Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος

Ο ναός της Παναγίας Σκριπούς, του έτους 873/4, όπως
σώζεται σήμερα· ο τρούλος ανακατασκευάστηκε τον 20ό αι.

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου.

Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

Όχι μία, ούτε δύο, αλλά πέντε συνολικά επιγραφές τοποθετήθηκαν στον ναό της Παναγίας της Σκριπούς στον Ορχομενό της Βοιωτίας, για να απαθανατίσουν την ολοκλήρωσή του το έτος 6382 από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το καθ’ ημάς 873/4 μετά Χριστόν. Αυτή η επιγραφική «φλυαρία», που κάνει ευτυχείς τους σημερινούς ιστορικούς, αρχαιολόγους και φιλολόγους, οφείλεται στον ιδρυτή του ναού, τον βασιλικό πρωτοσπαθάριο και επί των οικιακών Λέοντα, και ανταποκρίνεται όντως στο μέγεθος και τη σημασία του εγχειρήματος.

Ο ναός της Σκριπούς συνιστά ένα ορόσημο στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Είναι ένα ογκώδες κτίσμα που συνδυάζει παλαιές και νέες ιδέες με τρόπο σχεδόν πειραματικό, διαγράφοντας ένα αποφασιστικό βήμα στην πορεία προς την αποκρυστάλλωση του σταυροειδούς ναού με τρούλο, του καινούριου τύπου εκκλησιών που από τον επόμενο, 10ο αιώνα, επικράτησε σε όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία και διαδόθηκε ακόμη και εκτός των συνόρων της.

Η Σκριπού διαθέτει επίσης πληθωρικό γλυπτό διάκοσμο, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά, ο οποίος σηματοδοτεί μία νέα αφετηρία στην τέχνη της βυζαντινής μαρμαρογλυπτικής. Κάτι άλλο που την κάνει ιδιαίτερη είναι η ευρύτατη χρήση αρχαίου οικοδομικού υλικού στην κατασκευή της, με τρόπο που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για μια ενδεχόμενη πρόθεση συμβολικής σύνδεσης με την αρχαιότητα. Πέραν τούτων, αυτός ο μεγάλος ναός σχετίζεται με τη συντονισμένη τότε προσπάθεια του κράτους να ανασυγκροτήσει τη νότια Ελλάδα, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων ως εργαλείο την οικοδόμηση πολυδάπανων εκκλησιών, με ευεργετικά αποτελέσματα στις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες.

Ανάμεσα στις πέντε επιγραφές που μνημονεύουν τον ιδρυτή του ναού και τα κίνητρά του, τους τρεις βασιλείς των Ρωμαίων Βασίλειο, Κωνσταντίνο και Λέοντα, και τον οικουμενικό πατριάρχη Ιγνάτιο, ξεχωρίζει εκείνη που έχει εντοιχιστεί στην πρόσοψη του κτηρίου. Πρόκειται για ένα μακροσκελές εξάμετρο επίγραμμα, χαραγμένο με κεφαλαία γράμματα και γραμμές – οδηγούς, το οποίο σώζεται σχεδόν ακέραιο:

☩ Οὐ φθόνος οὐδὲ χρόνος περιμήκετος ἔργα καλύψει
σῶν καμάτων, πανάριστε, βυθῷ πολυχανδέι λήθης
ἔργα ἐπεὶ βοόωσι καὶ οὐ λαλέοντα περ’ ἔμπης·
καὶ τόδε γαρ τέμενος παναοίδιμον ἐξετέλεσας
Μητρὸς ἀπειρογάμου, θεοδέγμονος ἰφιανάσσης,
τερπνὸν ἀποστίλβον περικαλλέα πάντοθεν αἰγλην·
Χριστοῦ δ’ἑκατέρωθεν ἀποστόλω ἔστατον ἄμφω,
ὧν Ῥώμης βῶλαξ ἱερὴ κόνις ἀμφικαλύπτει·
ζώοις ἐν θαλίῃσι χρόνων ἐπ’ ἀπείρονα κύκλα
ὦ πολύαινε Λέων πρωτοσπαθάριε μέγιστε,
γηθόμενος κτεάτεσσι καὶ ἐν τεκέεσσιν ἀρίστοις
χῶρον ἐπικρατέων τε παλαιφάτου Ὀρχομενοῖο ☩.

Το δοξαστικό για τον Λέοντα και τη δωρεά του επίγραμμα αρχίζει διακηρύσσοντας ότι ούτε ο φθόνος ούτε και ο μακρύς χρόνος θα μπορέσουν ποτέ να σκεπάσουν στον βυθό της λήθης τα βοώντα έργα του. Τούτα είναι ο τερπνός και περίλαμπρος ναός της Θεοτόκου, την οποία περιβάλλουν οι δύο κορυφαίοι απόστολοι του Χριστού -ο ποιητής εννοεί τα δύο παρεκκλήσια των αποστόλων Πέτρου και Παύλου εκατέρωθεν του ιερού της εκκλησίας- που η κόνις τους καλύπτει τη γη της Ρώμης. Και η σύνθεση κλείνει με την ευχή ο Λέων, ο μέγιστος πρωτοσπαθάριος που διοικεί τον αρχαίο Ορχομενό, να ζήσει χρόνους ατελείωτους στη γη του, μαζί με τα έξοχα παιδιά του.

Το επίγραμμα είναι χαραγμένο με μεγάλη επιμέλεια, δίχως τα συνήθη στις επιγραφές της εποχής ορθογραφικά λάθη, και αποτελεί ένα πρωτότυπο έργο, το οποίο θα παρήγγειλε ο ίδιος ο πρωτοσπαθάριος σε κάποιον δόκιμο ποιητή, εγκρατή της αρχαίας γραμματείας. Είναι ενδιαφέρον ότι σε αντίθεση με τις άλλες επιγραφές του ναού που μνημονεύουν τον Λέοντα και ζητούν την άφεση των πολλών του αμαρτιών, η συγκεκριμένη επιθυμία αντικαθίσταται εδώ από την ευχή να απολαύσει την επίγεια ζωή, τα πολλά του αγαθά και την οικογένειά του, για άπειρους κύκλους του χρόνου.

Το πνεύμα αυτό, η εξεζητημένη και αρχαιοπρεπής γλώσσα, η επίγνωση ότι ο Ορχομενός είχε ένα σπουδαίο παρελθόν -παλαίφατος- υποδεικνύουν ότι ο άγνωστος ποιητής κατείχε παιδεία ου την τυχούσα. Πολλοί μελετητές εκτιμούν μάλιστα ότι το επίγραμμα συντέθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μεταφέρθηκε από εκεί στον Ορχομενό· βρισκόμαστε άλλωστε στα χρόνια του Μεγάλου Φωτίου και της έντονης στροφής των γραμμάτων και των τεχνών προς την αρχαιότητα, η οποία έχει αποκληθεί και «Μακεδονική Αναγέννηση», από το όνομα της βασιλεύουσας τότε δυναστείας.

Το επίγραμμα του πρωτοσπαθαρίου Λέοντος στην
πρόσοψη του ναού της Παναγίας Σκριπούς στον Ορχομενό

Το επίγραμμα της Σκριπούς δημοσιεύτηκε πρώτη φορά από τον Ερρίκο Σλήμαν στο έργο του Bericht über meine Ausgrabungen im böotischen Orchomenos, το 1881. Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή του, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. GR98), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα.

Πηγή: neoplanodion.gr

Σχολιάστε