Τα Αλάτσατα της Ερυθραίας

Τα Αλάτσατα (τουρκ.: Alaçatı) είναι πόλη στη Χερσόνησο της Ερυθραίας της επαρχίας Σμύρνης στη Μικρά Ασία. Το όνομά της προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «άλας» (αλάτι). Χτισμένη ανάμεσα στους λόφους του Καράνταη και του Προφ. Ηλία, η πόλη πριν από το 1922 είχε σχεδόν αμιγώς Ελληνορθόδοξο χριστιανικό πληθυσμό. Υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός της πόλης, πριν τη Μικρασιατική καταστροφή, είχε ξεπεράσει τους 7.000 κατοίκους.

Η χερσόνησος της Ερυθραίας με μερικές από τις σπουδαιότερες πόλεις του ελληνισμού της Μιρκάς Ασίας

Τα Αλάτσατα απείχαν 80 περίπου χλμ. από την πρωτεύουσα της Ιωνίας, τη Σμύρνη, με την οποία συνδέονταν με αμαξωτό δρόμο. Γνώρισαν ιδιαίτερη οικονομική, πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη και εξελίχθηκαν σε ένα από τα πιο σημαντικά αγροτικά, πολιτιστικά και εμπορικά κέντρα των δυτικών μικρασιατικών παραλίων. Υπήρξαν κατ’ εξοχήν αγροτική περιφέρεια με μεγάλη γεωργική παραγωγή.

Κύρια καλλιέργεια ήταν το αμπέλι, το σιτάρι, η ελιά, το βαμβάκι και ο καπνός. Βασική πηγή εισοδήματος των κατοίκων ήταν η παραγωγή σταφίδας την οποία εξήγαγαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στην κεντρική Ευρώπη. Ελάχιστοι Αλατσατιανοί ασχολούνταν με τη θάλασσα, μια που το εισόδημα από τις γεωργικές ασχολίες ήταν πολύ μεγαλύτερο.

Η εποχή του τρύγου στα Αλάτσατα πριν τη Μικρασιατική καταστροφή

Τα Αλάτσατα είναι μία από τις πιο γνωστές και τραγουδισμένες πόλεις της Μικράς Ασίας. Βρίσκονται «καρσί» (απέναντι) από τη μυροβόλο Χίο, στο σημείο που ενώνεται το κύριο κομμάτι της χερσονήσου της Ερυθραίας με τη δυτική της άκρη. Επίνειό τους ήταν η Αγριλιά. Άλλες σημαντικές γειτονικές πόλεις ήταν τα Λίτζα, το Ρέις Ντερέ και το Πυργί. Δίπλα στα Αλάτσατα εκτείνεται μία ακόμα μικρότερη χερσόνησος, στην οποία επίσης άνθισαν πόλεις με σημαντική ανάπτυξη, όπως η Κρήνη (Τσεσμές), η Αγία Παρασκευή, η Κάτω Παναγιά κ.ά.

Ο ιερός ναός Εισοδίων της Θεοτόκου στα Αλάτσατα, χτισμένος το 1832. Σήμερα λειτουργεί ως τζαμί

Εκτός από τους αγρότες στα Αλάτσατα δραστηριοποιούνταν και άλλοι επαγγελματίες, πολλοί από τους οποίους είχαν οργανωθεί σε επαγγελματικές συντεχνίες, τα γνωστά «σινάφια», όπως λέγονταν στα τουρκικά. Κάθε σινάφι είχε τον δικό του Άγιο προστάτη τον οποίο, κατά την ημέρα της γιορτής του, τιμούσαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα και με ειδική λειτουργία και αρτοκλασία. Έτσι, οι μπακάληδες τιμούσαν τον Άγιο Χαράλαμπο, οι τσαγκάρηδες τον Άγιο Ευθύμιο, οι ζευγάδες τον Άγιο Σπυρίδωνα, οι φουρνάρηδες τον Άγιο Παντελεήμονα κ.ο.κ.

Έλληνες της Μικρασίας οδηγούνται στα Τάγματα Εργασίας (Amele taburu)

Το θρησκευτικό αίσθημα στα Αλάτσατα ήταν πολύ ανεπτυγμένο και η εκκλησία καθώς και οι θρησκευτικές εορτές βρίσκονταν στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν παρακολουθούσαν τις Κυριακάτικες λειτουργίες, ενώ στην πλειονότητά τους, οι Αλατσατιανοί τηρούσαν ευλαβικά τις νηστείες και πολλές οικογένειες θεωρούσαν μεγάλη τιμή ν’ ακολουθήσουν τα παιδιά τους τον ιερατικό βίο. Στα Αλάτσατα υπήρχαν πολλές εκκλησίες. Ο ιερός ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου χτίστηκε το 1832, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ε. Καλονάρη. Την πόλη κοσμούσαν επίσης οι περικαλείς ορθόδοξοι ναοί του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Κωνσταντίνου.

Παρ’ όλο που η καθημερινότητα των Αλατσατιανών ήταν γεμάτη σκληρή δουλειά και φροντίδες, οι ώρες του δειλινού αφιερώνονταν στην ψυχαγωγία. Οι γυναίκες έβγαιναν για κουβέντα έξω από τα σπίτια τους και οι άνδρες πήγαιναν στα καφενεία. Συχνά μαζεύονταν και στα σπίτια για βεγγέρα, μετά το φαγητό, πιο πολύ για κουβεντούλα, με γλυκό κρασάκι, ρακί και ούζο. Για κάθε μήνα έβγαζαν και από ένα γνωμικό, ανάλογα συνήθως με τον καιρό που επικρατούσε ή τις γεωργικές δουλειές που είχαν να επιτελέσουν κατά τη διάρκειά του.

Τα Αλάτσατα σήμερα με τα παλαιά ελληνικά αρχοντικά στην παραλία

Έτσι π.χ. έλεγαν «Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις» ή «Ο πώχει κόρη ακριβή, του Μάρτη ήλιος μη τη δει», «Από Άοστο χειμώνα κι από Μάρτη καλοκαίρι» κ.ά. Όπως σε όλη τη Μικρά Ασία, υπήρχαν και στα Αλάτσατα πολλές δοξασίες και προλήψεις στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Έτσι, για παράδειγμα, προζύμι δεν δανείζονταν όταν νυχτώσει, γιατί «θα το έβλεπαν τ’ άστρα και δεν θ’ ανέβαινε η ζύμη». Επίσης, δεν έβαζαν ποτέ ανάποδα το ψωμί στο τραπέζι και πάντα πριν το κόψουν, το σταύρωναν. Ακόμα οι Αλατσατιανοί δεν λούζονταν ποτέ το Σάββατο του Λαζάρου, γιατί πίστευαν πως το κεφάλι τους θα κουνιέται συνέχεια.

