατί, λένε, η πείνα χρειάζεται συντροφιά.

Το γουστόζικο ήτανε, μόλις ερχότανε κανείς απ’ τα μεταλλεία. Σκούρο το μούτρο του και το σβέρκο σαν ένα ξένο μαυρισμένο πετσί, που πήγαινε να τόνε πνίξει. Γιατί η σκόνη της μίνιας* μπαίνει στο πετσί μέσα και μαυρίζει τον άνθρωπο ως το κόκαλο. Οι άλλοι χωριάτες ρωτούσανε χίλιες δυο λεπτομέρειες. Κι έμειναν απορημένοι μαθαίνοντας πως οι μίνιες πάνε μέσα στη γης μιαν ώρα, πολλές φορές και δυο ώρες.
– Έτσι κάτω στη γης;
– Ναι!
– Κι είναι σκοτάδι, αυτού μέσα;
– Με τα φαναράκια δουλεύουνε οι εργάτες!
– Έτσι ε; Κι αν είναι μέρα το ίδιο;
– Χειρότερα. Γιατί θυμάσαι όξω το φως!…

Σταμάταγαν τις ερωτήσεις, κοίταγαν κατά τον ουρανό, το κορμί τους γιόμιζε απ’ το γαλάζιο φως.
– Κι είναι κάτου στη γης σίδερο;
– Ό,τι φανταστεί ο άνθρωπος, ξηγούσε ο νιοφερμένος χωριάτης. Ακόμα ασήμι και μάλαμα!…
– Μάλαμα;
– Ναι! Μάλαμα!

Έβγαζε απ’ τον κόρφο του ένα κομμάτι μετάλλευμα. Η πέτρα χρύσιζε, όπως οι πολυέλαιοι τις ολονυχτίες, που γονάτιζαν να εξιλεώσουνε τον Θεό. Ο καθένας το άγγιζε σφιχτά, ένιωθε τη σκληράδα να του τρυπάει τις ακροδαχτυλιές και το έδινε στον διπλανό του.
– Κι έχει χρυσάφι, τούτη εδώ η μαυρόπτερα;
– Ό,τι φανταστείς!…

Τους ξηγούσε πώς πάει το «πράμα» στην Αμέρικα, ξεφορτώνουνε τις πέτρες στους μεγάλους μύλους και γίνουνται εκεί σκόνη∙ χωρίζουν ύστερα τα συντέφια* απ’ τα σίδερα, χώρια το χρυσάφι. Η κουβέντα έπεφτε στα μεροκάματα. Ήτανε βέβαια ασήμαντα, όμως μπορούσε ένας εργάτης κάθε μήνα να γλεντήσει καλά, ξοδεύοντας ένα σελίνι.
– Ένα σελίνι;
– Ναι! ολάκερο!

Στεκόντουσαν απορημένοι. Αυτήν την εποχή, μ’ ένα σελίνι αγόραζε τρεις οκάδες ψωμί σταρένιο και τέσσερις κριθαρένιο. Και με το κρεμμύδι και το νερό χορταίνουνε τα φτωχόσπιτα κάπου δυο μέρες. Με την οικονομία της νοικοκυράς μπορεί και τρεις.
– Ένα σελίνι είναι μισό κιλό στάρι, έκανε ένας χωριάτης σιγά.
– Βέβαια μισό κιλό στάρι! συμφώνησαν.

Ωστόσο σήμερα ήρθε στο χωριό ένα μήνυμα, που δεν το περίμεναν. Το διάβασε η δασκάλα στην εφημερίδα και μαθεύτηκε σε λίγην ώρα. Ο αδερφός της Αναστασίας ο Χαραλάμπης, που έφυγε απ’ το χωριό εδώ κι ένα χρόνο, σκοτώθηκε στο μεταλλείο.

