Φωνή αύρας λεπτής…

«Θά βγεῖς αύριο», λέει ο Θεός στον προφήτη Ηλία,
«καί θά σταθεῖς ἐνώπιον Κυρίου στό βουνό.
Τότε θα περάσει ἀπό μπροστά σου ὁ Κύριος.
Θά σηκωθεῖ ἄνεμος δυνατός,
ἀλλά δέν θά εἶναι ἐκεῖ ὁ Κύριος.
Θά ἀκολουθήσει σεισμός, ὕστερα φωτιά,
ἀλλά οὔτε ἐκεῖ θά εἶναι.
Καί μετά τό πῦρ φωνή αὔρας λεπτῆς,
εκεί θα είναι ο Κύριος» (Γ’Βα 19,11-12)

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

Ο Θεός κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Εκκλησάκι στη Σίκινο

Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».

Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.

– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;

– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.

Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.

Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.

(* Α’ Κορ. 3, 16 καὶ 6, 19)

Πηγή: theomitoros.blogspot.com

Ιούλιος ο Αλωνάρης

Αλώνι, Σίφνος (φωτ.: Ζαχαρίας Στελλάς)

Γ. Τσαρούχης, Ιούλης

«Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες», λέει ο ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης. Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης, αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης, Φουσκομηνάς, Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες, που ίσχυαν τον Ιούλιο, για κάθε τόπο.

Συνέχεια

Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία, τὸ μέγα μοναστῆρι..

Ἀρχιμ. Δοσιθέου, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης

«Ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν!»

Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος ὁ Καισαρεύς, σύγχρονος τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁ «κάλλιστος νεώς» τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀνεγείρετο, γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ κτισμάτων» (Ι’, 1-78): «Ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι ἕνα θέαμα ἐξαισίου κάλλους, ὑπερφυσικὸ μὲν γιὰ ὅσους τὸ ἀντικρύζουν, ἀπίστευτο δὲ γιὰ ὅσους ἄλλοτε ἀκοῦνε νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτό. Ἐκεῖ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται ἀνάλαφρος πρὸς τὸν Θεό. Νομίζει πὼς αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μακρυά, ἀλλὰ κατοικεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ κατοικία. Κι αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνο κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψι, ἀλλὰ ὅσες φορὲς κι ἂν τὸν ἐπισκεφθῇ κανείς, εἶναι σὰν νὰ τὸν βλέπει γιὰ πρώτη φορά. Κανεὶς ποτὲ δὲν χόρτασε νὰ βλέπῃ αὐτὸ τὸ θέαμα».

Ὁ σύρων αὐτὲς τὶς πενιχρὲς γραμμὲς ἔχει ἐπισκεφθῆ αὐτὸν τὸν ναὸ τῶν ναῶν ἀμέτρητες φορές. Ἴσως φθάνουν καὶ τὶς ἑκατό. Ποτὲ δὲν «ἐνεπλήσθη», ποτὲ δὲν χόρτασε, ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ μυστικά του. Ὅλο καὶ κάτι τοῦ ξέφευγε. Τί λέγω ὁ τάλας «κάτι»; Τὰ πλεῖστα. Προσπαθοῦσε νὰ μένῃ ὅσο τὸ δυνατὸν μόνος γιὰ νὰ μπορῇ νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀνιχνεύῃ τὸ παρελθόν, ὀπισθοβατῶν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γιατί εἶπε στὰ ἐγκαίνια ὁ Ἰουστινιανός: «Νενίκηκά σε, Σολομών»! Πλὴν ὅμως τὸ «μόνος» ἦτο πάντοτε ἀνέφικτον. Πάντα εἶναι γεμάτος ἀπὸ ὀρδὲς τουριστῶν. Γιαπωνέζοι μὲ σορτσάκια, γαλλιδοῦλες ἡμίγυμνες, ἐγγλέζοι μὲ τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸ στῆθος. Ἕλληνες φωνακλάδες· -Γιῶργο ἀπὸ δῶ! -Μαρία ἀπὸ κεῖ! Πανσπερμία, συνονθύλευμα, Βαβέλ. Εἰσέρχονται μπουλουκηδὸν βιαστικοί, βιαστικοὶ κοιτοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, βιαστικὰ φεύγουν, γιὰ λίγο καθαρὸν ἀέρα… Ἀνυποψίαστοι. Τουρίστες.