Τουριστικοί δρόμοι στα Αλάτσατα σήμερα με παλαιά ελληνικά σπίτια

Τα τραγούδια και οι χοροί ήταν ο τρόπος που εκδήλωναν τη χαρά αλλά και τη λύπη τους. Χόρευαν κυρίως δύο χορούς: τον Τούρκικο (ζεϊμπέκικο) και τον μπάλο. Τα τραγούδια, που συνήθιζαν να λένε, ήταν νησιώτικα, ηπειρώτικα, αλλά και πολλά που έρχονταν από τη Σμύρνη, όπως ο Αραμπάς, η Μπουρνοβαλιά, Παραπονιάρικό μου κ.ά. Εκείνο όμως το τραγούδι που μας κληροδότησαν οι Αλατσατιανοί και που θυμίζει και μιλάει περισσότερο από κάθε άλλο για τον όμορφο και αγαπημένο τόπο τους είναι αναμφίβολα η «Αλατσατιανή» που χορεύεται σε ρυθμό καρσιλαμά (αντικριστός χορός) και έχει τραγουδηθεί από πολύ σπουδαίους ερμηνευτές της παραδοσιακής μας μουσικής:

Αλατσατιανές με τις φορεσιές της πατρίδας τους στο Ηράκλειο Κρήτης, το 1937

Αλατσατιανή

Στ’ Aλάτσατα στην Παναγιά,
στ’ Aλάτσατα στην Παναγιά,
στ’ αγιόδημ’ από πίσω, Aλατσατιανή,
στ’ αγιόδημ’ από πίσω, Πανωχωριανή

Έχω φυτέψει λεμονιά,
έχω φυτέψει λεμονιά,
και πάω να την ποτίσω, Aλατσατιανή,
σεργίανα στο μπαξέ σου Πανωχωριανή

Άιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ’ αφήνω, Πανωχωριανή

Kακόβολέ μου Nτουσεμέ,
Kακόβολέ μου Nτουσεμέ,
με τις ανηφοριές σου, Aλατσατιανή,
με τις ανηφοριές σου, Πανωχωριανή

Κάνε και ’με’ γειτόνισσα,
κάνε και ’με’ γειτόνισσα,
με τις γειτόνισσές σου, Aλατσατιανή,
με τη γειτόνισσές σου, Πανωχωριανή

Άιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ’ αφήνω, Πανωχωριανή

Στ’ Aλάτσατα είν’ ένα βουνό,
στ’ Aλάτσατα είν’ ένα βουνό,
Kαρανταή το λένε, Aλατσατιανή,
Kαρανταή το λένε, Πανωχωριανή

Πού παν’ οι Aλατσατιανές,
πού παν’ οι Aλατσατιανές
και τον καημό τους λένε, Aλατσατιανή,
και τον καημό τους λένε, Πανωχωριανή

Άιντε, άιντε γκιντελίμ, Aλατσατιανή,
θα σε κλέψω δε σ’ αφήνω, Πανωχωριανή

Κόκκινα μισοφούστανα,
κόκκινα μισοφούστανα,
και κοραλλιά πολκάκια Αλατσατιανή,
και κοραλλιά πολκάκια Πανωχωριανή

Έρημα υπομείνατε,
έρημα υπομείνατε,
μέσ’ τα στενά σοκάκια Αλατσατιανή,
μέσ’ τα στενά σοκάκια Πανωχωριανή

Άϊντε άϊντε γκιντελίμ Αλατσατιανή
θα σε κλέψω δε σ’ αφήνω Πανωχωριανή

Τι να την κάνω τη ζωή,
τι να την κάνω τη ζωή,
αν είναι κι άλλη τόση Αλατσατιανή,
αν είναι κι άλλη τόση κατωχωριανή

Σαν σε δω στο σταυροδρόμι πανωχωριανή,
τρέμω σαν το χελιδόνι κατωχωριανή

Αφού υπάρχει θάνατος,
αφού υπάρχει θάνατος,
και το κορμί θα λιώσει Αλατσατιανή,
και το κορμί θα λιώσει κατωχωριανή

Έλα έλα πέρδικά μου πανωχωριανή
στα χαλάκια τα δικά μου κατωχωριανή

Χόρεψε χαϊδεμένη μου,
χόρεψε χαϊδεμένη μου,
και θα σου τραγουδήσω Αλατσατιανή,
και θα σου τραγουδήσω κατωχωριανή

Έλα έλα να σου λέω πανωχωριανή,
μη με τυραννείς και κλαίω κατωχωριανή.

Παραδοσιακό Μικρασίας

Προσφυγόπουλα από τα Αλάτσατα σε δημοτικό σχολείο του Ηρακλείου Κρήτης, το 1930

Ο Οθωμανικός στρατός κατέλαβε τα Αλάτσατα το Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 1922. Όσοι δεν πρόφτασαν να απομακρυνθούν, άντρες ηλικίας 18-45 ετών κλήθηκαν να παρουσιαστούν ενώπιον των τουρκικών αρχών ως στρατεύσιμοι και οδηγήθηκαν σε τάγματα εργασίας. Από αυτούς οι περισσότεροι βρήκαν τραγικό θάνατο υπό φρικτές συνθήκες. Ελάχιστοι επέζησαν και ήρθαν στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της Ανταλλαγής των πληθυσμών. Ο υπόλοιπος πληθυσμός, οι επιζήσαντες των αιματηρών γεγονότων εκείνων των ημερών, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι, οδηγήθηκαν πεζοί στο λιμάνι του Τσεσμέ και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα με ελληνικά πλοία, υπό την επιστασία του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού.

Οι Αλατσατιανοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην πλειονότητά τους στην Ελλάδα στα «Νέα Αλάτσατα» του Δήμου Βύρωνα και στη Νέα Ερυθραία στην Αθήνα, στο Ηράκλειο της Κρήτης, στη Χαλκίδα Ευβοίας, στη Χίο, στη Λέσβο, στη Σάμο, στη Θεσσαλονίκη και Aγρίνιο.

