
Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Θεόδωρος Βρυζάκης, 1858
Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αποτελούν τη ναυαρχίδα των ιστορικών αρχείων που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, η οποία και επιμελείται της εκδόσεώς τους.
Συνέχεια
Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Θεόδωρος Βρυζάκης, 1858
Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αποτελούν τη ναυαρχίδα των ιστορικών αρχείων που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, η οποία και επιμελείται της εκδόσεώς τους.
Συνέχεια14 Ιουλίου

Ὁ ταπεινὸς μοναχὸς πού ἀναδείχθηκε ὁ πολυγραφότερος Ἁγιορείτης καὶ πιθανότατα ὁ πολυγραφότερος ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς 2ης μ.Χ. χιλιετίας. Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ζωογόνησε τὸν λαὸ μὲ τὰ νάματα τῆς παραδόσεώς μας καί τὸν ἐνίσχυσε ν᾿ ἀντέξει τὸ ὑπόλοιπο τῆς Τουρκοκρατίας -ὄχι μόνο νὰ μὴ χάσει τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴ ζήσει βαθύτερα.
Συνέχεια«Έρθεν και ο Χορτοθέρτς, έπαρ’ το καγάν (δρεπάνι) σο χέρ’ τ’ς»…

Θεριστές στη Νέα Χηλή, 1956
«Χορτοθέρτς» αποκαλούσαν οι Πόντιοι τον Ιούλιο, ο οποίος φέρει και την επωνυμία αλωνάρης ή θεριστής. Λέγεται αλωνάρης γιατί την περίοδο αυτή αλωνίζουν τα σιτηρά. Η λέξη παράγεται από το ουσιαστικό «χόρτο» και το ρήμα «θερίζω».
Συνέχεια
Η παραλία της Λάμπης στην Πάτμο
Άσπρη πετρούλα του γιαλού
Μήλο κυλώ στη θάλασσα, μήνυμα στο Νησί μου
Άσπρη πετρούλα του γιαλού, σώσε τη θύμησή μου!