Εκεί που δούλευε στις μίνιες, με πέντε άλλους εργάτες, έπεσε η σκεπή. Οι δυο σώθηκαν με σπασμένα τα παΐδια, γιατί στάθηκαν τυχεροί. Ο τρίτος βρίσκεται στο νοσοκομείο με στραμπουλισμένα τα στήθια. Οι άλλοι σκοτώθηκαν στη στιγμή. Ένας από δαύτους * συντέφι, το: πολύτιμος λίθος, ορυκτό μαργαριτάρι ήτανε ο Χαράλαμπος Νικολάου. Το ’γραφε καθαρά η εφημερίδα. Ακόμα και το χωριό. Και παρακάτου πως θ’ αποζημιώσουνε τους δικούς τους, κάπου είκοσι λίρες. Όσο αξίζει ένα μουλάρι.
– Κάθε μέρα σέρνουνε πολλούς σκοτωμένους! ξήγησε κάποιος που δούλεψε στις μίνιες.

Το πώς γλίτωσε ο ίδιος ήτανε τόσο παράξενο. Κουβαλούσε με το αμαξάκι μετάλλευμα για να το ρίξει στην τρύπα, που κάτωθέ της στέκεται το βαγόνι. Η τύχη του ν’ ακούσει τα δοκάρια που τρίξανε. Το λοιπόν, φώναξε στους συντρόφους του, που μόλις πρόφτασαν να φύγουν. Δυο λεπτά ύστερα, κλείστηκε η μίνια, γιατί το βουνό έσκασε, λες από μια μπόμπα.
– Θα ’παιρναν ωστόσο λεφτά οι δικοί σου! παρατήρησε σοβαρά ο καφετζής.

Ο άλλος τον κοίταξε παράξενα κι αποκρίθηκε:
– Βέβαια κάπου είκοσι λίρες! […]

[…] Οι χωριάτες με τον καιρό ξαναγύρισαν, απ’ τις πολιτείες και τα μεταλλεία, στα σπίτια τους. Γιατί άρχισε κιόλας τ’ όργωμα και τ’ αφεντικά χρειάζονταν τους ζευγάδες. Σε κείνους που απόμειναν χωράφια θα τα οργώσουνε με ξενικό ζευγάρι, αντίκρισμα στη δουλειά που θα προσφέρουνε στον ιδιοχτήτη τους. Μπορεί κιόλας να σκάβουνε με τη γυναίκα και τα παιδιά τους στο χωράφι.

Κοντεύει, ωστόσο, να βγει ο Οκτώβρης κι ακόμα να πέσει βροχή. Βέβαια δεν χάνουν τις ελπίδες τους μ’ αυτό οι χωριάτες, γιατί με το Νοέμβρη ο κάμπος σίγουρα θα λασπώσει. Λες ο ουρανός να το κάνει επίτηδες, έτσι να τους τιμωρήσει για τις αμαρτίες τους.

Αυτό τουλάχιστον έλεγε ο παπα-Φώτης, που ήξερε καλύτερα απ’ τους άλλους τη βουλή του Θεού. Ο καθένας αναλογιζότανε τις αμαρτίες του, κουβέντιαζε ώρες με τον εαυτό του, χωρίς ωστόσο να βρει μιαν αμαρτία και να μετανιώσει. Πρέπει όμως να ’ναι αληθινή η κουβέντα του παπα-Φώτη. Συφέρνει να παραδέχουνται οι χωριάτες πως είναι αμαρτωλοί, για να ευχαριστηθεί ο Θεός.

Κοίταζαν τα σύγνεφα κι έστεκαν μ’ ανοιχτό το στόμα. Τούφες από μπαμπάκι κουβαριαζόντανε, χίλιες φιγούρες ξετρέχονταν, ένα κυνηγητό που άρεσκε πολύ στα παιδιά κι έπνιγε τους μεγάλους. Και ξανά ο ουρανός φρέσκος, τίποτα να μη τον σκιάζει. Και να ’ναι πάντα πλατύς και μεγάλος.

Η ζέστη ήτανε πιο υγρή, μούσκευε τα κορμιά και ζάλιζε. Αδυνάτιζε ακόμα τους χωριάτες που σκέπαζαν το κεφάλι τους με πανί άσπρο, βουτηγμένο σε νερό ή σε οινόπνευμα.

