Το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας. Ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ανάμεσα στο Πέμπτο και το Έκτο Ευαγγέλιο, κατά την Ακολουθία των Παθών και το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, στην Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, ενώπιον του Εσταυρωμένου:
Ο Μέγας Βασίλειος έζησε στην Καππαδοκία και αφιέρωσε την ζωή του στην βοήθεια προς τον συνάνθρωπο. Θεωρείται στην παγκόσμια ιστορία ως ο εμπνευστής και δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας. Σπούδασε ρητορική και φιλοσοφία στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Η 1η Ιανουαρίου 379 μ.Χ., ημέρα της κηδείας του, διατηρούμενη στην παράδοση, θεωρήθηκε απ’ όλους τους χριστιανικούς λαούς ότι φέρνει ευλογία και καλή τύχη στη νέα χρονιά.
Για την Κοίμηση της Θεοτόκου δεν έχουμε πληροφορίες από την Καινή Διαθήκη, αλλά μόνον από τα κείμενα των αγίων Πατέρων. Την ευσεβή αυτή παράδοση της Εκκλησίας μας συνοψίζει άριστα το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως
«Ζηλοῦτε τὰ πνευματικά» (Α’ προς Κορινθίους, ιδ’ 1). Να επιθυμείτε με ζήλο τα πνευματικά χαρίσματα. Τέτοιο ζήλο σε όλη του τη ζωή είχε και ο άγιος Ανδρέας. Από τους μεγάλους εκκλησιαστικούς ποιητές ο Ανδρέας, γεννήθηκε στη Δαμασκό από γονείς ευσεβείς, τον Γεώργιο και τη Γρηγορία. Σε ηλικία 15 ετών, κατετάγη στον κλήρο (αναγνώστης) του πατριαρχικού θρόνου των Ιεροσολύμων, από τον τότε Πατριάρχη Θεόδωρο. Στην Ιερουσαλήμ, ο Ανδρέας διακρίθηκε για τη μόρφωση και την αρετή του μεταξύ των αγιοταφιτών πατέρων, γι’ αυτό και τον προέκριναν να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, για την έκτη Οικουμενική Σύνοδο κατά των Μονοφυσιτών.
Θαλασσινέ μου Άγιε, Καλέ μου Άη Νικόλα εφτά κεράκια σου ‘φερα και σου τ’ ανάβω όλα. Θα ‘ρχομαι τώρα ταχτικά ν’ ανάβω το καντήλι γι’ αυτόν που έφυγε προχθές, κουνώντας το μαντήλι. Προστάτευέ τον Άγιε, των ναυτικών προστάτη και κάθε άλλος ναυτικός, ας σ’ έχει παραστάτη!
Ο Άγιος Ρωμανός, γνωστός και ως Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, είναι από τους γνωστότερους Έλληνες υμνογράφους, αποκαλούμενος και «Πίνδαρος της Ρυθμικής Ποίησης». Ήκμασε κατά τη διάρκεια του έκτου αιώνα, που θεωρείται ότι είναι η «Χρυσή Εποχή» της βυζαντινής υμνογραφίας. Ο Ρωμανός ο Μελωδός θεωρείται κορυφαίος ποιητής και υμνογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ο Όσιος Ιωάννης Κουκουζέλης είναι άγιος και σπουδαίος μελωδός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος έζησε τον 13ο-14ο μ.Χ. αιώνα, επί της δυναστείας των Κομνηνών. Τον αποκαλούσαν επίσης «αγγελόφωνο» και «καλλικέλαδο» για την όντως αγγελική φωνή του. Θεωρείται ο δεύτερος μεγαλύτερος μελοποιός μετά τον Ιωάννη Δαμασκηνό και συχνά χαρακτηρίζεται ως «Μαΐστωρ της μουσικής».
Το τροπάριο της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε ποτέ στην εκκλησιά. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο, και το πάθος της αμαρτωλής που μετανοιώνει, καθώς κ’ η ιστορία της Κασσιανής που το σύνθεσε.
Αλλά προπάντων, κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πούναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πη κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δε μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα που το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.