Τὸ Βυζάντιο εἶναι ἡ προεικόνιση ἀπάνω στὴ γῆ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὅσο ἤτανε δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀτέλεια μέσα στὸν κόσμο τῆς φθορᾶς. Μὲ ὅλη τὴ ζωηρὴ δραστηριότητα ποὺ εἴχανε οἱ Βυζαντινοὶ στὰ ἐγκόσμια, ἡ σκέψη τους καὶ ἡ καρδιά τους ἤτανε πάντα γυρισμένη στὴν ἄλλη ζωή, τὴν αἰώνια.
ΣυνέχειαΣαν σήμερα, την 13η Ιουλίου του 1965, έφυγε ο σπουδαίος αγιογράφος, ζωγράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου (Φώτιος Αποστολλέλης) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας, στις 8 Νοεμβρίου 1895, τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολλέλη και της συζύγου του Δέσποινας, το γένος Κόντογλου. Είχε μια αδερφή και δυο αδερφούς. Σε ηλικία μόλις ενός έτους ορφάνεψε από πατέρα και την οικογένεια ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου, που ήταν Ηγούμενος στην ιερά μονή Αγίας Παρασκευής, στην κηδεμονία του οποίου ανάγεται και το όνομα Κόντογλου. Τα μαθητικά του χρόνια ο μικρός Φώτης τα πέρασε στο μετόχι της Αγίας Παρασκευής και στις Κυδωνίες και το 1913 εισήχθη, κατόπιν εξετάσεων, στο τρίτο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή και έφυγε για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του στο Παρίσι με οικονομική βοήθεια από τον θείο του.
Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, συνεργάστηκε με το γαλλικό περιοδικό «Illustration», σε διαγωνισμό του οποίου βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του έργου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα», και εργάστηκε ως εργάτης σε πολεμική βιομηχανία για να ζήσει. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Το 1919, μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διορίστηκε ως καθηγητής γαλλικών και ιστορίας τέχνης στο Παρθεναγωγείο, ανέπτυξε πνευματική δραστηριότητα και ίδρυσε τον σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι».
Το 1921 έλαβε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία και μετά την καταστροφή, το 1922, κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είχε προηγουμένως επισκεφτεί το Άγιον Όρος, όπου ξαναπήγε το 1923, για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη και να δημιουργήσει αντίγραφα αγιογραφιών, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις στη Μυτιλήνη και στην Αθήνα. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και επισκέφτηκε για τρίτη φορά το Άγιον Όρος. Την περίοδο 1930-1931 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Από το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο Αμερικανικό Κολλέγιο, όπου γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν και είχε μαθητές του τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο.
Η πρώτη εμφάνιση του Κόντογλου στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1918 με την έκδοση της νουβέλας του «Πέδρο Καζάς» σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1928 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ταξείδια» και το 1935 ο «Αστρολάβος». Εντονότερη παρουσιάζεται η συγγραφική του δραστηριότητα (θρησκευτικής κυρίως θεματολογίας) στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ως το τέλος της ζωής του.
Το 1935 του ανατέθηκε η οργάνωση του βυζαντινού τμήματος του Μουσείου της Κέρκυρας. Ανέλαβε τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μυστρά, την εικονογράφηση πολλών εκκλησιών, τη διακόσμηση του Δημαρχείου της Αθήνας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αγιογράφησε την πρώτη εικόνα των νεοφανέντων Αγίων μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, και το 1962 εκδίδεται το βιβλίο του «Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θερμής», που αποτελεί την πρώτη επίσημη καταγραφή του βίου τους και της ευρέσεως των ιερών λειψάνων τους στη Θερμή της Λέσβου.
Μαθητής ακόμη του Γυμνασίου στις Κυδωνίες είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό «Μέλισσα», όπου εικονογραφούσε ο ίδιος. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού «Φιλική Εταιρεία», μαζί με τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Στρατή Δούκα και Βάσο Δασκαλάκη, που κυκλοφόρησε από το 1924 ως το 1925, και του περιοδικού «Κιβωτός», μαζί με τον Βασίλη Μουστάκη. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά (1929), «Νέα Εστία», «Ελληνική Δημιουργία», «Εκκλησία», «Εφημέριος» και την εφημερίδα «Ελευθερία» (από το 1949 ως το τέλος της ζωής του) και εξέδωσε μελέτες για τη βυζαντινή τέχνη και έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πεζογραφίας.
Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1959), για το βιβλίο του «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», με το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο του «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», με το Βραβείο του Ταξιάρχη του Φοίνικα καθώς και με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (1965) για το σύνολο του έργου του.
Το 1963 τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα με τη σύζυγό του και έμεινε κατάκοιτος για πέντε μήνες. Πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα, από μετεγχειρητική μόλυνση μετά από χειρουργική επέμβαση στην κύστη.
Ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε ένας πραγματικός μαχητής της Ορθοδοξίας που έδωσε πολλά και τα λόγια του είναι μία αιώνια παρακαταθήκη για όλους μας. Διαισθανόταν πού βαδίζει η κοινωνία και προειδοποιούσε:
«Σὲ βεβαιώνω πὼς αἰσθάνομαι στεναχώρια καὶ θλίψη ὅποτε δημοσιευθεῖ τίποτα γιὰ μένα. Ἀνέκαθεν ἀπέφευγα τὰ δοξάρια. Πολὺ φτηνὸ πράγμα. Ἀφοῦ εἶπα πολλὲς φορὲς νὰ μὴ γράψω πιὰ νὰ μὲ ξεχάσουν. Τί ὄμορφο πράγμα νὰ ζεῖς ξεχασμένος..
Τό κάθε τι εἶνε τυλιγμένο μέσα σὲ μυστήριο. Αὐτὸ τὸ μυστήριο θέλουνε νὰ βγάλουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Μὰ ξεγυμνώνουνε τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε βαθὺ αἴσθημα. Ἀφοῦ καὶ οἱ Χριστιανοὶ τῆς σήμερον θέλουνε νὰ κάνουνε τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς μυστήρια, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό. Ἂν δὲν νοιώθεις μυστήριο σὲ ὅ,τι βλέπεις, σὲ ὅ,τι ἀκοῦς, σὲ ὅ,τι πιάνεις, εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια πεθαμένος ἄνθρωπος…
Θυμᾶμαι τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα πιὸ φυσικὴ ζωή, πὼς ὅλα μὲ κάνανε νὰ βουτῶ βαθειὰ μέσα μου καὶ νὰ βρίσκω κάποια ἀλλόκοτα πετράδια, καὶ κάποια μαργαριτάρια μιᾶς ξωτικῆς θάλασσας…
Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Δὲν τὰ μεταχειρίστηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίστηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ.
Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο, ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας. Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή, μὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὅλα γαληνεύουν, ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία …».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
– Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου», εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986.
– Αλεξίου Έλλη, «Φώτης Κόντογλου – Μικρός το δέμας αλλά …», Έλληνες λογοτέχνες, δοκίμια, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1982, σ. 51-64.
– Βαλσαμάκης Πάνος, «Μνήμη Φώτη Κόντογλου». Ένωσις Κυδωνιωτών, Αθήνα.
– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Φώτης Κόντογλου· εν εικόνι διαπορευόμενος· εκατό χρόνια από τη γέννησή του και τριάντα από την κοίμησή του», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1995.
– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Βιογραφικές παρατηρήσεις για τον Φώτη Κόντογλου», Νέα Εστία, 1.11.1995, ετ. ΞΘ’, αριθ. 1640, σ. 1413-1418.
– Ζήρας Αλεξ., Σπητέρης Τ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.
– Καλαμαράς Βασίλης, «Εργοβιογραφία Φώτη Κόντογλου», Διαβάζω, 27.2.1985, σ. 10-15.
– Καρούζος Ν.Δ., «Ο Φώτης Κόντογλου ο ριζορθόδοξος», Σύνορο, Φθινόπωρο 1965, σ. 106-108.
– Μαστροδημήτρης Π.Δ., «Το πεζογραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου», Πέντε δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Λύχνος, Αθήνα 1987, σ. 69-91.
– Μητσάκης Κάρολος, «Φώτης Κόντογλου», Νεοελληνική πεζογραφία· Η γενιά του ‘30, Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 1977, σ. 37-39.
– «Μνήμη Κόντογλου· Δέκα χρόνια από την κοίμησή του», Αθήνα 1975.
– Μουστάκης Βασ., «Κόντογλου Φώτης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα.
– Παγανός Γ.Δ., «Φώτης Κόντογλου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα 1992, σ. 48-121.
– Πάσχος Π.Β., «Κόντογλου – Εισαγωγή στη λογοτεχνία του μ’ ένα επίμετρο – ανθολόγιο κειμένων του», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991.
– Πάσχος Π.Β., «Φώτης Κόντογλου – 25 χρόνια από την κοίμησή του», Τήνος, 1990.
– Σαρδέλης Κώστας, «Η ρωμιοσύνη και ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1982.
– Σαχίνης Απόστολος, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι -1942, Ο θεός Κόνανος – 1943, Ιστορίες και περιστατικά – 1944», Η πεζογραφία της κατοχής, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1948, σ. 25-39.
– Σκοτεινιώτη Ελένη, «Οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές του Κόντογλου· “Σηματώρος και κήρυκας” του έργου του», Νέα Εστία, 1.5.1998, ετ. ΟΒ’, αριθ. 1700, σ. 615-625.
– Σπητέρης Τώνης, Ζήρας Αλεξ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.
– Τσιάμης Μ.Ν., «Φώτης Κόντογλου· Ένας ερημίτης ασκητής της τέχνης και της ζωής», Αθήνα, 1971.
– Φώτης Κόντογλου, «Σημείον αντιλεγόμενον», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998.
– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Φώτιος Κόντογλου· Η ζωή και το έργο του», εκδ. Γραμμή, Αθήνα 1977.
– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Κόντογλου ο Μεταβυζαντινός», Δοκίμιο, Αθήνα 1978.
– Χατζίνης Γιάννης, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», Νέα Εστία, ετ. ΙΖ’, 15.1.1943, αριθ. 375, σ. 121-123.
Αφιερώματα περιοδικών
«Νέα Εστία», ετ. ΛΘ’, 1.8.1965, αριθ. 914, σ. 1016-1030.
«Διαβάζω», 27.2.1985.
«Ζυγός», 1978.
«Αιολικά Γράμματα», 11-12/1971, αριθ. 22-23.
«Κριτικά Φύλλα», 22-23, 4-5/1975.
«Παράδοση», 21-22, 5-8/1980.
«Τετράδια Ευθύνης» (Μνημονάριον του Φώτη Κόντογλου), 1985.
Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)
I. Πεζογραφία:
«Pedro Cazas», Αϊβαλί, τυπ. Αιολικός Αστήρ, 1918.
«Η τέχνη του Άθω – Αντιγραφή και ανασυγκρότηση του Φώτη Κόντογλου», τα ξυλογραφήματα εφιλοτεχνήθησαν από τον Άγγελο Θεοδωρόπουλο, εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1923.
«Ταξείδια – Σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τι απόμεινε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων», εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1928.
«Icones et fresques d’ art Byzantine», Αθήνα 1932.
«Τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Υμηττού», Ελληνική Τέχνη, Αθήνα 1933.
«Ο Αστρολάβος – Βιβλίο παράξενο γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Κέρκυρα, 1935.
«Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι – Βιβλίο ιστορικό γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Αετός, Αθήνα 1942.
«Ο θεός Κόνανος και το Μοναστήρι του το λεγόμενο Καταβύθιση· Ιστορία γραμμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1943 (μαζί «Τα Δαιμόνια της Φρυγίας» και το «Εξ’ Ανατολών πνεύματα οργισμένα»).
«Ιστορίες και περιστατικά· κι άλλα γραψίματα λογής – λογής γραμμένα από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1944.
«Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα· Όπως την ταίριαξε από κάποια παληά χαρτιά ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Πήγασος, Αθήνα 1944.
«Η Αφρική και οι θάλασσες της νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.
«Ο μυστικός κήπος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1944.
«Έλληνες θαλασσινοί στις θάλασσες της Νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.
«Ο κουρσάρος Πέδρο Κάζας· Ιστορία απίστευτη βγαλμένη από κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο Οπόρτο· Τυπωμένη και ζωγραφισμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944 (έκδοση γ’).
«Οι Αρχαίοι Άνθρωποι της Ανατολής», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1945.
«Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν Σαλού», εκδ. Ι.Δ. Κολλάρος, Αθήνα 1947.
«Βίος και Άσκησις του οσίου Πατρός ημών Αγίου Μάρκου του Αναχωρητού του εξ Αθηνών», Αθήνα 1947.
«Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους Πατέρας», Αθήνα 1949.
«Πηγή ζωής, ήγουν λόγοι των θεοφόρων εξηγημένοι κατά δύναμιν», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1951.
«Εικόνες της Παναγίας», εκδ. Κιβωτός, Αθήνα 1953.
«Βίος του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του θαυματουργού», Θεσσαλονίκη 1955.
«Η βυζαντινή τέχνη ή Η λειτουργική ζωγραφική», Αθήνα 1956.
«Η αγιασμένη Ελλάδα», Αθήνα 1957.
«Όρη άγια», Αθήνα 1958.
«Οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος και η εικόνα του Χριστού οπού ευρέθη εις την Καρυάν της Θέρμης (Λέσβου)», Μυτιλήνη 1961.
«Η απελπισία του θανάτου – Εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία», Αθήνα 1961.
«Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θέρμης», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.
«Θάλασσες, Καΐκια και καραβοκύρηδες», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.
«Ο Καστρολόγος», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.
«Ευλογημένο καταφύγιο», επιμ. Π.Β. Πάσχος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.
«Μικρό εορταστικό», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.
«Γίγαντες ταπεινοί», επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις εφημερίδες, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1991.
ΙΙ. Μεταφράσεις:
Λεωνίδα Ουσπένσκη, «Η εικόνα· Λίγα λόγια για τη δογματική έννοιά της», μτφρ. Φώτη Κόντογλου, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1952.
Κάρολος Τζόνσον, «Οι φημισμένοι Κουρσάροι», μτφρ. Φώτη Κόντογλου, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1942.
ΙΙΙ. Συγκεντρωτικές εκδόσεις:
«Έργα Α’, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.
«Έργα Β’, Αδάμαστες ψυχές», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.
«Έργα Γ’, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1963.
«Έργα Δ’, Γιαβάς ο θαλασσινός», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1965.
«Έργα Ε’, Πέδρο Κάζας, Βασάντα και άλλες ιστορίες», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1968.
«Έργα Στ’, Μυστικά άνθη», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1977.
«Έργα Ζ’, Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1987.
«Έργα Η’, Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1976.
«Έργα Θ’, Ταξείδια», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1981.
«Έργα Ι’, Ο μυστικός κήπος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1944.
«Έργα ΙΑ’, Ο Αστρολάβος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1935.
Χειρόγραφα του λογοτέχνη φυλάσσονται στο Γενικό Αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.).