Πέρα, κατά το βουνό, ο ουρανός ήτανε εδώ και λίγες μέρες μαυρισμένος και έτσι που στεκότανε αντίκρυ ο ήλιος έδειχνε τη μπόρα που ξέσπαγε κάπου μακριά. Κάποτες μια ξαφνική λάμψη έσκιζε τη μαυρίλα.

Οι χωριάτες καθισμένοι ένα γύρο στο καφενείο, κοίταζαν με τα μάτια θαμπά, αφηρημένα.
– Να, εκεί μακριά!
– Ναι!…
– Βρέχει εκεί στην Καραμανιά!*
– Πάντα βρέχει αυτού πέρα!
– Δεν έχει αναβροχιές, όπως σ’ εμάς!
– Ευλογημένος ο κάμπος τους!…

Και σώπαιναν όλοι, νιώθοντας ένα βάρος να τους τσακίζει.

Μια Κυριακή, λίγες μέρες προτού βγει ο Οκτώβρης, κατά το μεσημέρι, όλοι οι χωριάτες ήτανε μαζεμένοι στο καφενείο. Οι γυναίκες, παρέες – παρέες, κουβέντιαζαν στα σοκάκια.

Ένα μαύρο σύγνεφο φάνηκε να ’ρχεται απ’ την Καραμανιά. Έτσι σαν ένα τρίχινο σακί, γιομάτο άχερο. Ξεχώρισε απ’ τη μαυρίλα και τράβηξε κατά δώθε. Σιγά – σιγά μάκραινε και ζυγιαζότανε καμπόσο στο βουνό. Ύστερα ένας αγέρας φύσηξε και το σύγνεφο μοιράστηκε. Κουλουριάστηκε, κυλίστηκε κάπου δέκα λεπτά και πύκνωσε το λεπτό αράχνιασμα που απλώνονταν μεσούρανα. Η μαυρίλα σκόρπιζε και θάμπιζε παντού ο ουρανός.

Σε μια στιγμή χοντρές σταλαματιές έπεσαν στη γης κι η σκόνη σηκώθηκε μαυρισμένη. Οι γυναίκες πεταγόντουσαν στα σοκάκια. Έβγαζαν μια φωνή παράξενη και πήγαιναν όλες μαζί, έτσι όπως τα πρόβατα. Κι οι γερόντισσες πίσω απ’ τα παραθύρια, έκλαιγαν.

Σιγά – σιγά η βροχή δυνάμωνε. Τα σύγνεφα ξάπλωσαν μέχρι τα ουρανοθέμελα κι όσο έφτανε το μάτι σου το νερό έπεφτε στον κάμπο. Μια σκόνη ανεμίζονταν στις αρχές, σε λίγο πνίγηκε, ενώ τα χωράφια απλώνονταν πιο σκούρα. Μια βουή ερχότανε απ’ τον κάμπο, που όλο και δυνάμωνε με τον αγέρα κι έσμιγε με τις κραυγές των ανθρώπων. Πόσο αλλιώτικος τους φαινότανε ο κάμπος, τώρα που δεχότανε στις σκισμάδες του το νερό.

Όσο δυναμώνει η βροχή, τόσο βουίζει όξω ο κάμπος και τόσο οι χωριάτες χοροπηδάνε και οι γερόντισσες κλαίνε, ακουμπισμένες στα παραθύρια τους.

Κράτησε τούτο το πανηγύρι πάνω από δυο ώρες. Ύστερα σκίστηκαν τα σύγνεφα, κάπου πρόβαλε ο ουρανός, σιγά – σιγά το γαλάζιο ξάπλωνε μέχρι που φωτίστηκε όλος ο κάμπος και πέρα μακριά τα βουνά. Κι έτσι, όπως οι σαλιάγκοι βγαίνουν απ’ τα θάμνα, ύστερα απ’ την πρωινή δροσιά, το ίδιο κι οι χωριάτες χυθήκανε στα χωράφια. Μπροστά ο Βασίλης ο Ροϊδός.