Ο «Ακάθιστος Ύμνος» («Χαιρετισμοί της Υπεραγίας Θεοτόκου») είναι ένα μεγάλο και σπουδαίο ποίημα, γραμμένο τον 6ο αιώνα μ.Χ., που απευθύνεται στην Παναγία μας και της αποδίδει επαίνους, ευχαριστίες και προσευχές. Στους στίχους του, σε ποιητική μορφή με πανέμορφα λόγια, υπάρχουν όλες οι βασικές διδασκαλίες της Ορθοδοξίας για τον Χριστό, την ενανθρώπισή του, τον ρόλο της Παναγίας για τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγνότητα και την αγιότητά Της, αλλά και για τον αγώνα του ανθρώπου για την ένωσή του με το Θεό και τη βοήθεια που ζητάει από το Χριστό και την Παναγία γι’ αυτό.
Ανάμεσα σε όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Όσιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:
Στις ψυχές των τέκνων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οι Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές μετουσιώνονται σε μεγάλες πνευματικές χαρές, γιατί γίνονται ανεξάντλητες πηγές ύμνων θείων ερώτων, θερμότατης ευγνωμοσύνης και απείρου ευχαριστίας, για όσα ο Θεός εδωροφόρησεν αγαθά στους ανθρώπους από τότε που «εφανερώθη εν σαρκί». Οι Μοναχοί γενικά και ειδικά στο Άγιον Όρος του Άθω, εορτάζουν την Γέννηση του Θεού Λόγου σχεδόν κάθε ημέρα, δηλαδή σε όλον τον κύκλο του λεγομένου θεολογικώς λειτουργικού χρόνου, χάρις στις νυχθήμερες ιερές Ακολουθίες. Πράγματι, στις αδιάλειπτες λατρείες που επιτελούνται στις βυζαντινές Μονές, στις Σκήτες, στα Καλύβια και τα ιερά Ησυχαστήρια, κατά τις θείες λειτουργίες, τους μυσταγωγικά ιλαρούς Εσπερινούς και τα κατανυκτικά Απόδειπνα, αλλά και στις ατομικές προσευχές των Μοναχών, ψάλλονται τροπάρια, Απολυτίκια και Κοντάκια και διαβάζονται θεολογικές Ευχές, που ως κέντρο έχουν την Σάρκωση του Θεού και την σωτηρία του κόσμου.
«Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε. Χριστός επί γης, υψώθητε …». «Μυστήριον ξένον» χαρακτηρίζει ο υμνωδός τη γέννηση του Θεανθρώπου. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από την πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια το μυστήριο της συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, το οποίο συντελέστηκε με τη βοήθεια της Θεοτόκου, που «εχώρεσεν σαρκί, τον Αχώρητον παντί» για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη Του προς εμάς…
Μετά το τέλος της επίγειας ζωής του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, όταν το 434 μ.Χ. εξελέγη Πατριάρχης ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρακάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου 438, η λάρνακα με το λείψανό του Αγίου Ιωάννου μεταφέρθηκε με λαμπρή και συγκινητική πομπή στη βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο Άγιο Βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων, ενώ ο λαός έμπλεος χαράς αναβοούσε: «Απόλαβε του θρόνου σου Άγιε».
Στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του οποίου ιερά λείψανα φυλάσσονται στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης χοροστατεί «από του Παραθρονίου» τόσο κατά τον Εσπερινό της εορτής, όσο και κατά τη Θεία Λειτουργία. Σύμφωνα με το Τυπικό της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στον θρόνο τίθεται τιμητικώς η εικόνα του ιερού Χρυσοστόμου, ενώ ο Μ. Εκκλησιάρχης τοποθετεί δίπλα στην εικόνα και την ποιμαντορική ράβδο του αγίου. Οι ιερείς και οι διάκονοι που πρόκειται να λειτουργήσουν «λαμβάνουν καιρό» όχι από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, αλλά από την ιερά εικόνα του αγίου, ο οποίος παραμένει πάντοτε ζωντανός στη μνήμη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Στον σολέα του Πατριαρχικού Ναού τίθενται προς προσκύνησιν υπό των πιστών τα ιερά λείψανα του μεγάλου ιεράρχου της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία, μαζί με τα λείψανα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, επέστρεψαν στην Πόλη από τη Ρώμη, στις 27 Νοεμβρίου 2004, χάριν στις ενέργειες του διαδόχου των αγίων ιεραρχών σημερινού Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]