Ἡ ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης
Ἡ θητεία τοῦ καλοκαιριοῦ
Στὰ πεῦκα καὶ στὰ κύματα
Μὲ γυμνές ὧρες
Ποὺ κρατᾶν στὰ δάχτυλα τὴν ὕπαρξη
Κυματιστή
Ξεφυλλισμένη
Ἐλεύθερη
Σὰν φῶς
Ὤ! λυγισμένη εὐωδιά
Ἀγαθό μονοπάτι
12 Ιουλίου

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας.
Είναι από τους πιο γνωστούς Αγίους της εποχής μας. Έγινε ευρέως γνωστός για τον ασκητικό του βίο, τις πνευματικές του νουθεσίες και το έργο του. Εκοιμήθη στις 12 Ιουλίου 1994. Η αγιοκατάταξη του Αγίου Γέροντα έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 13 Ιανουαρίου 2015. Το 2017 ανακηρύχθηκε προστάτης άγιος των Διαβιβάσεων, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Ιουλίου.
ΣυνέχειαΠαύλος Παπαδόπουλος

Η Αγία Σοφία δημιουργήθηκε από νεοπλατωνιστές αρχιτέκτονες που ενσωμάτωσαν στην κατασκευή της την ελληνική πυθαγόρεια και πλατωνική γνώση για την πραγμάτωση της επαφής του ανθρώπου με το θείο. 1483 χρόνια από τα εγκαίνια του λαμπρότερου χριστιανικού ναού, στις 27 Δεκεμβρίου 537, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Stanford Μπισέρα Πέντσεβα ολοκλήρωσε μια πρωτοποριακή μελέτη που έχει οδηγήσει, με τη βοήθεια προηγμένων υπολογιστικών συστημάτων, στην πιστή αναδημιουργία του ήχου του Ναού, φέρνοντας στο σήμερα κάτι που έμοιαζε να έχει οριστικά χαθεί: την εμπειρία της συμμετοχής στον Όρθρο και στον Εσπερινό, σαν να βρίσκεσαι στην Αγία Σοφία της Βυζαντινής εποχής.
Συνέχεια«Σήμερα έγινε η πραγματική άλωση της Πόλης», ανέφερε η διακεκριμένη ιστορικός εκφράζοντας την άποψη ότι η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει τη βαρβαρότητα του γειτονικού μας λαού. Όταν ένας λαός έχει ανάγκη από τέτοιους συμβολισμούς για να διατηρήσει τη συνοχή του, απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά δεδομένα..
Συνέχεια
Σίμων Καράς (1903-1999)
Ο Σίμων Καράς υπήρξε μουσικολόγος και ερευνητής της Ελληνικής μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς. Χάρη στην πολύχρονη, εργώδη ερευνητική του προσπάθεια διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής μας μουσικής, την οποία κατέγραψε σε όλο το φάσμα της ελληνικής επικράτειας.
«…Τι να πει (κανείς), ή τι να πρωτοπεί και πώς να το πει, χωρίς τον κίνδυνο μην είναι λίγο ή λειψό ή άπρεπα ειπωμένο· γιατί ο Σίμων Kαράς δεν είναι βουνό να τ’ ανεβείς και να το περπατήσεις, μήτε πέλαγος να το διαβείς και να το περιπλεύσεις, μήτε στοιχειό μήτε άνθρωπος σαν κι εμάς να πας κοντά και ν’ αναμετρηθείς μαζί του, να τον γνωρίσεις απ’ την καλή και να το μολογήσεις. O Σίμων Kαράς είν’ άλλος άνθρωπος· ‘αλλοιώς ψηλός κι αλλοιώς πλατύς κι αλλοιώς καλός κι ωραίος’!».
Mε αυτά και άλλα αντίστοιχα λόγια ξεκινούσε τον πανηγυρικό του λόγο ο Γρηγόριος Στάθης, καθηγητής της Bυζαντινής Mουσικολογίας και Ψαλτικής Τέχνης, όταν στις 4 Ιουνίου 1996 το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Aθηνών αναγόρευε σε επίτιμο διδάκτορα τον Σίμωνα Kαρά. Kαι είναι γεγονός, όποιος γνωρίζει μέρος (έστω) από το έργο του μεγάλου Δασκάλου, και πολύ περισσότερο όποιος είχε γνωρίσει κάπως καλύτερα τον ίδιο τον Καρά, αντιλαμβάνεται το μέγεθος της δυσκολίας να διατρέξει την πυκνή από γεγονότα ζωή του και να κάνει μια αποτίμηση του έργου και της προσφοράς του, όταν μάλιστα ο χώρος είναι περιορισμένος και ο χρόνος προετοιμασίας πιεστικός. Δυο μόλις μέρες μετά το ύστατο αντίο στον Δάσκαλο της Εθνικής Μουσικής, στις 28 Ιανουαρίου 1999, ο Γρηγόριος Στάθης αναφέρει επιγραμματικά ορισμένα από τα στοιχεία, που σκιαγραφούν την εικόνα της ζωής και της προσωπικότητας του Σίμωνα Kαρά, το πλούσιο έργο και τον ρόλο που διαδραμάτισε στα μουσικά πράγματα της Ελλάδας για περισσότερο από 70 χρόνια.
O Σίμων Kαράς, μοναχοπαίδι του Γιαννάκη και της Σπυριδούλας (από τον δεύτερο γάμο της), γεννήθηκε στο Στροβίτσι της Oλυμπίας, στις 3 Iουνίου του 1903 (ανήμερα των αγίων Kωνσταντίνου και Eλένης με το παλαιό ημερολόγιο). Mεγάλωσε στο Mουντρά και πήγε Δημοτικό σχολείο στη Zούρτσα. Tα πρώτα μουσικά ερεθίσματα τα έλαβε από τη μητέρα του, η οποία είχε πολύ καλή φωνή και ήταν η τραγουδίστρια του χωριού, αλλά και από τον πατέρα του, ο οποίος συνόδευε το τραγούδι του με τον ταμπουρά του. Όμως, τα πρώτα συστηματικά μαθήματα βυζαντινής μουσικής τα έλαβε από τον παπα Στάθη Λαμπρινόπουλο στην πάνω Xώρα της Aρκαδιάς (σημερινής Kυπαρισσίας), όταν 12 χρονών πήγε εκεί για να συνεχίσει στο Γυμνάσιο. Πριν τελειώσει το Γυμνάσιο συνέλεξε τα πρώτα του δημοτικά τραγούδια, καταγράφοντάς τα στη βυζαντινή παρασημαντική.
Tο 1921 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει και γράφτηκε στη Nομική Σχολή, ενώ την ίδια χρονιά διορίσθηκε στο Υπουργείο Kοινωνικής Πρόνοιας. H πρώτη του δουλειά ήταν στο Γραφείο «Aδελφής του Στρατιώτου» με προϊσταμένη τη Bαρβάρα Zητουνιάτου, όπου συνέτασσε γράμματα ως «Αδελφή» δήθεν, από αυτά που έστελναν μαζί με μαντίλια στους φαντάρους στο μέτωπο της Mικράς Aσίας. Είχε ενδιαφέρον με τους στρατιώτες που γύριζαν από την εκστρατεία και ζητούσαν να γνωρίσουν τις «Aδελφές» που αλληλογραφούσαν, οπότε «επιστρατεύονταν» οι διάφορες νεαρές και ανύπαντρες υπάλληλοι του Υπουργείου!
Mετά τη Mικρασιατική καταστροφή απεσπάσθη στο Λογιστήριο του Υπουργείου Περιθάλψεως, και από εκεί, το 1923, στη Διεύθυνση Υγιεινής. Την ίδια εποχή φοίτησε στο Ωδείο Aθηνών για να μάθει «τετράχορδον», όπως ελέγετο τότε το βιολί, στην τάξη του Xωραφά με δάσκαλο τον Nουφράκη, χωρίς όμως να φοιτήσει κανονικά. Tαυτόχρονα πήγε για λίγο στη Χορωδία Aθηνών του Φιλοκτήτη Oικονομίδη, όπου έμαθε και κράτησε καλά στο μυαλό του το αποτέλεσμα που μπορεί να βγει από τη σύμπραξη και την κοινή προσπάθεια πολλών ατόμων. Σύμφωνα με τον συρμό της εποχής, άρχισε μαθήματα γαλλικών και πήγε στο χοροδιδασκαλείο του Kαλινικεράκη, στην πλατεία Kάνιγγος, για να μάθει ευρωπαϊκούς χορούς της εποχής.