Ο καθένας κολυμπούσε ξεπίτηδες στις λάσπες κι ανάσανε σηκώνοντας τις μπότες του. Έσκυψαν να ιδούνε μέχρι πού ποτίστηκαν τα χώματα. Το νερό έφτασε πάνω από δεκαπέντε δάχτυλα, ακριβώς ίσαμε το υνί*. Περίφημος ο όργος*.

Δεν χωρούσε καμιά αμφιβολία, πως φέτος θα ’ναι καλοχρονιά. Θα ξαναγιομίσει ζωντανά κι ανθρώπους ο κάμπος κι η μυρουδιά θα φουσκώνει τους ανθρώπους του και θα καθαρίσει το πετσί απ’ την αρρώστια του μεταλλείου. Κι αν πεινάνε κι εδώ, όπως παντού, είναι γιατί πλαστήκανε φτωχοί και πρέπει τ’ αφεντικά να ορίζουνε τον κάμπο, ίσαμε που ν’ αλλάξουνε τα πράματα. Κι ο καθένας χωριάτης να ορίζει μαζί με τους άλλους τον κάμπο, που να μην είναι ωστόσο δικός τους. Γιατί αλλιώς θα τους πνίξει και θα τους κάνει αφεντικά… […].

* αγριμιά, η: χέρσο, ακαλλιέργητο χωράφι
* μολυβοχώματα: χώματα συμπαγή, βαριά και με σκούρο χρώμα, λόγω της ξηρασίας
* αποτελειώνω: (εδώ για τον ουρανό) μετά από βροχή, καθαρίζω, ανοίγω
* ξεκληρισμένος: που έχει καταστραφεί οικονομικά (εδώ είτε γιατί δεν κατέχει γη ή επειδή κάθε γεωργική ασχολία έχει ανασταλεί, λόγω της ξηρασίας)
* μίνια, η: σήραγγα ορυχείου
* συντέφι, το: πολύτιμος λίθος, ορυκτό μαργαριτάρι
* Καραμανιά, η: η κεντρική Μ. Ασία
* υνί, το: τριγωνικό και αιχμηρό σιδερένιο άκρο του άροτρου, που εισχωρεί στο χώμα για να το οργώσει
* όργος, ο: όργωμα.

Ο Λουκής Ακρίτας ήταν Ελληνοκύπριος λογοτέχνης, δημοσιογράφος και πολιτικός. Γεννήθηκε στις 8 Αυγούστου 1908, στη Μόρφου της Αγγλοκρατούμενης Κύπρου. Γονείς του ήταν ο Χατζηγιαννακός Ακρίτας και η Ελένη Κατιρτζίγιαννη. Αφού αποφοίτησε το 1926, από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, σπούδασε στο Παγκύπριο Διδασκαλείο Λευκωσίας, από όπου και αποφοίτησε το 1928. Εργάστηκε για δύο χρόνια ως δάσκαλος στην Κύπρο δημοσιεύοντας, παράλληλα, διάφορα κείμενα του στην εφημερίδα Χρόνος. Από τα τέλη του 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και υπήρξε πολιτικός συντάκτης αρχικά στην εφημερίδα «Εστία» και, στη συνέχεια, στην «Πρωία». Επίσης υπήρξε ανταποκριτής της εφημερίδας της Λευκωσίας «Πρωινή» και συγχρόνως σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και συνεργάστηκε με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού.

Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, στον οποίο πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης, έστελνε από το μέτωπο ανταποκρίσεις στην «Εστία». Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής άρχισε να εκδίδει την αντιστασιακή εφημερίδα «Καθημερινά Νέα», η οποία μεταπολεμικά προσανατολίστηκε πολιτικά προς την Ένωση Κέντρου και τις επιλογές του Γεωργίου Παπανδρέου και της οποίας η έκδοση συνεχίστηκε για λίγο διάστημα και μετά την απελευθέρωση. Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ακρίτας υπήρξε ιδρυτικό μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «Τριμελής Επιτροπή Αγώνος» (μετέπειτα «Ανώτατη Επιτροπή Απελευθερώσεως») μαζί με τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη και τον στρατηγό Σπηλιωτόπουλο.