Πολύ γνωστός σκοπός από τα Αλάτσατα είναι και η «Γιωργίτσα», ένας μελωδικός καρσιλαμάς (αντικριστός χορός) σε εννέα όγδοα (9/8):

Γιωργίτσα

Εγώ ’λεγα να σ’ αγαπώ, Γιωργίτσα μου, κανείς να μην το ξέρει,
τώρα το μάθαν οι δικοί, Γιωργίτσα μου, το μάθανε κι οι ξένοι
Έλα Γιούλα, Γιούλα, Γιούλα, έλα πάρε με
άνοιξε τις δυο σου αγκάλες, μέσα βάλε με

Το γιασεμί στην πόρτα σου, Γιωργίτσα μου, άνθισε και θα δέσει,
τ’ αγγελικό σου το κορμί, Γιωργίτσα μου, στα χέρια μου θα πέσει
Μάζεψ’ εσύ τα γιασεμιά, Γιωργίτσα μου, κι εγώ τα βελονιάζω,
πούλησε την αγάπη σου, Γιωργίτσα μου, κι εγώ την αγοράζω.

Παραδοσιακό, Αλάτσατα Ερυθραίας

H συγκλονιστική μαρτυρία της Φραγκώς Πολυχρόνη,
το γένος Μαργαρίτη, γεννημένης στα Αλάτσατα το 1910

Η Φραγκώ Πολυχρόνη στην Καισαριανή, το 1926

Στους πανωχωριανούς μύλους μάς ηβάλανε σε μια σειρά πιο στενή, για να μας ελέγχουν από ‘δώ κι από ‘κεί τα ταγκαλάκια(1) πάνω στ’ αλόγατα, κι από ‘κειδανάς ηξεκινούσαμε. Ήπρεπε να πορπατούμε με διαταή και να σταματούμε με διαταή. Άμα ηφώναζε ο Τούρκος «ντουρ!»(2) κι ηπορπατούσε κανένας, ούτε που λογάριαζε τι ήταν! Μπαμ, του ‘ριχνε με τη μια! Η μάνα μας, έγκυος τότε, κοιτούσε να μας το θυμίζει:

– Κάτω το κεφάλι, μη χαζεύετε και μην τους κοιτάτε!

Στου Μακαρόνα το μαγαζί είχανε αφήκει το ρολόι στον τοίχο, το πρόσεξα. Ήταν ένα μεγάλο όμορφο ρολόι, μα ήτανε σταματημένο, γιατί έδειχνε τέσσερις και δέκα. Πάντως εμείς πρωί ηφύγαμε. Αφήκαμε τσι πανωχωριανοί μύλοι κι ηπιάσαμε το δρόμο μέσα απ’ το Ρουμάνι(3) που πάει για τον Τσεσμέ. Τα δυο και τρία ρούχα που ηφορούσαμε κι η ζέστη, μαζί με την πείνα και τη δίψα, δεν μας ηφήνανε να κουνήσομε πια τα ποδάρια μας. Εκειδά ίσια πάνω, πριν στρίψομε αριστερά για το δρόμο που πάει στον Τσεσμέ, είχενε μια βρυσούλα, μια πηγή κι ήτρεχε μέρα νύχτα δροσερό νεράκι.

«Νερό, νερό!», ηρχινήσαμε να μουρμουρίζομε που είμαστε ούλοι διψασμένοι από μέρες. Ητρέξανε κάποιες που είχανε τα θάρρητα, μα οι Τούρκοι ηγριέψανε. Ηρχινήσανε πάλι τα μπαμ και τα μπουμ κι ηδίνανε διαταή στ’ αλόγατα να ‘ρκονται καταπάνω μας. Μα τ’ αλόγατα δεν ήτανε μαθημένα παρά να πορπατούν κι όχι να χυμούν σαν τ’ ασλάνια(4). Τ’ αλόγατά μας και τα κιοπέκια (5) μας εμείς οι Αλατσατιανοί τ’ αγαπούσαμε και τα σεβούμαστε σα τσ’ αθρώποι και δεν ηβάζανε κακό στο μυαλό ντως, γι’ αυτό μας μπιστεύονταν και μας υπάκουαν. Σε ‘φτονών τα μυαλά και τα καμώματα μήτε τα ζώα δεν ηκάνανε κολλιγιά(6)! Κι όσο τ’ αλόγατα ητσοχτούσαν(7) στις διαταές τους, τόσο τα ταγκαλάκια γιόμιζαν φούρκα(8). Τ’ αλόγατα ηκαταλάβαιναν κι ας ήταν ζώα. Αν ηξέρανε κείνα τα αλογατάκια ούλα εκείνα που μας ηκάμανε οι αθρώποι, θα λέανε πως τα πιο κακοβέσουλα(9) ζώα στο ντουνιά(10) είναι οι αθρώποι! Με κλοτσιές στα πλαγιανά τους τα φουρκίσανε στο τέλος κι αυτά, είντα άλλο να κάμουν, ηκοστίριξαν(11) καταπάνου μας.

«Ντουρ μωρή!», ηφωνάζανε τα τουρκιά πάνω στ’ αλόγατα που τα ‘πιασε ατσέσο(12) κι ηκουτουρντίσανε(13)να ρίχτουνε χάμω όποιονα τύχαινε να μπλέκεται στα ποδάρια ντως! Εκειδανάς ημείνανε! Ποιος να τους σηκώσει; Όποιος ήτανε κομματάκι ανήμπορος ήπεσε. Ηφεύγανε οι δικοί του και τον άφηναν…

Πάντως η μάνα μου ηπρόλαβε κι ηγέμισε ένα λαήνι(14). Την είδαμε που γύριζε κι ηκάναμε χαρά που θα πιούμε νερό, μα το ‘δωκε στην αδελφή της τη Δεσποινιώ, τη λεχώνα, να ‘χει γάλα, να μη κλαίει το μωρό, το εψιμάκι(15). Μέχρι ‘κειδά στη βρυσούλα, που ηκάναμε στάση και μερικοί ηπρολάβανε κι ήπιανε νερό, μόνου «ντουρ» και «γιάλα»(16) ηκούγαμε. Ύστερις αλλαξομουτσουνιάσανε για τα καλά τα ταγκαλάκια κι ητραβολογούσανε όποιον ηβρίσκανε. Μας ηπήρανε και τα μπογαλάκια που ηκρατούσαμε και τα σκορπούσανε στο δρόμο. Αγριεμένοι από τη χαρά ντως ηγελούσανε κι ηκοροϊδεύγανε με τσ’ εικόνες μας και το κατιτίς μας που ηκουβαλούσαμε. «Τσούτλου-πούτλου!»(17) ηφωνάζανε και μας ηκοροϊδεύγανε!