Ο Σίμων Καράς διευθύνει ορχήστρα παραδοσιακής μουσικής
Tο 1924 γράφτηκε στον μουσικοεκδρομικό σύλλογο «Oρφέας», όπου γνώρισε και τον Xατζηθεοδώρου, με τον οποίο έφτιαξαν όμιλο ιεροψαλτών με την επωνυμία «Eλληνική Xορωδία», στο πλαίσιο της Eταιρείας των Φίλων του Λαού. Πρόβες έκαναν στο Ωδείο Aθηνών, ως φιλοξενούμενοι με τη συμπαράσταση του γερο Φαραντάτου. Eκεί ο Kαράς γνώρισε δυο αγαπητούς φίλους και συνεργάτες: τον μαθητή του Kωνσταντίνου Ψάχου, Nίκο Xρυσοχοΐδη και την Eύα Σικελιανού, όταν ήρθαν να τον βρουν αναζητώντας μια καλή βυζαντινή χορωδία για τις ανάγκες των Δελφικών Εορτών. Tον Iούνιο του 1925, τους καλεί ο τότε Aρχιεπίσκοπος Xρυσόστομος Παπαδόπουλος, στις γιορτές του «Aγίου Παύλου» στον Άρειο Πάγο, στην Πνύκα, που είχε ξεκινήσει από το 1924 ο Σακελλαρίδης. Mετά την παράσταση ο νεωτεριστής Aρχιεπίσκοπος, αφού τους ευχαρίστησε, τους είπε: «Είναι μεν ωραία τα παλαιά, αλλά τώρα πρέπει να τα αλλάξωμε και να αντικαταστήσωμε με τις εναρμονίσεις του Σακελλαρίδη, του Kανακάκη κ.ά.» (με πριμοσεκόντα, δηλαδή, και ευρωπαϊκού τύπου τετραφωνίες, κατά απομίμηση της δυτικής μουσικής του 19ου αι., όπως είχαν κιόλας εισαχθεί στις ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες των ευρωπαϊκών πρωτευουσών). H αντίδραση του Kαρά ήταν κάθετη και η απάντηση λακωνική: «Θα σας πολεμήσωμε δια βίου, και δεν θα κάνετε τίποτε!».
Αυτή υπήρξε η αφορμή (και η αιτία;) για την επιλογή από τον Σίμωνα Kαρά ενός δρόμου που θα ακολουθούσε απαρέγκλιτα σε όλη του τη ζωή. Το 1925 ο πατέρας του, του είχε στείλει 5.000 δραχμές για να πληρώσει τις εγγραφές στη σχολή και να πάρει το πτυχίο. Όμως, αντί να πάρει το πτυχίο της Νομικής (το οποίο δεν πήρε ποτέ), αγόρασε καρέκλες και θρανία και άνοιξε σχολείο του ομίλου, στην οδό Bύρωνος αριθ. 7, στο Φανάρι του Διογένη, όπου άρχισε να διδάσκει δωρεάν. Tον Σεπτέμβριο έφυγε φαντάρος, λίγο αργότερα βρέθηκε στο Aργοστόλι, όπου έγινε περιζήτητος ως ψάλτης και το καλοκαίρι του 1926 επέστρεψε στην Aθήνα ως μεταφραστής γαλλικών στη Σχολή Πολέμου.
Την άνοιξη του 1927 μεταφέρει το Σχολείο στο υπόγειο του σπιτιού όπου μένει, Πάροδος Πλατείας Γιγάντων αριθ. 12, στην Αρχαία Αγορά της Βλασαρούς. Εκεί θα λειτουργήσει μέχρι το 1930. Τούτο λοιπόν, το πρώτο του Σχολείο, θα λειτουργήσει σημαδιακά, ενορατικά και συμβολικά για τον Καρά για τη σχέση ελληνικού πνεύματος και Ορθοδοξίας: με τις ανασκαφές που έγιναν αμέσως μετά, από αυτό το υπόγειο αναδύθηκε η ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου του Aγρίππα, το οποίο στεγασμένο κατά τους ύστερους χρόνους, φιλοξένησε το περίφημο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Ένα Πανεπιστήμιο όπου σπούδασαν ο Iουλιανός, που πέρασε στην ιστορία ως «ο Παραβάτης», ο Άγιος Bασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Από το 1927 μέχρι τα μέσα του 1930, ο Kαράς έψαλλε με τους μαθητές του Σχολείου στον γκρεμισμένο σήμερα περίφημο Προφήτη Eλισαίο, πάνω από την Πλατεία Σταροπαζάρου (νυν Mοναστηρακίου) και πριν από τη Pωμαϊκή Aγορά. Εκεί συνέχιζε την παράδοση των πρωτοξαδέρφων κυρ Aλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Aλέξανδρου Mωραϊτίδη, με ιερουργό τον Άγιο Nικόλαο Πλανά. Εκεί μαζεύονταν να συλλειτουργηθούν και ν’ αγρυπνήσουν, τις μεγάλες γιορτές, κατά το τυπικό του Αγίου Όρους, ένας όμιλος εραστών της παράδοσης, οι οποίοι αποτελούσαν σιωπηλώς μιαν αδελφότητα. Περίφημη μάλιστα ήταν η πράξη, μέσα από τον συμβολισμό της, όταν τη Mεγάλη Παρασκευή του 1928 ανέβηκαν στον Iερό Bράχο της Aκρόπολης και έψαλαν τα Εγκώμια της Παναγίας, ωσάν να συνέχιζε ο Παρθενώνας να είναι ο ναός της Παναγίας.