Τί ἁγία Σοφία, τί μπλὲ τζαμί, τί κλειστή ἀγορά! Ὅλα τὸ ἴδιο. Καλύτερα ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ βραδυνὰ σὲ χοροὺς ὀριεντάλ… Οἱ προσκυνηταὶ ἐλάχιστοι. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνοντας τὰ πόδια τους τρικλίζουν, τὰ μάτια βουρκώνουν, ἡ καρδιὰ πάει νὰ σπάσῃ, τὸ δεξὶ χέρι σηκώνεται ἀνεπαίσθητα γιὰ νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτός, ναί, ξέρει. Γνωρίζει ὅτι δὲν μπαίνει σὲ μουσεῖο, ἀλλὰ σὲ χῶρο ἁγιασμένο, στὸν ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πληρώνει εἰσιτήριο, ἀλλὰ τὸ λησμονεῖ ἀμέσως. Ἔχει μάθει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν προσκυνεῖ μόνον τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἢ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλλὰ καὶ κάθε πέτρα ὅπου κάποτε ἐτελεῖτο θεία Λειτουργία, εἴτε τώρα εἶναι τζαμὶ εἴτε εἶναι μουσεῖο. «Βλέπει», αἰσθάνεται, σκέπτεται πράγματα ἄγνωστα στοὺς πολλούς. Βλέπει ἀπ’ ἔξω ἕνα ὀγκῶδες κτίριο μὲ μόνο στόλισμα ἕνα σουβᾶ, ἕνα κονίαμα βαμμένο μὲ νερομπογιά, ξεθωριασμένο. Εἰσέρχεται καὶ βλέπει σεμνὴ μεγαλοπρέπεια. Φῶς ἱλαρό, κολῶνες πορφυρὲς καὶ πράσινες, κιονόκρανα περίτεχνα, δαντέλα πραγματική. Ὅμως δὲν διερωτᾶται γιατί τόση διαφορὰ τοῦ «ἔξω» ἀπὸ τὸ «μέσα». Γνωρίζει ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἐλάτρευαν τοὺς θεούς των ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι «ἔσωθεν», μέσα στὸν ναό. Νὰ γιατί ἡ τόση διαφορά. Εἰσερχόμενος ἀκροποδητὶ διακρίνει ἤδη στὸν νάρθηκα δικούς του ἀνθρώπους γνω­στοὺς ἀπὸ παλιά. Εἶναι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Λέων ὁ Σοφός. Εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. Μὰ καὶ ὁ εἰσερχόμενος Ῥωμηὸς εἶναι, ἄρα συγγενής. Ὁμόπιστος, ὁμαίμων.

Πατάει στὰ φαγωμένα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν χρῆσι κατώφλια ποὺ ὁδηγοῦν στὸν κυρίως ναὸ καὶ ἀναλογίζεται· «Πόσα πόδια ἁγίων ἀνδρῶν, πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, παντὸς βαθμοῦ κληρικῶν καὶ μοναχῶν ἐπάτησαν καὶ ἐλείαναν αὐτὰς τὰς «φλιάς»; Πόσοι αὐτοκράτορες, πόσοι πορφυρογέννητοι, πόσοι ξένοι πρεσβευταὶ πέρασαν ἀπ’ αὐτὲς τὶς θύρες, θαύμασαν καὶ ἐξέστησαν; Τί ἔκαμε τοὺς Ῥώσσους ἀπεσταλμένους νὰ ἀνα­φωνήσουν «οὐκ ἴσμεν εἴ ἐσμεν ἐν οὐρανῷ ἢ ἐν γῇ»; Πόσοι μαΐστορες τῆς ψαλτικῆς, πόσοι βαστακταὶ γέμισαν μὲ τὶς ψαλμῳδίες τους αὐτὸν τὸν ἀπέραντο καθαγιασμένο χῶρο; Πόσοι πιστοὶ «ἐπώνυμοι» καὶ «ἀνώνυμοι» προσευχήθηκαν καὶ μετέλαβαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀπ’ ἐκείνη τὴν «ἅγια τράπεζά μας» διὰ χειρὸς ἁγίων πρεσβυτέρων; Πόσα ἅγια λείψανα ὑπῆρχαν; Πόσες θαυματουργὲς εἰκόνες»; Πῶς μπορῇ νὰ στέκεται κάτω ἀπὸ ἕνα τροῦλλο ποὺ φαίνεται νὰ κρατῆται ἀπὸ χρυσῆ ἁλυσίδα κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανό; Πῶς μπορῇ νὰ ἀντέξῃ ἡ καρδιὰ ὅταν ὁραματίζεται νὰ ψάλλῃ «ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»; Κι ἂν στρέψῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ἅγιο βῆμα καὶ ἀντικρύσῃ ἐκεῖ ψηλὰ ἔνθρονη τὴν Κυρία Θεοτόκο, βαστάζουσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σιγοψάλῃ: «Τῆς Θεοτόκου ἡ Πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν καὶ δι’ αὐτῆς περισῴζεται καὶ κραταιοῦται, βοῶσα πρὸς αὐτήν· Χαῖρε ἡ ἐλπὶς τῶν περάτων τῆς γῆς»;