Η μάνα μας ήμεινε μόνο μ’ ένα κλειστό τενεκεδάκι που ηκράτειε και το άλλαζε στο δρόμο με το μωρό τσ’ αδρεφής της, για να ξεκουράζεται, που ήτονε λεχώνα. Πολύ βάρος δεν ημπορούσε να σηκώσει, γιατί ήτονε κι έγκυος. Ηγέμισε ο τόπος γύρω μας από ρούχα, σεντόνια, πεύκια(18) κι εικόνες. Ένας Τούρκος ήρθενε και σε μας κι ηστάθηκε ομπρός μας, μα τύχη μόνου είχαμε, γιατί ήτανε πιο συμμορφωμένος στη μούρη του. Ηρχίνησε να φωνάζει στη μάνα μας, μα δεν ηκαταλάβαινε κανένας μας είντά ‘λεγε. Η θεια μας ητράβηξε μένα και τη Βγενιώ παράμερα, που είχαμε πάρει εντολή από τη μάνα μας να είμαστε πάντα δίπλα της. Φουρκισμένος ο Τούρκος τσ’ έδειχνε της μάνας μου κείνο που κρατούσε. Ηζήταγε κείνο το κλειστό τενεκεδάκι που ‘χενε στη μασχάλη ντης η μάνα μας, μα κείνη ήκανε πως δεν ηκαταλάβαινε. Ήχωσε τότε το χέρι του κι ήκαμε να το πάρει. Ηπάγωσα κείνη τη στιγμή. Είπα:

– Παναγιά μου, η μάνα μου!

Μα κείνη η αθεόφοβη ητραβήχτηκε κι ηρχίνησε να παζαρεύει μαζί του το τενεκέ. Τα ταγκαλάκια τώρα ηθέλανε να μη βαστούμε τίποτε. Μέχρι τότε είχα δει πάνω από δέκα να τσι σκοτώνουν έτσι μπροστά στα μάτια μας κι ηρχίνησα να κλαίω. Η αλήθεια είναι πως ήμουνα και κλαψιάρα, μα έτσι που τον αγρίευε η μάνα μου τον Τούρκο, δεν θα ‘ταν για καλό μας. Η μάνα μας να του φωνάζει ελληνικά, κείνος να μπαταλαλεί(19) στα τούρκικα κι εγώ μέσα στα κλιάματα δεν άντεξα και μου ξέφυγε:

– Δώκε του, βρε μάνα πια, κείνο τον παλιοτενεκέ και φοβούμαι!

Η μάνα μας, που ‘τονε γιομάτη φούρκα, ξαφνικά ημέρωσε κι ηπήρε ένα κακομοιρίστικο, λυπησιάρικο πάνω της. Ήκαμε τη φωνή ντης κλαψιάρικη κι ανοίγοντας τον τενεκέ, που είδα κι εγώ πως είχενε μέσα αλεύρι, ηρχίνησε κλαίγοντας να του λέει:

– Μη μου τον πάρεις, βρε γιόκα μου. Να, κοίτα, κομμάτι αλευράκι έχω, κι ήπιασε με τα δάχτυλά της τ’ αλεύρι και το ‘τριψε.

– Είντα να το κάμεις, βρε γιόκα μου, εσύ τ’ αλεύρι; Εγώ όπου και να πάμε, με λιγάκι νερό κάτι θα κάμω να δώκω στα παιδιά μου να φάνε, και του ’δειχνε με τσι χούφτες της, όπως όταν ήπλαθε τσι κεφτέδες.

Ο Τούρκος κάτι τσ’ είπε πάλι άγρια, όπως όταν έδιναν διαταή, κι έδειξε στη μάνα μου να προχωρήσομε. Μας άφηκε εμάς κι ηπήγε σε άλλους πίσω μας, να κάμει τα ίδια. Μόλις η μάνα μου ηβεβαιώθηκε πως ο Τούρκος δεν ήταν πια κοντά μας, αλλαξομουτσούνιασε πάλι. Ήπαψε κείνο το κακομοιρίστικο που ‘χε πάρει κι ηρχίνησε να κατσαδιάζει εμένανε που ησήκωσα το κεφάλι μου, που ημίλησα κι ήκλιαψα. Δεν της έμοιαξα καθόλου τση μάνας μου. Άφοβη γυναίκα! Ήτονε μαθημένη που ‘φευγε ο πατέρας μου ταξίδια και τα κουλάντριζε(20) ούλα μόνη της και τα παιδιά και το σπίτι και τσι εργάτες.

Σαν ηβγήκαμε στη Μυτιλήνη, μας ηδιώξανε από το λιμάνι γιατί αμποδίζαμε, αλλά και πού να πάμε; Πααίνετε, λέει, στην πλατεία. Ηκάτσαμε σε μια πλατεία ούλοι μαζί και περιμέναμε, μα κανένας δεν ήξερε τι. Μας είπαν στη μέση της πλατείας να καθίσομε, γιατί γύρω είχενε μαγαζιά και σπίτια κι αμποδίζαμε τσι δουλειές ντως, μα το βράδυ ήπιασε μια βροχή! Ήρθενε κείνη η ταλαιπωρία μας ούλη να την πληρώσουν οι Μυτιληνιοί.

– Σηκωθείτε, μωρ’ σεις, να πάμε κάτω από κείνο το μαγαζί που ’ναι ’πό πάνω σκεπαστό κι όποιος μπορεί ας μας διώξει, είπε η μάνα μου κι ας κοντάγαμε να αντιμιλήσουμε!

Η μάνα μου και πέντε εμείς τα παιδιά και οι τέσσερις αδελφές της, οι δυο γιαγιάδες μας, μια η ξαδελφούλα μας και ένα το ψιμάκι, σύνολο δεκατέσσερις, και ένας ο παππούς δεκαπέντε. Ο παππούς ο δόλιος με τη μαγκούρα κούτσα-κούτσα είχε αντέξει, γιατί ήταν ο μοναδικός άντρας κι ηθάρρειε πως μας προστάτευε. Ηπήαμε απέναντι στο μαγαζί κι η μάνα μάς στρίμωξε ούλους κοντά στον τοίχο να μη βρεχούμαστε. Ε, να δεις χαρά που ’καμε ο μαγαζάτορας, μόλις μας είδ’ απ’ όξω!

– Δε σας είπαν στη πλατεία; Τι μου ’ρθατε δω πέρα και μου κλείσατε το μαγαζί και τη βιτρίνα;

Είχενε κι άλλα να μας πει, μα βούτηξε η μάνα μας τη μαγκούρα του παππού και δεν ηπρόλαβε.

– Με βλέπεις πώς σε κοιτώ; Πάαινε μέσα, μη σου κατεβάσω τα τζάμια και δεν έχεις καθόλου βιτρίνα, του ’κανε η αθεόφοβη!

