Παραδομένο στην εγκατάλειψη και στη φθορά του χρόνου είναι το μοναδικό κτήριο που διασώθηκε από την άλλοτε φημισμένη «Συνοικία του Τσίλλερ» στον Πειραιά. Το αρχοντικό δεσπόζει ακριβώς απέναντι από την Πλατεία Αλεξάνδρας και ξεχωρίζει με την επιβλητική του όψη που «αγκαλιάζει» περίτεχνα τη στροφή του δρόμου. Η Οικία Πατσιάδου είναι το μόνο κτήριο που μένει ζωντανό από την άλλοτε λαμπερή και φημισμένη συνοικία που έχτισε ο Ernst Ziller στην Καστέλλα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Μετά από 42 χρόνια εργασιών αναστήλωσηςκαι συντήρησης, άνοιξε τις πύλες του στο κοινό το Παλάτι των Δεσποτών, το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανάκτορο στην Ελλάδα
Οι πτέρυγες των Καντακουζηνών και των Παλαιολόγων, οι χώροι διοίκησης και η επιβλητική αίθουσα του Θρόνου συγκροτούν ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό σύνολο, που αποτυπώνει τη λειτουργική ιεράρχηση της εξουσίας της ύστερης βυζαντινής αριστοκρατίας. Το Παλάτι των Δεσποτών, το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο, άνοιξε τις πύλες του -μετά από 42 χρόνια εργασιών αναστήλωσης και ανάδειξης- στο ελληνικό και διεθνές κοινό, πλήρως αποκατεστημένο. Ο Πρωθυποουργός εγκαινίασε τα έργα προστασίας και ανάδειξης της Καστροπολιτείας του Μυστρά και των Μουσειακών Εκθέσεων στο Παλάτι των Δεσποτών, με παρούσα την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Στην περιοχή του Πλατανορέματος, στο Πολύπετρο, διασώζονται έως σήμερα, σε ερειπωμένη πλέον κατάσταση, τα κατάλοιπα δύο παλαιών νερόμυλων, γνωστών ως «Πάνω Μύλος» και «Κάτω Μύλος». Τα ερείπια αυτά αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες μιας εποχής κατά την οποία το νερό και η ανθρώπινη εργασία συγκροτούσαν τον βασικό πυρήνα της αγροτικής ζωής. Οι νερόμυλοι δεν αποτελούν μόνο τεχνικά έργα του παρελθόντος, αλλά και σημαντικά τεκμήρια της ιστορικής μνήμης και της τοπικής ταυτότητας του Πολυπέτρου.
Το Νυμφαίο είναι ένα ιστορικό παραδοσιακό χωριό του νομού Φλώρινας, στη Δυτική Μακεδονία, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 1.350 μ. στις πλαγιές του όρους Βίτσι. Θεωρείται ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα ορεινά χωριά της Ελλάδας και έχει ανακηρυχθεί ως διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός.
Οικία Κοκοβίκου: Η ιδιαίτερη ιστορία του διώροφου Αθηναϊκού σπιτιού της προεπαναστατικής εποχής, με την αυλή της «Ελενίτσας και του Αντωνάκη» που σήμερα αναδεικνύεται σε μνημείο της πόλης
Στα τελευταία λεπτά της αγαπημένης ταινίας του Γιώργου Τζαβέλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η Μάρω Κοντού (Ελένη) φεύγει αγκαλιασμένη με τον Γιώργο Κωνσταντίνου (Αντώνη) από το υπό κατεδάφιση σπίτι όπου κάποτε μοιράστηκαν οι δυο τους 10 ολόκληρα χρόνια κοινής ζωής. «Θλιβερό πράγμα το γκρέμισμα», αναφωνεί ο Αντωνάκης. «Ναι, πολύ θλιβερό…», συμφωνεί η Ελενίτσα. Στην πραγματική ζωή ωστόσο, το σπίτι της Ελένης και του Αντωνάκη δεν κατεδαφίστηκε ποτέ σε αντίθεση με το σενάριο της ταινίας…! Αντιθέτως διατηρείται έως και σήμερα και μάλιστα στην ίδια σχεδόν απαράλλαχτη μορφή, την οποία είχε όταν γυρίστηκε η ταινία, παρ’ ότι πέρασαν 60 χρόνια. Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωράει στην προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στην «οικία Κοκοβίκου», όπως έμεινε στην ιστορία το διώροφο κτίσμα της οδού Τριπόδων 32 στην Πλάκα της Αθήνας, μετατρέποντας το κινηματογραφικό σύμβολο σε ζωντανό αρχαιολογικό χώρο.
Η Μεγάλη του Γένους Σχολή και ο Άγιος Στέφανος των Βουλγάρων, όπως φαίνονται από τον Κεράτιο Κόλπο
Δίπλα στο κύμα του Κεράτιου κόλπου στην ιστορική, εβραϊκή συνοικία Balat (Μπαλάτ) στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως, δεσπόζει μέσα στο λευκό της αντιφέγγισμα πάνω στα νερά και τους χρυσαφένιους τρούλους της, η βουλγαρική ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Στεφάνου (βουλγ. Църква Свети Стефан, τουρκ. Sveti Stefan Kilisesi), γνωστή και ως «Σιδερένια Εκκλησία». Ο ναός του Αγίου Στεφάνου των Βουλγάρων ανήκει στη βουλγαρική χριστιανική μειονότητα της Πόλης και αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά οικοδομήματα στον κόσμο από χυτοσίδηρο.