Ἀτενίζοντας τὰ τέσσαρα ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σοῦ ἔρχεται νὰ ψάλῃς τὸν ὕμνο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «τὰς ὄψεις καλύπτοντα καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον, ἀλληλούϊα». Διερωτᾶσαι δὲ πῶς ἐκεῖνος ὁ ἀνώνυμος ψηφιοθέτης κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἀνθρώπινη μορφὴ στοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καὶ ἐνῷ βλέπεις σῶμα, αἰσθάνεσαι τὸ τῶν ἀγγέλων ἀσώματον.

Ἀναβαίνουμε στὰ Κατηχουμενεῖα μέσῳ τοῦ κοχλία. Τὸ πῶς ἀνεβαίνουμε μόνον ὁ Θεὸς τὸ ξέρει! Κόβονται τὰ πόδια μας προσδοκῶντας τὸ τί θὰ δοῦμε. Ἐδῶ συναθροίσθηκαν τόσες καὶ τόσες Ἱερὲς Σύνοδοι γιὰ νὰ καθορίσουν τὶς λεπτομέρειες τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος. Φθάνουμε ἐπὶ τέλους στὴν Μεγάλη Δέησι. Μᾶς καθηλώνει τὸ γλυκύ, ἥρεμο βλέμμα τοῦ Κυρίου. Εὐλογεῖ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τὰ ἁμαρτωλὰ παιδιά Του. Εἶναι ὁ ἐλεήμων, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Δέομαι: «Σῶσον, Κύριε, τὸν λάον σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Ἐκ δεξιῶν δέεται τοῦ Κυρίου ἡ πανάμωμος Μήτηρ. Μοῦ ὑπενθυμίζει ἕνα διάλογο παλαιὸ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Μονογενοῦς:

«-Τί, Μῆτερ, αἰτεῖς;

– Τὴν βροτῶν σωτηρίαν.

– Παρώργισάν με.

– Συμπάθησον Υἱέ μου.

– Ἀλλ’ οὐκ ἐπιστρέφουσι.

– Καὶ σῶσον χάριν.

– Ἕξουσι λύτρον.

– Εὐχαριστῶ σοι, Λόγε!».

Ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων, ἀσκητικὸς «ἄτακτον τὴν κόμην ἔχων». Ἱκετεύει καὶ αὐτὸς ὑπὲρ λαοῦ ἡμαρτηκότος. Χεῖρες βανδάλων ἀπέκοψαν ἀπὸ τοῦ ψηφιδωτοῦ τὴν δεξιάν του χεῖρα «τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου». Κύκλῳ σου ἡ τουριστικὴ πλημμυρίς. Δὲν σὲ ἀφήνουν οὔτε νὰ προσευχηθῇς, οὔτε νὰ δακρύσῃς, οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κάποια πτυχὴ τοῦ ἀῤῥάφου χιτῶνος.

Λίγο παράμερα, στὴν γωνία ἀπ’ ὅπου αἱ «εὐγενεῖς κυρίαι» παρακολουθοῦσαν τὴν Θεία Λειτουργία, ἀόρατοι ὄπισθεν τοῦ δρυφράκτου, ἰδοὺ οἱ μορφὲς αὐτοκρατόρων καὶ συζύγων. Πρώτη ἡ μορφὴ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου, τρίτου συζύγου τῆς παραπλεύρως Ζωῆς, τῆς ἄ­κρως ζωηρᾶς Ζωῆς. Τὸ ψηφίδωμα ἀνῆκε εἰς τὸν πρῶτον σύζυγό της, τὸν Ῥωμανὸ τὸν Ἀργυρό. Αὐτὸς πέθανε. Ἢ μᾶλλον «τὸν πέθανε». Ἔρχεται ὁ δεύτερος, Μιχαὴλ ὁ Παφλαγών. Τὸν ἀνάγκασε νὰ καλογερέψῃ. Ἦλθε καὶ ὁ τρίτος. Διατάσσει καὶ ξηλώνουν τὴν μορφὴ (τοῦ προσώπου μόνον, διὸ καὶ ἐμφανὴς ἡ διόρθωσις) καὶ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρώτου καὶ ψηφιοθετοῦν τὴν μορφὴ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τρίτου. Ἁπλᾶ πράγματα καὶ ὑπὲρ λίαν χριστιανικά! Ὁ «Ῥωμανο-Κωνσταντῖνος» κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Ἕνα σακκοῦλι μὲ τρεῖς λίτρες χρυσοῦ διὰ τὶς ἐτήσιες ἀνάγκες τοῦ ναοῦ. Ἐτοποθετεῖτο μάλιστα ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης ἑκάστην Μεγάλην Πέμπτην. Ἐξ ἀριστερῶν ἡ «εὐσεβεστάτη» Αὐγούστα Ζωή, ἡ ὁποία κατεσπατάλησε τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους πρὸς ἀγορὰν καλλυντικῶν καὶ ἀλοιφῶν ἀπὸ τὴν Κίνα διὰ νὰ φαίνεται ἡ ἑβδομηντάχρονη ὡς εἰκοσάχρονη παρθένος. Εἰς τὸ μέσον ὁ ἔνθρονος Κύριος εὐλογῶν (ἀναγκαστικῶς) τὰ αὐτοκρατορικὰ τερατουργήματα.