Δυο ή τρεις μέρες ’κειδανάς τη βγάλαμε, μέχρι που ’φεραν τσι σκηνές του στρατού και τσι στήσανε στην πλατεία. Εμείς επειδή ήμαστε και πολλοί, μας ηδώκανε μια πελώρια. Εκειδά μέσα δεν θυμάμαι πόσο καιρό ηκάτσαμε, πάντως είχε χειμωνιάσει. Κάθε βράδυ που μας ηβάζανε για ύπνο, εγώ κρυφοκοιτούσα τσι μεγάλοι είντά ’καμαν. Ησκαλίζανε κείνο τον τενεκέ με τ’ αλεύρι κι ηβγάζανε από μέσα λιρίτσες για να ψωνίσουν να φάμε την άλλη μέρα. Στη μαύρη αγορά ακόμα και το ψωμί μάς το ηπουλούσανε οι Μυτιληνιοί, χώρια που ημαζεύγανε τα παιδιά τους να μην παίξουνε μαζί μας!…

Ένα βράδυ ’κειδά που ηκοιμούμαστε μέσα στη σκηνή, ήκουσα φωνές κι ηξύπνησα. Είχανε ξυπνήσει ούλοι, μικροί και μεγάλοι μέσα στη σκηνή, μα κείνη που φώναζε μέσ’ στη νύχτα ήτονε όξω απ’ τη σκηνή, η γιαγιά μου, η μάνα τση μάνας μου. Σήκωσα κείνον τον μπερντέ τση σκηνής πίσω από το κεφάλι μου και την είδα τη γιαγιά μου με τα χέρια της σα χωνί στο στόμα της να φωνάζει στο βρόντο μέσα στη νύχτα.

– Καλέ, ένας χριστιανός καλέ, η κόρη μου αιμορραεί, καλέεεε!

Η πλατεία ένα γύρο είχενε μαγαζιά και σπίτια δίπατα το ένα δίπλα στ’ άλλο. Ούτε ένα παράθυρο δεν ήνοιξε! Η μάνα μας τ’ ανάσκελα ήκλαιγε, κι η άλλη μου η γιαγιά, η κωφάλαλη, μούγκριζε. Μήδε πανιά δεν είχαμε πια να τση βάλουνε! Ούλα μας τα μισοφόρια τα είχαμε σκίσει από κάτω, να τα βάζουμε στο εψιμάκι, που με τη σούρντιση που το ’χε πιάσει, δεν το προλαβαίναμε. Η θεια μου η λεχώνα μάς ηκαθησύχαζε εμάς τα μικρά να κοιμηθούμε. Μα πού να κοιμηθούμε μ’ εκείνη τη φασαρία! Ήρθανε απ’ τσι διπλανές σκηνές μια Κουρούπαινα, μια Λαθουρίτσα και μιαν άλλη. Τότε ήκουσα πως η μάνα μας, που ήταν έγκυος, ήχασε το παιδί. Από κείνη τη νύχτα αρχινήσαμε να μετρούμε τσι πεθαμένοι μας στην Ελλάδα, γιατί οι άλλοι ήταν αιχμάλωτοι. Εκείνους δεν τους κλαίγαμε, γιατί νομίζαμε πως θα γυρίσουν. Τρεις άντρες και δεν ηγύρισε κανένας, ο πατέρας μας, ένας αδελφός της μάνας μας και ο άντρας της θειας μου της λεχώνας. Στη Θεσσαλονίκη μετά που μας ηπήγανε, ηβράχηκε το Γιωργάκι μας και το χάσαμε από πνευμονία…

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: Στην κυριολεξία τα δαιμόνια αλλά έτσι αποκαλούσαν τους Tούρκους χωρικούς με τα κοντά βρακιά και τις γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ, 2.«Σταμάτα!», 3. Δασώδης περιοχή ΒΔ των Αλατσάτων, 4. Λιοντάρια, 5. Σκυλιά, 6. Συντροφιά, παρέα, 7. Έκαναν πίσω δυσανασχετώντας, αντιστέκονταν, 8. Θυμό, 9. Κακότροπα, 10. Στον κόσμο, 11. Έτρεξαν καλπάζοντας, 12. Τα έπιασε παροξυσμός, 13. ζωήρεψαν κι έκαναν σαν παλαβά, 14. Μικρό δοχείο νερού, 15. Το λεχούδι, που γεννήθηκε τώρα τελευταία (όψιμο), 16. Προχώρα, συνέχισε, 17. «Χαράς το πράγμα!», 18. Μικρά χαλάκια, 19. Να μιλάει έντονα με δυνατή φωνή, 20. Τα κανόνιζε, τα έφερνε βόλτα.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Γκαρμάτη και της Μαριάννας Μαστροσταμάτη, «Μετά τα Αλάτσατα – Οι Αλατσατιανοί ανά τον κόσμο», εκδ. Συλλόγου Αλατσατιανών «Τα Εισόδια της Θεοτόκου», Αθήνα 2007.

Άλλο δημοφιλές τραγούδι από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας ήταν ο Άταρης. Ο σκοπός χορεύεται σταυρωτά από τέσσερα άτομα, άντρες ή ζευγάρια. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση της φτέρνας και της μύτης του ποδιού, καθώς και οι έντονες κινήσεις των χεριών. Τα δίστιχα του τραγουδιού, κοινά σε πολλά μέρη της Ερυθραίας, χρησιμοποιούνται και σε άλλους σκοπούς (συρτό, μπάλλο κ.λπ.) και παινεύουν τους χορευτές. Το όνομα του χορού προέρχεται από το «τσάκισμα» και ίσως έχει σχέση και με τις τούρκικες λέξεις ata (σεβάσμιος, αξιοσέβαστος) και atalar (οι πρόγονοι):

Άταρης

Πάλιν εβγήκαν στο χορό ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
Τέσσερα μαύρα μάτια Άταρης αμάν αμάν Άταρης

Τέσσερα γαιτανόφρυδα ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
και δυο κορμιά δροσάτα Άταρης αμάν αμάν Άταρης

Να σας παινέψω ήθελα ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
κι ας είστε παινεμένα Άταρης αμάν αμάν Άταρης

Από τα νύχια ως στην κορφή ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
είστε ζωγραφισμένα Άταρης αμάν αμάν Άταρης

Όρκο έκανα στην Παναγιά ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
πια να μην τραγουδήσω Άταρης αμάν αμάν Άταρης

Μα εγώ για το χατήρι σας ωχ αμάν σβενταλή μου αμάν
τον όρκο θα πατήσω Άταρης αμάν αμάν Άταρης.