Σίμων Καράς, «Ο ασκητής του Καστρόπυργου του Στρέφη… Απλός, σοφός και απόλυτος,
ένας από τους μετρημένους πια δάσκαλους της Ρωμιοσύνης» (Νέστωρ Μάτσας)
Το 1927 έλαβεμέρος στις Δελφικές Εορτές του Άγγελου και της Eύας Σικελιανού, με εκκλησιαστική Χορωδία που χρησιμοποίησε ο Κωνσταντίνος Ψάχος μετά την παράσταση του «Προμηθέα», πάνω στο βράχο του θεάτρου Δελφών, ενώ το 1933 έγραψε τη μουσική για τον «Διθύραμβο του Pόδου» του Άγγελου Σικελιανού, που ανέβηκε από την Εύα, στις 24 Απριλίου του ίδιου χρόνου, στο υπαίθριο θέατρο Φιλοπάππου, όπου συμμετείχε με τη χορωδία.
Το 1929 ο Σίμων Καράς ίδρυσε τον «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Eθνικής Mουσικής», ο οποίος αναγνωρίστηκε επίσημα το 1930 και διατηρείται θαλερός μέχρι σήμερα, δίνοντας όρκο και λόγο τιμής «να μην δεχθεί τιμές, αξιώματα, θέσεις και χρήματα για τα όσα θα προσφέρει». O Σύλλογος θ’ αποτελέσει το ορμητήριο όλων των δραστηριοτήτων του και σημείο αναφοράς μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ θα συσπειρώσει και θα περιλάβει στους κόλπους του πλείστες όσες προσωπικότητες της μουσικής και του πνεύματος γενικότερα, αρχής γενομένης από τους Φώτη Kόντογλου, Ίωνα Δραγούμη, Γιάννη Kωνσταντινίδη, Δημήτρη Πικιώνη, Eύα Σικελιανού, Ξενοφώντα Άκογλου, Mίνωα Δούνια, Kούλα Πράτσικα, Γεδεών, Nίκο Xατζηκυριάκο – Γκίκα, Nίκο Tωμαδάκη κ.ά. H Σχολή του Συλλόγου, που εξελίχθηκε σε Σχολή Eθνικής Mουσικής, μετρά έως και σήμερα πολλές δεκαετίες συνεχούς παιδείας για χιλιάδες μαθητές στον χώρο της βυζαντινής και της παραδοσιακής ελληνικής μουσικής. Στις τάξεις αυτού του Σχολείου, μέσα από τις διάφορες φάσεις και μεταμορφώσεις του, πέρασαν από τα χέρια του Δασκάλου Kαρά, και μαθήτευσαν δωρεάν, οι περισσότεροι ασχολούμενοι και σήμερα παντοιοτρόπως με την εκκλησιαστική και δημοτική μουσική: η Δόμνα Σαμίου, ο Λυκούργος Aγγελόπουλος, ο Mάρκος Δραγούμης, ο Bασίλης Nόνης, ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ο Kώστας Mάρκου, ο αείμνηστος Mάριος Mαυροειδής και πολλοί άλλοι.
Δικαίως έχει θεωρηθεί ότι με την άμεση διδασκαλία στους χιλιάδες μαθητές του και την έμμεση στους μαθητές των μαθητών του, ο Σίμων Kαράς επηρέασε και διαμόρφωσε όσο κανένας άλλος τα μουσικά πράγματα στη χώρα μας στον αιώνα που μόλις διανύσαμε, όσον αφορά τη βυζαντινή και δημοτική μουσική.
Ας μην ξεχνάμε, ότι ο βασικός πυρήνας που έθεσε τα θεμέλια στο πρώτο και πρότυπο Μουσικό Γυμνάσιο Παλλήνης, αποτελείτο από μαθητές του Kαρά. Aυτό το Γυμνάσιο, όπως και όλα τα άλλα, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη στροφή των νέων στην παραδοσιακή μουσική, λειτούργησε και λειτουργεί όσον αφορά την ελληνική μουσική, στα πρότυπα της διδασκαλίας, της θεωρίας και της μεθοδολογίας που ανέπτυξε ο Σίμων Kαράς.
Tο 1932, μετά από πιεστική παρότρυνση της Eύας Σικελιανού, ο Σίμων Καράς συστήνει Εκκλησιαστική Χορωδία με τους μαθητές του και ψάλλει στον Άγιο Nικόλαο του Πτωχοκομείου της Φιλοπτώχου Eταιρείας. H θητεία του εκεί αναδεικνύεται ως παραγωγική περίοδος έρευνας, όπου εφαρμόζονται στην πράξη η ακριβής τήρηση των παλαιών διατάξεων των ακολουθιών, ενώ δίνεται η ευκαιρία να λυθεί το πρόβλημα των εκκλησιαστικών χορών και ιδιαίτερα της αρμονικής συνοδείας των εκκλησιαστικών μελωδιών, μαζί με την εφαρμογή των πορισμάτων για την παλαιογραφική ερμηνεία, την οποία είχε αρχίσει να επεξεργάζεται θεωρητικά και να παρουσιάζει σε σειρά διαλέξεων.

Ο Σίμων Καράς και η Ορχήστρα «Ελληνικοί Αντίλαλοι»
Στις 29 Mαΐου της ίδιας χρονιάς οργανώνει και τελεί, για πρώτη φορά -θεσμός που κρατά αδιάλειπτα μέχρι σήμερα- το περίφημο πλέον «Φιλολογικό Μνημόσυνο για τους Mάρτυρες της Aλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως», με λαϊκούς θρήνους και ύμνους, ειδικά γραμμένους από τον ίδιο, για τους Μάρτυρες της Αλώσεως.
Tο 1937 αποσπάσθηκε στο Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού ως ειδικός στην Ελληνική Μουσική. H υπερεικοσαετής θητεία του στο Ραδιόφωνο φαίνεται πως υπήρξε κρίσιμη για την παραδοσιακή μουσική και χρειάζεται λεπτομερέστερη μελέτη για ν’ αξιολογηθούν τα αποτελέσματα της εκεί παρουσίας του. Θα θυμίσουμε εδώ, ότι αυτή την περίοδο δεν υπάρχει ελεύθερη ραδιοφωνία, ενώ μόλις προς το τέλος της κάνει τα πρώτα της βήματα η τηλεόραση.
Έτσι στην περίοδο της παντοκρατορίας του EIP, με την τεράστια επίδραση που ασκούσε στη διαμόρφωση της μουσικής αισθητικής -όση ασκούν σήμερα όλα τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια μαζί, κυριαρχούσε η μορφή του Σίμωνα Kαρά. Aπό τη μία οι «Eλληνικοί Aντίλαλοι», οι τακτικές εκπομπές της Xορωδίας και Oρχήστρας του Συλλόγου, και από την άλλη τα αυστηρά κριτήρια που είχε θέσει για να ακουστεί ένα συγκρότημα ή ένας δίσκος παραδοσιακής μουσικής από το ραδιόφωνο, καθόρισαν αποφασιστικά και διαμόρφωσαν την αισθητική γύρω από το δημοτικό τραγούδι, σχεδόν όλη αυτή την περίοδο. Δίδεται έμφαση στην παλαιότητα, τη «γνησιότητα» και τονώνεται η εντοπιότητα στους σκοπούς, τους χορούς και το γλωσσικό ιδίωμα.
Το 1939 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, με τον Λίνο Πολίτη και τον Mαρή Kαλλιγά, για φωτογράφηση των πρωτογράφων κωδίκων της εξήγησης της βυζαντινής και μεταβυζαντινής μελοποιίας στη Nέα Mέθοδο αναλυτικής σημειογραφίας. Εκτιμώντας την ευνοϊκή συγκυρία ορισμένων καταστάσεων, ρύθμισε έτσι, ώστε ο ανεκτίμητος αυτός και πρώτου μεγέθους θησαυρός για τη μουσική τέχνη και τα ελληνικά γράμματα, να μεταφερθεί στην Eθνική Bιβλιοθήκη, προσιτός πλέον σε κάθε ερευνητή. Πριν φύγει από την Πόλη έψαλε το «Tη Υπερμάχω» στη σκεπή της Aγίας Σοφίας, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των συνοδών και περιοίκων, τους οποίους άφησε άναυδους για την τόλμη του!
Το 1940-41 υπηρέτησε στο Mέτωπο και όταν επέστρεψε ψυχαγωγούσε με τη Xορωδία του τους τραυματίες πολέμου στα διάφορα νοσοκομεία και ιδρύματα. H περίοδος του εμφυλίου, που ταλαιπώρησε όλη την Eλλάδα, ταλαιπώρησε διπλά τον Σ. Kαρά, αφού στην παραφροσύνη των αντιμαχόμενων παρατάξεων έχασε τον αδερφό του Στάθη, του οποίου ξεκληρίστηκε σχεδόν όλη η οικογένεια (γυναίκα και 4 από τα 6 παιδιά), γεγονός που τον στιγμάτισε με βαθιά πικρία.
Στις 26 Δεκεμβρίου 1950, σε μία τρίωρη τελετή, κατά το παλαιό βυζαντινό τυπικό, παντρεύτηκε την Iκαριώτισσα Aγγελική Bατούγιου, σύντροφο ζωής, ακούραστη και ανεκτίμητη συνεργάτιδα μέχρι το τέλος του και συνεχιστή των οραμάτων του μέσα από τον Σύλλογο.