Υπάρχει μια λαϊκή παράδοση με την οποία σχετίζεται η οικοδόμηση της παλιάς εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Πολύ παλιά λοιπόν, το χωριό Νησί, στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας, ήταν διασκορπισμένο σε διάφορα σημεία, 5-10 σπίτια βόρεια, 5-10 σπίτια ανατολικά, άλλα τόσα νότια από τη θέση του σημερινού χωριού. Ήταν εκεί τα σπίτια όπου υπήρχε ξηρά και δεν πλημμύριζαν από τη λίμνη, από τα νερά του Βάλτου.
Η Νάξος, πέρα από τις υπέροχες παραλίες της, την κυκλαδίτικη αύρα της και τα γραφικά παραθαλάσσια ψαροχώρια της, φημίζεται και για τα εξίσου όμορφα ορεινά χωριά της. Κι ένα από αυτά, είναι χωρίς αμφιβολία, η Απείρανθος. Πρόκειται για το μεγαλύτερο στην ενδοχώρα του νησιού αλλά και ένα από τα πιο παραδοσιακά χωριά της Νάξου, ενώ η ιστορία του ταξιδεύει ακόμη και στην αγαπημένη Κρήτη.
Παναγίας η Ουρανοφόρας (ή Γερανιοφόρας), 16ος αι., Απολλωνία
Στενά συνδεδεμένα με την ιστορία, την αρχιτεκτονική παράδοση και τη θρησκευτική – κοινωνική ζωή της Σίφνου είναι οι πολυάριθμες εκκλησίες και τα μοναστήρια του νησιού
Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται για το αινιγματικό κτήριο Δίφρος στο Χαλάνδρι ή για τις κομψές Δρυάδες του στην Κηφισιά. Άλλοι ίσως θα προτιμούν να μνημονεύουν το μεγαλόπνοο Ηλιακό Χωριό του στην Πεύκη, την εμβληματική επέκταση του Μουσείου των Δελφών, την κατοικία Ήλιος στην Τράπεζα Αιγιαλείας, το κτήριο της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών, την Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης ή το διάσημο ξενοδοχειακό συγκρότημα Costa Navarino. Είναι πράγματι πολλά και σημαντικά τα κτήρια και οι κατασκευές με τα οποία κόσμησε το Αττικό λεκανοπέδιο και την ελληνική ύπαιθρο ο καταξιωμένος αρχιτέκτονας Αλέξανδρος Τομπάζης, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών.
Στο περίφημο Κτήμα Τομπάζη, η ιστορία δύο αιώνων ενώνεται με τις νοσταλγικές παιδικές αναμνήσεις, και εκείνο το μοναδικό, πανευρωπαϊκής φήμης πέτρινο λιοτρίβι ξαναζεί παλιές δόξες…
Πλακόστρωτα σοκάκια, παραδοσιακά σπίτια, ιστορικά νεοκλασικά, παλιοί μαχαλάδες και μικροί κήποι σε ταξιδεύουν σε μιαν άλλη εποχή…
Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης μοιάζει με ένα ζωντανό υπαίθριο μουσείο, μεταφέροντας τον ταξιδιώτη από το σήμερα στο χθες. Εκεί βρίσκεται και το σπίτι του σπουδαίου Μάνου Χατζιδάκι, το οποίο σήμερα είναι χαρακτηρισμένο ως έργο τέχνης και ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο αποτελώντας ένα επιπλέον στολίδι για την πόλη όπου γεννήθηκε.
«Ποιητής» με όλη τη σημασία της λέξης, άοκνος δημιουργός, ακοίμητος οραματιστής, αρχιτέκτων, φιλόσοφος και στοχαστής, αιώνιος δάσκαλος..! Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968)
Μεγάλο το χρέος στον Πικιώνη για τον δρόμο που άνοιξε και για ό,τι δίδαξε στην ανθρωπότητα
Η αρχική οχύρωση της Κωνσταντινούπολης οφείλεται στον ιδρυτή της, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α’ (307-337). Σύμφωνα με την παράδοση, ο ίδιος χάραξε τη γραμμή που θα ακολουθούσαν τα χερσαία τείχη της Πόλης. Όμως, ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα, η αλματώδης αύξηση του πληθυσμού της Βασιλεύουσας δημιουργούσε προβλήματα έλλειψης χώρου και ευνοούσε την τάση να επεκταθεί ο πολεοδομικός ιστός της εκτός των τειχών του Κωνσταντίνου. Παράλληλα, η εμφάνιση του κινδύνου των Ούννων στο βόρειο σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στις αρχές του 5ου αιώνα, κατέστησε απαραίτητη την κατασκευή ισχυρότερης αμυντικής γραμμής, καθώς το δυτικό τμήμα της οχύρωσης της Κωνσταντινούπολης ήταν το πλέον ευάλωτο σε μαζική επίθεση από την πεδιάδα της Θράκης.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]