Παραδοσιακό από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας Μικράς Ασίας

Κλεονίκη Τζοανάκη, Το αηδόνι των Αλατσάτων

Κλεονίκη Τζοανάκη (1915-2005)

Η Κλεονίκη Κουρεπίνη – Τζοανάκη, το γένος Τσαγκέτα, από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας Χερσονήσου, είναι η σημαντικότερη ερμηνεύτρια των παραδοσιακών τραγουδιών της χερσονήσου της Ερυθραίας. Φορέας μιας πλουσιότατης προφορικής παράδοσης, η κερά-Κλεονίκη είναι πασίγνωστη ανά τον κόσμο ως η πλέον γνήσια και αυθεντική φωνή της Ερυθραίας.

Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1915 στη Χίο, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Διωγμού, και το 1919 επέστρεψε στην πατρώα γη, στα Αλάτσατα. Η αγροτική οικογένειά της ζούσε κατά διαστήματα και στον ελληνικό οικισμό Τσικούρια, ανατολικά των Αλατσάτων, όπου είχε χτήματα κι αμπέλια. Στις μέρες της Καταστροφής, η οικογένεια γλύτωσε στη Χίο με την ψυχή στο στόμα, ενώ ο μικρότερος γιος, ο δεκαεξαετής Γιώργος, συνελήφθη και χάθηκε στην Ανατολή αιχμάλωτος των Τούρκων. Μάταια τον αναζήτησε η Κλεονίκη πολλά χρόνια αργότερα, κάνοντας αρκετά ταξίδια μετά το 1972 ως τα βάθη της Μ. Ασίας.

Από τη Χίο η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε αρχικά στην Κηφισιά, μαζί με πολλούς άλλους Ερυθραιώτες πρόσφυγες, όπου ζούσαν σε σχολεία, σε αποθήκες και σε παραπήγματα, νοσταλγώντας πάντα τη μικρασιατική πατρίδα. Το Κλεονικάκι τραγουδούσε συχνά τούτα τα στιχάκια για την προσφυγιά και την παλιά της πατρίδα:

«Από μικρή στην Κηφισιά, μέσα στα περιβόλια,
πολύ μακριά απ’ τ’ Αλάτσατα, μαύρα μου φαίνουντ’ όλα
Τση τύχης μου ήτανε γραφτό κι αυτό να το περάσω,
στ’ Αλάτσατα να γεννηθώ, στα ξένα να γεράσω…»

Το 1925 ιδρύθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Ερυθραίας και από τότε η Κλεονίκη εγκαταστάθηκε για πάντα εκεί. Το 1936 παντρεύτηκε τον Γιώργη Τζοανάκη από το Λυθρί (αρχαίες Ερυθρές) και απόκτησαν τέσσερις γιους, τον Αντρέα, τον Δημήτρη, τον Μανούκα και τον Γιαννακό.

Από τους τελευταίους επιζήσαντες της πρώτης γενιάς των Μικρασιατών προσφύγων στη Νέα Ερυθραία, η Κλεονίκη, ως άξιο γέννημα της ερυθραιώτικης Ρωμιοσύνης, δεν έβγαλε ούτε στιγμή από το νου της την Πατρίδα, όπως τόσοι και τόσοι Μικρασιάτες της γενιάς της. Από μικρό κορίτσι έμαθε να τραγουδά, να χορεύει και να παίζει στο τουμπελέκι της τους σκοπούς της μικρασιατικής γης. Η μάνα της Λουλουδιά Κουρεπίνη και η θεία της Χαρικλείτσα Κουνέλα, καθώς και πολλές άλλες συγγενείς, γειτόνισσες και φίλες, της μετέδωσαν όλο τον μουσικοχορευτικό πλούτο της Ερυθραίας.

Εκατοντάδες στιχάκια και τραγούδια κάθε είδους είχε τραγουδήσει ή απαγγείλει το Κλεονικό σε όλη τη ζωή της κι ήταν πάντα το κέντρο της παρέας στα γλέντια των Ερυθραιωτών. Με το τουμπελέκι και τα τραγούδια της φούντωνε τους καημούς και τα μεράκια των προσφύγων και συντηρούσε δραστικά τη μνήμη της Πατρίδας. Με τα παμπάλαια αλατσατιανά τραγούδια έζησε όλη του τη ζωή της. Σαν αρπούσε το ντουμπελέκι της κι αρκίναε να τραγουδά, αντιλαλούσε η Ερυθραία από τους χαβάδες της Μικρασίας κι από τη μοναδική, την υπέροχη φωνή της, που μάγευε κόσμο και ντουνιά:

«Ούλος ο κόσμος να καεί κι η γης να βγάλει αχτίνες,
τ’ Αλάτσατα να μην καούν, γιατ’ είναι μερακλήδες.
Χριστέ μου αφ’ το Ζίγκουι, Σταυρέ μου αφ’ το Σεούτι
και Παναγιά Αλατσατιανή, είντα παρέγια είν’ τούτη!»

Η Δόμνα Σαμίου με την Κλεονίκη Τζοανάκη στη Νέα Σμύρνη, στη συναυλία «Ιωνικές Γιορτές 1992»

Ερευνώντας στις γειτονιές των προσφύγων, την ανακάλυψε η Δόμνα Σαμίου, γύρω στα 1975-76 και από τότε η Κλεονίκη γνώρισε δόξα μεγάλη κι «ηγένηκε φουμισμένη». Η Δόμνα έμαθε πολλά τραγούδια από την Κλεονίκη. Την παρουσίαζε συχνά στις μουσικές εκπομπές της στην Ελληνική Ραδιοφωνία και την ηχογράφησε στους δίσκους της Μικρασιάτικα τραγούδια 1 και 2. Στο σπίτι της Κλεονίκης γυρίστηκε ένα τμήμα της αρχειακής πλέον τηλεοπτικής σειράς «Μουσικό Οδοιπορικό» με χορούς και τραγούδια της Ερυθραίας και κυρίως των Αλατσάτων (βλ. «Μουσικό Οδοιπορικό» με τη Δόμνα Σαμίου, «Μικρά Ασία, Παράλια»).

Από τότε η Κλεονίκη συμμετείχε συχνά, άλλοτε με τη Δόμνα κι άλλοτε μόνη της, σε αμέτρητες συναυλίες και χορευτικές εκδηλώσεις μικρασιατικών συλλόγων (κυρίως του Συλλόγου Αλατσατιανών), δήμων κ.ά. φορέων στην Αττική κι αλλού, με αποκορύφωμα τις εμφανίσεις της στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στην Πολιτιστική Εταιρία «Πανόραμα», στο κινηματοθέατρο Παλλάς (6 Μαρτίου 1992, Μέρες Μουσικής), στο Μουσείο Λαϊκών Οργάνων (1993-1994), στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα (Ναύπλιο 1995) και στο Ηρώδειο (Φεστιβάλ Αθηνών, Μουσικές στις άκρες του Ελληνισμού, 19-20 Σεπτ. 1995), πλάι στα «ιερά τέρατα» της δημοτικής μουσικής Δόμνα Σαμίου και Χρόνη Αηδονίδη, όπου οι θεατές την αποθέωσαν μόλις τραγούδησε την Αλατσατιανή.