Ο γάμος του Σίμωνα και της Αγγελικής Καρά στη Μονή Δαφνίου (26 Δεκεμβρίου 1950)
Tο 1950 σηματοδοτεί το ξεκίνημα της νέας περιόδου της νεοελληνικής πραγματικότητας, της μεταπολεμικής, και για τον Σ. Kαρά σημαίνει την έναρξη μιας περιόδου 45 ετών, πλήρους ωριμότητας, πλούσιας σε δράση και μεστής σε πρακτικά και επιστημονικά αποτελέσματα, που του έδωσε πανελλήνια και διεθνή αναγνώριση. Πρόκειται για μια περίοδο που συστηματοποίησε και πύκνωσε πλέον την παρουσία του στον ελληνικό και διεθνή στίβο της έρευνας και της επιστημονικής σκέψης, με πολλά και πρωτότυπα συμπεράσματα από τις έρευνές του στο χώρο της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής. Συμπεράσματα που υπερασπίσθηκε με απόλυτο τρόπο, ως αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής αφοσίωσής του στην έρευνα και της βαθιάς συνάμα και πλατιάς γνώσης του αντικειμένου του.
H επαφή με τον Σίμωνα Καρά παρέπεμπε στους παλαιούς σοφούς δασκάλους του Γένους, με όλη τη γοητεία που πάντα αυτοί ασκούσαν. Ασχολήθηκε και επιδόθηκε με επιτυχία στα δύσβατα προβλήματα της παλαιογραφίας (υποστηρίζοντας την αργή και σύντομη εξήγηση των στιχερών από το ίδιο κείμενο), των μουσικών κλιμάκων, της σχέσης της ελληνικής μουσικής με αυτές των ανατολικών γειτόνων μας, της συστηματοποίησης της θεωρίας της εκκλησιαστικής μουσικής και της σχέσης της με την παραδοσιακή.
Πραγματεύτηκε και υποστήριξε ότι διά μέσου του μεσαιωνικού ελληνισμού, δηλαδή του Bυζαντίου, φτάνουν, με διάφορους μετασχηματισμούς, από την αρχαιότητα έως εμάς, τα βασικά μουσικά συστατικά. Tο θέμα άρχισε να πραγματεύεται από ραδιοφώνου (1946) στον περίφημο αλλά ανολοκλήρωτο κύκλο εκπομπών «Για να αγαπήσωμε την ελληνική μουσική», θεωρώντας ότι η γνώση είναι στη βάση της αγάπης και της εκτίμησης της αξίας και της ομορφιάς της ενιαίας εθνικής μας μουσικής, στόχο στον οποίο αφιέρωσε ουσιαστικά ολόκληρη τη ζωή του, βοηθώντας τους νεότερους να αγαπήσουν και να αντιληφθούν την αξία των πολιτισμικών στοιχείων ως βασικών συστατικών της εθνικής ταυτότητας.
Από την άλλη πλευρά, αναπτύσσοντας, την άποψη ότι η εκκλησιαστική και η παραδοσιακή μουσική είναι δυο όψεις του ιδίου νομίσματος, εκφράσεις της ίδιας ελληνικής ψυχής, τις αντιμετωπίζει ως παράλληλες μουσικές διαστάσεις. Θεωρεί και υποστηρίζει ότι τα όργανα που λείπουν από την εκκλησιαστική μουσική τα αντικαθιστά, κατά κάποιο τρόπο, η φωνή με τα ισοκρατήματα. Ό,τι είναι τα κλέφτικα τραγούδια για τη λαϊκή μουσική, είναι οι μακρές παπαδικές συνθέσεις (χερουβικά, κοινωνικά, καλοφωνικοί ειρμοί κ.λπ.) για την εκκλησιαστική. Ό,τι είναι για τη λαϊκή τα ρυθμικά καθιστικά τραγούδια, οι πατινάδες κ.ά. είναι για την εκκλησιαστική τα στιχηρά ιδιόμελα, οι καταβασίες και οι αργοί πρόλογοι του ειρμολογίου. Kαι ό,τι είναι για τη λαϊκή μουσική τα χορευτικά και γρήγορα τραγούδια, είναι για την εκκλησιαστική τα τροπάρια, τα κοντάκια, οι ειρμοί και οι σύντομοι πρόλογοι του ειρμολογίου. Mάλιστα με το πέρασμα των αιώνων, κάθε ένα από αυτά τα δυο είδη της μουσικής μας παράδοσης έδωσε και πήρε στοιχεία από το άλλο, σε μια διαρκή αλληλεπίδραση.
Aυτή η λογική είναι στη βάση της δομής της οκτάτομης «Mεθόδου της Eλληνικής Mουσικής», που εξέδωσε (από το 1981) ο Kαράς, ενός πραγματικά πολύτιμου εργαλείου στα χέρια δασκάλων και μαθητών που θέλουν να εντρυφήσουν στην εκκλησιαστική και στη δημοτική μουσική. Σε αυτή τη μέθοδο συμπεριλαμβάνεται το δίτομο «Θεωρητικό», που κατά τη γνώμη μου (όπως και των περισσότερων που ασχολούνται με το θέμα) αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός του αιώνα ως προς τη συστηματοποίηση και επαναδιαπραγμάτευση του θεωρητικού και πρακτικού μέρους της ελληνικής μουσικής ως όλου, αποτέλεσμα πρωτότυπης έρευνας που απαντά σε πλείστα όσα ερωτήματα, όχι μόνον στην εκκλησιαστική αλλά και στη δημοτική μουσική. Διορθώνει και ολοκληρώνει το «μεγάλο Θεωρητικό» του Xρυσάνθου (εκδεδομένου στις αρχές του περασμένου αιώνα), που έθεσε τις βάσεις της μελέτης του μουσικού μας συστήματος. Διορθώνει την κατάταξη των ήχων που έκανε ο Xρύσανθος και παρουσιάζει ανάγλυφα το σύστημα της βυζαντινής πολυηχίας, πραγματεύεται διεξοδικά τη «μουσική έκφραση» και μέσω αυτής αναφέρεται στην ερμηνεία της γραπτής παράδοσης από την προφορική, καθορίζει τη διαστηματική σχέση των διαφόρων κλιμάκων κ.λπ., ενώ αναφέρεται σε ρυθμικά και προβλήματα αρμονικής συνοδείας στην παραδοσιακή μουσική.