Από το 1952 έως το 1954 εξέδωσε το περιοδικό «Ελληνικά Χρονικά» (περίπου 100 τεύχη), το οποίο αρχικά ήταν εβδομαδιαίο και αργότερα έβγαινε κάθε δεκαπέντε μέρες και υπεύθυνος στα λογοτεχνικά θέματα ήταν ο γνωστός ποιητής και διανοούμενος Νικηφόρος Βρεττάκος. Από τα μέσα του 1959 άρχισε να εκδίδει το εβδομαδιαίο περιοδικό «Κόσμος, Επιστήμη και Ζωή», το οποίο από τις αρχές του 1962 έγινε επίσης δεκαπενθήμερο. Στο περιοδικό αυτό ο Ακρίτας δημοσίευσε και μερικά διηγήματά του μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει το «Φορτίο ανθρώπου».

Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο και το δοκίμιο. Το λογοτεχνικό του έργο διέπεται από την προοδευτική του ιδεολογία και την ανθρωπιστική του κοσμοθεωρία και χαρακτηρίζεται από μια αισιόδοξη προοπτική, που προκύπτει από την πίστη του στην ψυχική αντοχή των κοινωνικά αδικημένων.

Βαθιά δημοκράτης, διακρίθηκε για την αντιστασιακή δράση και την πολιτική του πορεία τις δεκαετίες ’50, ’60, στην ΕΠΕΚ, στην Προοδευτική Αγροτική Δημοκρατική Ένωση, στο «Κόμμα των Φιλελευθέρων» και στην «Ένωση Κέντρου». Άφησε το στίγμα του στη νεοσύστατη Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου του Νικόλαου Πλαστήρα, όπου υπηρέτησε ως γενικός γραμματέας και ως βουλευτής Αθηνών. Επανεκλέχθηκε βουλευτής στις εκλογές του 1963 και 1964, με την «Ένωση Κέντρου». Διετέλεσε υφυπουργός Τύπου και Πληροφοριών στην Κυβέρνηση Απελευθερώσεως του Γεωργίου Παπανδρέου (1944), κατόπιν ρήξης του όμως με την επίσημη πολιτική γραμμή αποσύρθηκε μέχρι το 1951 οπότε εκλέχτηκε βουλευτής, πρώτος σε σταυρούς προτίμησης στην Αθήνα, με την ΕΠΕΚ του Πλαστήρα. Το 1951, ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στην 6η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στο Παρίσι, έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της Κύπρου στον διεθνή οργανισμό. Μέλος του Συμβουλίου της Κυπριακής Εθναρχίας στην Αθήνα, παραιτήθηκε απογοητευμένος, ύστερα από την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης–Λονδίνου.

Από το 1961 συνεργάστηκε και πάλι με την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, εκλέχτηκε βουλευτής στις εκλογές του 1963 και 1964, οπότε ως υφυπουργός Παιδείας υλοποίησε την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση που εισηγήθηκε ο Ευάγγελος Παπανούτσος. Προέβαλε τον κυπριακό αγώνα για την ανεξαρτησία μέσω της συμμετοχής του στην Γ΄ Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών και την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1952). Το 1954 ταξίδεψε στις ΗΠΑ ως μέλος της Διακομματικής Επιτροπής Διαφωτίσεως για το ζήτημα της Κύπρου.

Θεωρούσε την παιδεία, δημόσιο αγαθό και την ήθελε ανθρωπιστική, ανανεωμένη, με λιγότερη τυπολατρία, με περισσότερη κριτική διάθεση, απαλλαγμένη από αναχρονιστικές δομές, ικανή να τονώσει την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων.