Το 1977 οργανώθηκε στο Γυμνάσιο της Ν. Ερυθραίας μια αναπαράσταση ερυθραιώτικου γάμου, στον οποίο βέβαια η Κλεονίκη πρωτοστατούσε με τα τραγούδια, τον χορό και το τουμπελέκι της. Αυτή η αναβίωση του γάμου ίσως είναι από τις πρώτες του είδους σε πανελλήνια κλίμακα, γιατί μέχρι τότε ήταν ελάχιστοι αυτοί που ασχολούνταν με το μικρασιάτικο δημοτικό τραγούδι, με μουσικοχορευτικές παραστάσεις κ.λπ.

Η Κλεονίκη ήταν εξ αρχής η ψυχή και της γιορτής «Αλλοτινές Πατρίδες», που διοργανώνει κάθε χρόνο από το 1978 ο Δήμος Ν. Ερυθραίας (και μετά το 2011 το ΚΕΜΜΕ), καθώς και όλων των παρομοίων εκδηλώσεων στην περιοχή. Και ποιος Νεοερυθραιώτης δεν έχει συγκινηθεί, βλέποντάς την, ντυμένη με αλατσατιανά μισοφούστανα φερμένα απ’ την Πατρίδα, να τραγουδά, να παίζει τουμπελέκι ή να χορεύει, πότε με τον άντρα της, το μπάρμπα-Γιώργη, και πότε με παλιούς και νεότερους Ερυθραιώτες, τον άταρη, τον μπάλλο, τη Γιωργίτσα και τον καρσιλαμά!

Αυτοί οι άνθρωποι στήριξαν και τον Χορευτικό Όμιλο του Πνευματικού Κέντρου Ν. Ερυθραίας (σήμερα ΚΕΜΜΕ) από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του, το 1981. Τραγούδησαν και χόρεψαν με τον Όμιλο για περισσότερα από 10 χρόνια κι έγιναν οι γνήσιοι δάσκαλοι των ερυθραιώτικων χορών κι οι εμπνευστές των νέων χορευτών. Σ’ αυτούς και ιδιαιτέρως στην Κλεονίκη, ο Χορευτικός Όμιλος οφείλει ίσως την ύπαρξή του, γιατί του μετέδωσαν όλη τη γνώση, το μεράκι, το κέφι, τη λατρεία και την αγάπη τους για την ερυθραιώτικη μουσικοχορευτική κι ενδυματολογική παράδοση. Χωρίς το ζεύγος Τζοανάκη κι ορισμένους άλλους ανθρώπους, τον Σταύρο Σφαντό, τη Μαρία Τζοανάκη, τη Βάσω Γεώργαντζη, τον Νικολή Μαπάκη, τον Κώστα Μπατζάκα, τη Λυγερή Μουστάκη, τη Στέλλα Φαρατζή, τη Στάσα τη Μούσαινα, την Ελπίδα Κωσταντακέλλη, τη Μαριώ του Κρεμαστού κ.ά., δεν θα ξέραμε τους μικρασιάτικους χορούς και σίγουρα θα ήμαστε πολιτισμικά φτωχότεροι.

Από το 1980 το σπίτι της Κλεονίκης έγινε στέκι περίφημων και εκλεκτών Μικρασιατών μουσικών. Ο γλυκύτατος βιολιτζής Στέφανος Βαρτάνης, ο κορυφαίος Νίκος Στεφανίδης με το κανονάκι του, ο σπουδαίος λαουτιέρης Μαθιός Βεντούρης, ο χρυσοδάχτυλος Μαθιός Μπαλαμπάνης με το τουμπελέκι, ο μερακλής Αντώνης Αναγνώστου με το ούτι (όλοι τους συχωρεμένοι πια) και κοντά τους νεότεροι τραγουδιστές και οργανοπαίκτες (όπως η Γιώτα Βέη, ο Αντρέας Παπάς και άλλοι) έρχονταν στης Κλεονίκης να παίξουν, να τραγουδήσουν και να διασκεδάσουν, να χορέψουν, να κάνουν παρέα και να γλεντήσουν, συνοδεύοντάς πάντα τη γλυκιά μελωδική φωνή και το αμίμητο χορευτικό στυλ της.

Ο Γιώργης και η Κλεονίκη Τζοανάκη χορεύουν μπάλο στην ταβέρνα του Καραβίτη, στο Παγκράτι, σε γλέντι οργανωμένο από τη Δόμνα Σαμίου, για λογαριασμό σουηδικού τηλεοπτικού δικτύου (μέσα δεκαετίας του 1980)

Πόσοι και πόσοι δεν πέρασαν από κείνο το γλεντζέδικο και ξένοιαστο σπίτι! Μουσικοί, δημοσιογράφοι, φοιτητές, ιερωμένοι, ερευνητές, σκηνοθέτες, δάσκαλοι, όλοι λάτρεις της Μικρασίας και της ελληνικής παράδοσης, που ήθελαν να τους τραγουδήσει και να μάθουν από το Κλεονικό όσα περισσότερα για τη μικρή Μεγάλη Πατρίδα της. Κι εκείνη τους δεχόταν πρόθυμα κι ακούραστα, χωρίς ποτέ να γίνει ντίβα και σταρ.