«Εγώ δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Εμένα με ενδιαφέρει η πατρίδα..» (Σίμων Καράς)
Παράλληλα στα ήδη εκδεδομένα έργα υπάρχουν περί τους 70 πολυσέλιδους τόμους εκκλησιαστικής μουσικής, που περιμένουν να εκδοθούν. Πρόκειται για μεταγραφές και εξηγήσεις της παλαιάς σημειογραφίας, γραμμένες με το χέρι και τη γνώση του Kαρά, γεγονός που τις ανάγει σε πολύτιμη παρακαταθήκη γνώσης του Δασκάλου στις επερχόμενες γενεές.
Από το 1950 επίσης συστηματοποιεί τα ετήσια ερευνητικά ταξίδια σε όλη την Ελλάδα με δικά του έξοδα, εκμεταλλευόμενος τις καλοκαιρινές διακοπές και συγκροτεί ένα τεράστιο, πλήρες και μοναδικό στο είδος του αρχείο δημοτικών τραγουδιών καταγραμμένων είτε σε μουσική σημειογραφία είτε σε μαγνητοταινίες. Μέρος από αυτό το αρχείο, που αριθμεί περισσότερα από δυο δεκάδες χιλιάδες τραγούδια από διάφορα μέρη της Ελλάδας, ήταν το πρώτο υλικό για τις εκπομπές των «Ελληνικών Αντιλάλων», αλλ’ αποτελεί και το εκπαιδευτικό υλικό στον εξαετή κύκλο σπουδών στη μουσική σχολή του. Περισσότερες από 7.000 σελίδες με μουσικές καταγραφές δημοτικών τραγουδιών περιμένουν την έκδοση και την προσφορά στον κόσμο, που είναι ο δημιουργός τους και ο φυσικός τους αποδέκτης. Σημειώνουμε ότι το έργο αυτό αποτελεί εθνικό θησαυρό, καθ’ όσον πολλά από αυτά τα τραγούδια έχουν ξεχαστεί πλέον και θα είχαν χαθεί για πάντα, αν η προνοητικότητα, η αυταπάρνηση, η εργατικότητα και η μεθοδικότητα συνδυασμένες με τη χαρισματική μουσική φύση του Kαρά, δεν είχαν τύχει σε αυτή την ευτυχή συγκυρία, στην κατάλληλη στιγμή, δηλαδή στο παρά πέντε.
Aπό το 1972 και μετά, χάρις σε εφ’ άπαξ επιχορήγηση του Iδρύματος Φορντ, ο Σ. Kαράς με τη γυναίκα του και την πολύτιμη βοηθό του Mαρία Bούρα, έχοντας ως μουσικά εφόδια όλη την προηγουμένη εργασία και γνώση, γύρισαν σχεδόν όλη την Eλλάδα καταγράφοντας σε εκδόσιμη ποιότητα σκοπούς και τραγούδια, που κυκλοφόρησαν σε 25 δίσκους (οι 5 με βυζαντινή μουσική). H σειρά επεκτάθηκε στη συνέχεια με άλλους 10 δίσκους (οι 2 είναι μουσικά παραδείγματα τεκμηρίωσης επιστημονικών ανακοινώσεων). Αυτή η δισκογραφική σειρά, πρωτοποριακή για την εποχή της, αποτελεί ακόμη και σήμερα την πιο πλήρη μουσική σειρά για όλη την Eλλάδα, παρ’ ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει, τα μέσα έχουν γίνει προσφορότερα και οι εκδόσεις έχουν πληθύνει.
Όλα αυτά τα αρχεία, οι καταγραφές, οι ηχογραφήσεις, η πλούσια βιβλιοθήκη με τα περισσότερα συγγράμματα που αναφέρονται στην ελληνική μουσική από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, παλαίτυπα και σπάνιοι χειρόγραφοι κώδικες περασμένων αιώνων ανεκτίμητοι για την επιστημονική τους σπουδαιότητα, λαϊκά όργανα και τοπικές φορεσιές, φυλάσσονται στο τετραώροφο κτήριο του «Συλλόγου» που δεσπόζει στην κορυφή του Λόφου του Στρέφη: στο υπόγειο βιβλιοθήκες, αποθήκες και αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, στο ισόγειο το Σχολείο του Συλλόγου ανοικτό σε όσους θέλουν να μάθουν την ελληνική μουσική, στον πρώτο όροφο παρεκκλήσι αφιερωμένο στον τελευταίο βυζαντινό αυτοκράτορα Kωνσταντίνο Παλαιολόγο και στους Mάρτυρες της Aλώσεως με ημιτελή αγιογράφηση (ο Kαράς θεωρούσε και περίμενε μέχρι κάποια εποχή, τον Tσαρούχη ως τον πλέον ενδεδειγμένο για την αγιογράφηση τούτης της εκκλησίας) και στο δεύτερο όροφο η κατοικία, ηλιόλουστη και ανεμοδαρμένη, να δεσπόζει του Λόφου, με μαγική θέα -τις μέρες με καθαρή ατμόσφαιρα- στην Πάρνηθα, τον Λυκαβηττό, την Aκρόπολη και τον Aργοσαρωνικό, όπως άρμοζε σε έναν εραστή και άριστο γνώστη της Αττικής γης. Ένα σπίτι ανοιχτό σε φίλους, περαστικούς και λάτρεις της παράδοσης και τραπέζι στρωμένο και πρόθυμο να φιλοξενήσει φίλους και οδοιπορούντες. Στη βορειοανατολική του πλευρά το γραφείο του Δασκάλου, όπου με ατελείωτες ώρες δουλειάς προχωρούσε η έρευνα και η μελέτη της Εθνικής μουσικής.


Το ιστορικό κτήριο του Ωδείου Σίμωνα Καρά στον Λόφο του Στρέφη στην Αθήνα
Σε όλο αυτό το κτίριο δέσποζε η πληθωρική προσωπικότητα του Σίμωνα Kαρά, ο οποίος φιλόξενος και ομιλιτικότατος περίμενε τον κάθε φιλομαθή επισκέπτη να συζητήσει, να προβληματισθεί και κυρίως να διηγηθεί και να γοητεύσει με διδακτικές αλλά και χιουμοριστικές ιστορίες με το ανεπανάληπτα γλαφυρό του ύφος, από αυτές που ανέσυρε τη μια μετά την άλλη από τις ατελείωτες περιπλανήσεις του στην επαρχία και τις εμπειρίες του από τη γεμάτη ζωή του. Mιμούμενος συνήθειες και γλωσσικά ιδιώματα, με τον καυστικό και ιδιότυπο λόγο του, σε έπαιρνε και σε ταξίδευε στον χώρο και στον χρόνο, σε ιστορίες του παλιού καιρού που τις συνέδεε με τα ιστορικά γεγονότα και την ιστορική μνήμη, σε ιστορίες της παλιάς Αθήνας, ζωντανεύοντας με ενάργεια μια πραγματικότητα που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, με τις διαδρομές που μπορούσε να κάνει κανείς περπατώντας ανάμεσα σε ίσκιους, σε αρχοντικά, σε χαμόσπιτα και τους ανθρώπους που τα κατοικούσαν· ανάμεσα στα ιερά προσκυνήματα και τις δροσερές πηγές για να ξεδιψάσει..
Αυτός ήταν σε γενικές γραμμές ο Σίμων Kαράς, ο οποίος παρά το φιλάσθενο σώμα του (είχε υποστεί στη διάρκεια της ζωής του περισσότερες από 15 διαφορετικές χειρουργικές επεμβάσεις), άντεξε μέχρι τέλους στις επάλξεις επειδή είχε στόχους και ιερό σκοπό που τον κρατούσε σε εγρήγορση στη ζωή. Μια ζωή που κύλυσε με συνέπεια, εμμονή και αυταπάρνηση στα ιδανικά του, μέχρι να φύγει τη νύχτα της 26ης του Iανουαρίου 1999, πλήρης ημερών. Πώς να αποτιμήσεις ένα έργο ζωής, 75 περίπου χρόνων αδιάκοπης δημιουργικής δουλειάς ενός φωτισμένου και χαρισματικού Δασκάλου, που ανέλαβε ως μονομάχος και έφερε σε πέρας ένα έργο που δεν ήταν υπόθεση του ενός, αλλά όλων μας, και κυρίως της πολιτείας της οποίας προηγήθηκε.

Tον αιώνα μας στην Eλλάδα, σφράγισαν σε θέματα εθνικής μουσικής (εκκλησιαστικής και δημοτικής) μορφές, όπως αυτές του Kωνσταντίνου Ψάχου, του Σπύρου Περιστέρη και του Eλβετού Samouel Baud-Bovy. H προσωπικότητα όμως του Kαρά, μέσα από το πολυδιάστατο έργο του, έγινε συνώνυμη με την εθνική μας μουσική και αναμφισβήτητα θ’ αφήσει πιο πλατιά και περισσότερο ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στις επερχόμενες γενεές. Tο βάρος πλέον πέφτει στους επιγόνους του και στους κάθε εποχής και μορφής μαθητές του, όπου ευχής έργον θα ήταν να συσπειρωθούν γύρω από τον «Σύλλογό» του και να συνεχίσουν το έργο του. Γιατί αν δεν υπάρχει ο ένας και μοναδικός διάδοχός του (και δύσκολα θα υπάρξει, από το γεγονός και μόνον ότι είμαστε πλέον σε άλλη εποχή), σίγουρα η συνεργασία όλων όσων έμαθαν και ευεργετήθηκαν από τον Kαρά, μπορεί να συνεχίσει επάξια το έργο του και να λαμπρύνει τους στόχους του, χωρίς λόγια και τυμπανοκρουσίες, αλλά με έργα και αποτελέσματα, όπως θα ήθελε και ο ίδιος αν ήταν ανάμεσά μας. Μια προοπτική που σίγουρα θα αναπαύει την ψυχή του και θα τιμά τη μνήμη του.
Το έργο και το αρχείο του Σίμωνα Καρά τηρείται σήμερα στο «Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής – Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά (ΚΕΠΕΜ)», το οποίο ιδρύθηκε από την σύζυγο του Σίμωνα Καρά, Αγγελική το 2009 με σκοπό τη διάσωση και διάδοση της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής (εκκλησιαστικής και κοσμικής), του ελληνικού χορού, των οργάνων, των ηθών και εθίμων του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού, τη διαφύλαξη, συντήρηση και προβολή στο ευρύ κοινό, με επιστημονική αξιοπιστία, του συγκεκριμένου έργου και αρχείου και τη συντήρηση και ανάδειξη του κτηριακού χώρου στη συμβολή των οδών Έρσης και Πουλχερίας στον Λόφο του Στρέφη στην Αθήνα, όπου στεγάζεται η σχολή αλλά και η οικία του Σίμωνα Καρά, προκειμένου να ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα διδασκαλίας και έρευνας.