έγραψε πολλά διηγήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα και καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες πεζογράφους. Η βαθιά δημοκρατικότητα, το ελεύθερο πνεύμα και η φιλοπατρία του διαπνέουν το έργο του και είναι διάχυτα σε εκδόσεις της εφημερίδας «Πρωϊνή» της Λευκωσίας, στα περιοδικά «Πάφος» και «Κυπριακά Γράμματα», στις πολεμικές του ανταποκρίσεις στην «Εστία», σε αντιστασιακά έντυπα και εφημερίδες της εποχής, στις εκδόσεις «Ακρίτας», στα «Ελληνικά Χρονικά» και αλλού. Στον χώρο της λογοτεχνίας ο Λουκής Ακρίτας εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1931 με ένα διήγημα από τις στήλες του περιοδικού «Πρωτοπόροι». Στα δύο μυθιστορήματα του το 1935 και το 1936, «Νέος με καλάς συστάσεις» και «Ο κάμπος», ενυπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα και στοιχεία από την αγροτική κυπριακή ζωή. Το έργο του «Αρματωμένοι» (1947) θεωρείται ένα από τα καλύτερα του είδους. Μεγάλο μέρος του έργου του Ακρίτα βρίσκεται δημοσιευμένο σε διάφορα περιοδικά, με τα οποία συνεργάστηκε.

Σημαντική είναι και η προσφορά του στο θέατρο κυρίως με τα έργα του «Όμηροι» και «Θεοδώρα». Το πρώτο δημοσιεύθηκε το 1956 και είχε θέμα τα αντίποινα των γερμανικών δυνάμεων κατοχής σε ένα χωριό λόγω της δραστηριότητας αντάρτικων ομάδων. Στο έργο αυτό ο Ακρίτας ακολουθεί τη τεχνική του λαϊκού θεάτρου, έχει όμως και στοιχεία που παραπέμπουν στη δομή της αρχαίας τραγωδίας ενώ από τις συγκρούσεις αναδύονται μορφές συμβολικές και όχι χαρακτήρες. Έγραψε επίσης το «Όνειρο αγάπης» που το ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη στο θέατρό της το 1941, με τίτλο «Όπου αγαπά παιδεύει».

Γυναίκα του υπήρξε η Σύλβα Ακρίτα κόρη του Κωνσταντίνου Γιαβάσογλου, Υπουργού Πρόνοιας και Γερουσιαστή με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η Σύλβα Ακρίτα υπήρξε η πρώτη γυναίκα βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και υφυπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Απέκτησαν μία κόρη, τη δημοσιογράφο, συγγραφέα και βουλευτή Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Έλενα Ακρίτα.

Έφυγε από τη ζωή στις 7 Φεβρουαρίου 1965, σε ηλικία 56 ετών σε κλινική του Λονδίνου, έπειτα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Εργογραφία:

Νέος με καλάς συστάσεις… Αθήνα, 1935.
Ο κάμπος. Αθήνα, Πυρσός, 1936.
Διηγήματα. Λευκωσία, εκδόσεις Μορφωτικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, 1991.
Αρματωμένοι. Αθήνα, Αετός Α.Ε., 1947.
Όμηροι – τραγωδία σε πράξεις τρεις. Αθήνα, 1956.
Θεοδώρα – τραγωδία. Λευκωσία, έκδοση Βιβλιοθήκης Κυπριακών Χρονικών, 1965.
Κάθε ελεύθερος άνθρωπος είναι δημότης Μεσολογγίου. Αθήνα, ανάτυπο από τη Νέα Εστία 885, 15/5/1964.
Αναστάσιμο Δόξας η μάχη της Κρήτης. Αθήνα, έκδοση της Φωνής της Κρήτης, 1964.

Για περισσότερα βιβλιογραφικά στοιχεία για το Λουκή Ακρίτα, βλ. Χατζηθωμάς Α., Λουκής Ακρίτας· 1909-1965. Λευκωσία, εκδ. Παγκύπριου Γυμνασίου Λευκωσίας, 1985.

Πηγή: pi.ac.cy, el.wikipedia.org, peritexnisologos.blogspot.com

Σχολιάστε