Λες κι είναι τώρα δα, μέσ’ στα μάτια μας, που η Κλεονίκη ηχόρευγε σαν το περδικάκι, μ’ έναν τρόπο τσαχπίνικο και θαυμαστό τη Γιωργίτσα, που ηπαίνευγε τα νιόνυφα με τα στιχάκια τσης, που ηκογιόναρε τραγουδώντας για τσι κουδουνάτοι, που ‘γκώμιαζε του Χριστού τα πάθη, που ητραγούδαε τσι χαρές, την αγάπη, τσι λαχτάρες και τα πάθια της Ερυθραίας, τσι καημοί και τα μεράκια της Μικρασίας…

Η Κλεονίκη Τζοανάκη με τον άντρα της Γιώργο Τζοανάκη
χορεύουν μπάλο (αρχές της δεκαετίας του 1990)

Το 1991, με έρευνα και επιμέλεια του Θοδωρή Κοντάρα, το Λύκειο των Ελληνίδων Αθηνών κυκλοφόρησε τον δίσκο «Χοροί και τραγούδια από τα Αλάτσατα και την Ερυθραία της Μ. Ασίας», στον οποίο η Κλεονίκη τραγουδά 9 από τα 13 τραγούδια του. Την επομένη χρονιά κυκλοφορεί ο δίσκος «Τραγούδια στις άκρες του Ελληνισμού», σε επιμέλεια του Λάμπρου Λιάβα, με τέσσερις ηχογραφήσεις της Κλεονίκης από τη συναυλία στο Παλλάς. Το 1994 ακολούθησε νέος διπλός δίσκος του Λυκείου Ελληνίδων -συμπλήρωμα του πρώτου- με 30 χορούς και τραγούδια από τη Σμύρνη και την Ερυθραία, όπου και πάλι η Κλεονίκη τραγουδά δέκα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια.

Οι δίσκοι αυτοί, μαζί με εκείνους της Δόμνας που κυκλοφόρησαν στη δεκαετία του 1980, αποτελούν σήμερα πολύτιμη αρχειακή πηγή για το μικρασιάτικο και μάλιστα το ερυθραιώτικο τραγούδι. Όλοι οι νεότεροι μουσικοί, τραγουδιστές και χορωδίες πολλών μικρασιατικών συλλόγων εκεί ανατρέχουν, για ν’ αποδώσουν σε μεταγενέστερες εκτελέσεις τα τραγούδια της Ερυθραίας (Θαλασσινός, Μαριώ, Γαϊτάνος, Γ. Τζώρτζης κ.ά.).

Χάρη σ’ αυτούς τους δίσκους με τη μοναδική ερμηνεία της Κλεονίκης, αλλά και άλλων Ερυθραιωτών, έγιναν σχεδόν πανελλήνιες επιτυχίες τα τραγούδια Αλατσατιανή, Γιωργίτσα, Γιαλό γιαλό, Λαλεδάκια, Άταρης κ.ά., που τραγουδιούνται κατά κόρον από πολλούς σε συναυλίες δημοτικής μουσικής, ακόμη και σε ρεμπετάδικα. Τα τραγούδια της Κλεονίκης χρησιμοποιήθηκαν επίσης και σε θεατρικές παραστάσεις με μικρασιάτικο θέμα, όπως ο «Κοινός Λόγος» της Έλλης Παπαδημητρίου και η περίφημη «Αγγέλα Παπάζογλου», με μουσική επιμέλεια του Λάμπρου Λιάβα.

Τα τραγούδια και η φωνή της δεν λείπουν μέχρι σήμερα από καμιά εκπομπή δημοτικής μουσικής κρατικών, εκκλησιαστικών ή ιδιωτικών ραδιοφωνικών σταθμών σε όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και το εξωτερικό και τα χρησιμοποιούν αμέτρητοι χορευτικοί όμιλοι σε πρόβες και παραστάσεις.

Νέα Κίος, 1993. Η Κλεονίκη Τζοανάκη χορεύει τη «Γιωργίτσα»

Μα έχει ο καιρός γυρίσματα… Φαίνεται πως την Κλεονίκη τήνε ζήλεψε ο Χάρος και αποφάσισε να τη χτυπήσει αλύπητα. Το 1996 πεθαίνει ο μικρότερος γιος της Γιαννακός και μέσα στα επόμενα δυόμισι χρόνια τον ακολουθούν άλλοι δυο, ο Μανούκας κι ο καπετάν-Αντρέας. Τ’ αηδόνι τ’ Αλατσάτου ρημάχτηκε. Ζώντας μια ολόκληρη ζωή με το τραγούδι και γνωρίζοντας απ’ αυτό τέτοια φήμη, όση ίσως κανένας απλός άνθρωπος του καιρού μας, η κερά-Κλεονίκη πέρασε τα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής της μέσα σε ανείπωτο πόνο για τον χαμό των γιων της. Επιπλέον η σταδιακή απώλεια της όρασής της την καθήλωσε για πάντα στο κρεβάτι.

Η Κλεονίκη Τζοανάκη απεβίωσε στις 14 Μαΐου 2005 και η Νέα Ερυθραία κήδεψε τραγουδιστά τη διάσημη Ερυθραιώτισσα δυο μέρες μετά, στις 16 Μαΐου 2005, έτσι όπως της έπρεπε. Πάνω από το λείψανο της Κλεονίκης η Δόμνα Σαμίου, οι γυναίκες του Χορευτικού Ομίλου και όλοι οι Ερυθραιώτες, υπό τους ήχους του τουμπελεκιού που έπαιζε ο Παντελής Πολιτάκης, της τραγούδησαν, για ύστατη φορά, την Αλατσατιανή μέσα σε βαθειά συγκίνηση.

Τώρα πια το Κλεονικάκι μας δε θα ξαναπιάσει το ντουμπελέκι και το τραγούδι ντου ούτε θε’ να μας ανεστορήσει κείνα τα ξένοιαστα παιδικάτα στην Ανατολή, ανεκατωμένα με τα πικρά φαρμάκια τση προσφυγιάς. Η γλυκύτερη φωνή τ’ Αλατσάτου ησώπασε πια εδώ και χρόνια. Βουβαμός! Τ’ αηδονάκι μας ηπέταξε γι’ αλλού. Ήμπε στου Χάρου το καράβι κι ήφυε παντοτινά για «κείνα τα νερά», για τον καλλιότερο τόπο: είναι πααιμένη στα δικά τσης Αλάτσατα, σε κείνα τση παράδεισος!

«Τι να την κάνω τη ζωή, αν είναι κι άλλη τόση,
αφού υπάρχει θάνατος και το κορμί θα λειώσει…»

Όμως το Κλεονικό μας του την ήσκασε του Χάρου! Ήκλεισε τη φωνή της σε δίσκους και μας την άφηκε για πάντα εδώ, σαν αιώνιο δώρο και πολύτιμη κληρονομιά, για ν’ αποτελεί το σπουδαιότερο κεφάλαιο πολιτισμού στη Νέα Ερυθραία, για να μας συντροφεύει στις χαρές και στα ντέρτια μας, για να μας οδηγεί στα μυστικά μονοπάτια που μας ενώνουν με τη μικρασιατική γη.

Πηγές: kozanilife.gr, haniotika-nea.gr, rebet.gr, iellada.gr, domnasamiou.gr, blogs.sch.gr, enosivourlioton.gr, hellenicheritage-asiaminor.gr, mikrasiatis.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s