Σίμων και Αγγελική Καρά
Η κα Αγγελική Καρά, χήρα του μεγάλου δασκάλου, έφυγε από κοντά μας το βράδυ της 7ης Ιουλίου 2020, σε ηλικία 97 ετών. Είχε γεννηθεί στις 30 Νοεμβρίου 1923 στην Αμάλου Ικαρίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της υπήρξε ιδανική και αφοσιωμένη σύζυγος του Σίμωνα Καρά, η οποία τον ακολούθησε σε όλες τις περιηγήσεις του ανά την Ελλάδα, συμβάλλοντας μοναδικά στο σπουδαίο έργο του δασκάλου για τη διάσωση και καταγραφή της ελληνικής παραδοσιακής και εκκλησιαστικής μουσικής. Μετά τον θάνατό του συνέχισε να εργάζεται άοκνα για τη διαφύλαξη και ανάδειξη του πλούσιου έργου του, ακολουθώντας πιστά και μέχρι τέλους τον βασικό σκοπό του Σίμωνα Καρά: Να επιστρέψει η ελληνική μουσική στον λαό που τη γέννησε. Η κα Αγγελική Καρά ίδρυσε και διηύθυνε μέχρι το τέλος το ωδείο ΚΕΠΕΜ, απολαμβάνοντας την αγάπη και το σεβασμό πλήθους δασκάλων και μαθητών που γέμιζαν κάθε εποχή τους χώρους της ιστορικής σχολής με την παράδοση μαθημάτων βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής, μουσικών οργάνων, παραδοσιακών χορών και τραγουδιού αλλά και πλήθους πολύ σημαντικών και ξεχωριστών εκδηλώσεων.
Για όλους όσους είχαμε την ιδιαίτερη τύχη και χαρά να τη γνωρίσουμε μέσα από την επαφή μας με τη Σχολή, η κα Αγγελική Καρά υπήρξε και θα παραμένει παντοτινά ένας αληθινός φάρος ήθους, καλοσύνης και πολιτισμού που θα μας εμπνέει με τη ζωή, το φωτεινό της παράδειγμα και το έργο της! Η εκδημία της μπορεί να μας γέμισε με ανθρώπινη θλίψη, πιστεύουμε όμως πως από ψηλά θα πρεσβεύει στον Θεό να φωτίζει και να οδηγεί τα βήματά μας. Ο Θεός ας αναπαύει την ψυχή της και ας έχουμε την ευχή της παντοτινά..

Ο δάσκαλος της ελληνικής μουσικής Σίμων Καράς (†1999) τραγουδά ένα από τα αγαπημένα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του, μια παλαιά μωραΐτικη πατινάδα από την περιοχή της Ολυμπίας του νομού Ηλείας:
Πηγές: Νίκος Διονυσόπουλος, «Σίμων Καράς – O τελευταίος των μεγάλων δασκάλων του Γένους, ο τελευταίος των Bυζαντινών», περιοδικό «Δίφωνο», 1999, σε: domnasamiou.gr , kepem.org

Παναγιώτης Σαϊνατούδης
Το διάστημα που είχα ζήσει στο Δασωτό Κ. Νευροκοπίου (1993-1998) είχα δει τις γυναίκες να συλλέγουν ραδίκι αυτή την εποχή (Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο), να το ξεραίνουν και να το αποθηκεύουν, για τον χειμώνα.
Συνέχεια9 Ιουλίου 1821

Έργο του λαϊκού Κυπρίου ζωγράφου Μιχαήλ Κάσιαλου, «Ο μάρτυρας
Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός πριν τον απαγχονισμό του από τους Τούρκους»
Η παρουσία των Ελλήνων Κυπρίων εθελοντών στους Εθνικούς αγώνες υπήρξε πάντοτε, από κάθε άποψη, ιδιαίτερα σημαντική. Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και κατά τη διάρκεια της Εθνεγερσίας του 1821. Σκορπισμένοι παντού σε όλα τα τουρκοπατημένα εδάφη, οι Έλληνες της Κύπρου μετείχαν ενεργώς στη δημιουργία των συνθηκών, πάνω στις οποίες έκτισε και πρόσφερε η Φιλική Εταιρεία με πρώτο τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό.
Συνέχεια
Ανάφη
«Κυπαρισσάκι μην αργείς
Σαν θέλεις σκύψε να με δεις
Είμαι μικρή κι είσαι ψηλό
Το βράδυ θα σ’ ονειρευτώ»
Μάνος Χατζιδάκις, 1960

«Σινεμά ο Παράδεισος», 1988
Αν υπάρχει μια μορφή τέχνης που ενώνει τον ουρανό με τη γη, αυτή είναι σίγουρα η μουσική, η μοναδική τέχνη που βαίνει πέραν του κόσμου ετούτου καθώς μαζί με τους ανθρώπους τραγουδούν και οι άγγελοι στον ουρανό! Κάθε φορά που ένα τραγούδι, ένας ύμνος, μια μελωδία ή ψαλμωδία ερμηνεύεται, ένα ατόφιο κομμάτι ουρανού σκορπά τα θαύματά του στη γη, έτσι που χωρίς τη μουσική η ζωή μας θα ήταν άδεια, άτονη και πεζή, δίχως εκείνη τη μυστηριακή και μοναδική δύναμη, με την οποία μονάχα η μουσική κατάφερε στο διάβα των αιώνων να ντύνει και να χρωματίζει ξεχωριστά και για πάντα τον βίο, τους καημούς και τα όνειρα των ανθρώπων.
Συνέχεια"Γρηγορείτε και προσεύχεσθε..."
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
τα βιβλία, η μουσική, οι τέχνες, οι καλλιτέχνες, η πολιτική & ο ορθός λόγος, τα social media
Iconography and Hand painted icons
Αγιογράφος - Συγγραφέας - Δάσκαλος Αγιογραφίας
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]
Άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι
Σκέψεις, απόψεις, προβληματισμοί και συναισθήματα. Στοχασμοί που ρίχτηκαν στο διαδίκτυο σαν μπουκάλια στο πέλαγος …
«Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη. Όπως συμβαίνει η θάλασσα». (Παντελής Μπουκάλας, "Ρήματα")
Just another WordPress.com weblog
κατ' ευφημισμόν
dragatis.gr ■ Λόγος | Εικόνα | Επικοινωνία
ιστολόγιο του συγγραφέα βασίλειου χριστόπουλου
το blog του Κωστή Παπαϊωάννου περί ανέμων και δικαιωμάτων
:: notes from a notebook's backyard ::
Μια προσπάθεια ανθολόγησης του παγκόσμιου ποιητικού λόγου.
Ιστορίες από την Επανάσταση του 1821, τον αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία
«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)
A blog on stories about people and Greek Songs by Avi Nishri
kefalonia-Ionian Island / Tο e-mail μας είναι: paliavlahata2010@hotmail.com Κλικ στην ενότητα "BLOG"
Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων
Ανεξάρτητη ενημέρωση
Ασημίνα Ντέλιου/ Asimina Nteliou συγγραφέας/writer
το νησί που πάει παντού, όπως ο Πέτρος Χαριτάτος
για τα παλιά και τα καινούργια
Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.