Δίπλα Ἰωάννης Β΄ ὁ Κομνηνός, ὁ καὶ Καλοϊωάννης ἐπονομαζόμενος διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ μετὰ τῆς Οὐγγαρέζας συζύγου αὐτοῦ Εἰρήνης, ξανθῆς καὶ ῥοδαλῆς. Σημειωτέον ὅτι αὐτὴ ἡ «ξένη» ἵδρυσε τὴν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος (σημερινοῦ Zeyrek cami) μετὰ νοσοκομείου. Ὕστερον ἐγένετο μοναχὴ ἐπονομασθεῖσα Ξένη καὶ ἡγίασε ἑορταζομένη τῇ 13ῃ Αὐγούστου. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ψηφιδωτὸν ὁ αὐτοκράτωρ κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Εἰς τὸ μέσον τοῦ ζεύγους ἔχει ψηφιοθετηθεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὀρθὴ βαστάζουσα τὸν παῖδα Ἰησοῦν εὐλογοῦντα τὸ ὄντως εὐλογημένον τοῦτο ζεῦγος. Εἰς τὴν γωνίαν εὑρίσκεται τὸ ψηφιδωτὸν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου μὲ μορφὴν νεαροῦ παιδιοῦ, καὶ τοῦτο διότι ἐβασίλευσεν εἰς ἡλικίαν δώδεκα ἐτῶν καὶ ἐστραγγαλίσθη μετὰ τρία μόλις ἔτη… Ὅ­μως διερωτῶμαι; «Ὠκεανὸς εἰς κοτύλην χωρεῖ»; Χωράει ἕνας ὠκεανὸς σ’ ἕνα φλυτζάνι τοῦ καφέ; Προφανῶς ὄχι. Ἐξ ἄλλου ἡ ὥρα πέρασε. Οἱ φύλακες σημαίνουν μὲ κώδωνα. Πρέπει νὰ ἐξέλθουμε.

Κάθομαι σ’ ἕνα παγκάκι ἔξω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, στὸν ἀπέναντι κῆπο. Προσπαθῶ νὰ ὀνειρευθῶ ξύπνιος. Διώχνω τοὺς τέσσερις μιναρέδες. Κατεβάζω τὴν ἡμισέληνο ἀπὸ τὸν τροῦλλο καὶ τοποθετῶ ἕνα λαμπυρίζοντα Τίμιο Σταυρό. Σκέπτομαι πῶς χώρεσαν μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τὰ πάθη καὶ οἱ καημοὶ τῆς πονεμένης Ῥωμιοσύνης, τῆς Ἐσταυρωμένης Ὀρθοδοξίας! Τόση ἱστορία, τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις! Ἦλθαν στὸ νοῦ μου αὐτὲς οἱ ὑπέροχες ἐσωτερικὲς ὀρθομαρμαρώσεις ποὺ ἔγιναν τραγούδι: «σὰν τὰ μάρμαρα τῆς Πόλης πού ’ναι στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἔτσι τάχεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια καὶ μαλλιά». Οἱ ἐλπίδες; «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι». Τὰ μοιρολόγια; «Πουλί μ’ γιατί δὲν κελαηδεῖς, ὡς κελαηδοῦσες πρῶτα;». Ἡ μισοτελειωμένη Λειτουργία, ὁ μαρμαρωμένος Βασιληᾶς; Ὄνειρα… Ὄνειρα… Ναί, μὰ ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν. Ὅταν τὰ ὄνειρα σβήσουν θὰ χαθῆ κι αὐτή; Τὸ λέει ὁ ἐθνικὸς τῆς Κύπρου ποιητής, ὁ Μιχαηλίδης: «Ἡ ῥωμιοσύνη ἐν’ νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει»…

– Ξύπνα, πάτερ, σὲ πῆρε ὁ ὕπνος! Νύχτωσε, φεύγουμε!

Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Το όμορφο ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας στον Αυλώνα

Κάθε χρόνο η γιορτή της Αγίας Μαρίνας, στην καρδιά του καλοκαιριού, τελείται πανηγυρικά στα ιερά προσκυνήματα που είναι αφιερωμένα στη χάρη Της σε ολόκληρη τη χώρα. Ξεχωριστή ομορφιά έχουν τα μικρά ξωκλήσια, σπαρμένα στην ελληνική ύπαιθρο, όπου η ευωδιά του θυμιάματος στην ιερή ακολουθία της Αγίας σμίγει μοναδικά με το μυρωμένο αγέρι και τη γαλήνη της εξοχής.

Συνέχεια

Η Μαρίνα των βράχων (Οδυσσέας Ελύτης)

Η Μαρίνα των βράχων

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη – Μὰ ποῦ γύριζες;
Ὁλημερὶς τὴ σκληρὴ ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Ἀετοφόρος ἄνεμος γύμνωσε τοὺς λόφους
Γύμνωσε τὴν ἐπιθυμία σου ὣς τὸ κόκαλο
Κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν σου πήρανε τὴ σκυτάλη τῆς Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ ἀφρό τὴ θύμηση!

Συνέχεια

Η Αγία Μαρίνα και το ιερό προσκύνημά της στην Άνδρο

17 Ιουλίου

Η θαυματουργός ιερά εικόνα της Αγίας Μαρίνας στην Μονή της στην Άνδρο

Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστιανισμό. Όταν έγινε 15 ετών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος εκείνος από αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του. Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.

Συνέχεια

Αντηρίδες και στοιβάδες από πέτρα (Jacques Lacarrière)

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

«Αντηρίδες και στοιβάδες από πέτρα, ριζωμένες μέσα στο λόφο, σαν δαχτυλίδια ή σπείρες μεγάλου απολιθωμένου κοχυλιού μαζεμένες γύρω από την ορχήστρα… Αυτό που γιορτάζανε άλλοτε πάνω σε αυτόν τον λείο και άπιαστο κύκλο, μάτι ορθάνοιχτο προς τον ουρανό με κόρη από πέτρα στη μέση του, την αρχαία θυμέλη -το βωμό του Διονύσου, δεν ήταν παράξενες και εξωτικές λατρείες, τελετές μαγείας ή μανίας, αλλ’ η συνειδητή παντρειά του τραγικού και της λογικής, η θελημένη ένωση πάθους και στοχασμού. Ολόκληρη η ελληνική τραγωδία, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη, αναφέρεται, τελείως αυθόρμητα, σε αυτό που κάνει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν να μην ήταν εκείνος σε αυτούς τους τρομακτικούς μύθους που φέρνουν απάνω τους την τιτάνια μνήμη των πραγμάτων. Για να λύσει έτσι ευκολότερα, αντιμετωπίζοντας ανοιχτά τη φρίκη, το αίνιγμα των επιθυμιών και των φόβων μας …».

Συνέχεια

Η τρυγόνα, η κορώνα!

«… Περπατεί και πάει τίκια η Τρυγόνα η κορώνα…»

dasarxeio.com

Τρυγόνα· όνομα γυναικείο, λαοφιλές στους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας, όπως και το τραγούδι. «Η Τρυγόνα η κορώνα» χορεύεται κιόλας· οι κινήσεις μιμούνται τις κινήσεις της τρυγόνας, όταν κρύβεται σε θάμνους.

Η θεά Δήμητρα συνοδευόταν από λευκά τρυγόνια. Είναι δε γνωστό ότι η Λητώ, στη Δήλο, παραδομένη στους πόνους, κυνηγημένη, δέχτηκε βοήθεια από δύο τρυγόνες: Τη μαία Ειλείθυια και την Ίριδα, οι οποίες έσπευσαν μεταμορφωμένες ..για τον φόβο της Ήρας.

«Σαν και μένανε τρυγόνα κυνηγός δεν βρίσκεται άλλος κι αν μια μέρα σε σκοτώσω …», είχε ηχογραφήσει ο Λόρκα στα 1931, όπου η τρυγόνα που σκοτώθηκε είναι η δημοκρατία· μετά την εκτέλεση του ποιητή από τους φασίστες το τραγούδι έγινε σύμβολο αγώνα.

«Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά», είχε γράψει ο Μενέλαος Λουντέμης για μια εξόριστη μητέρα, ενώ ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Μάνα μου, εγώ είμαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι …». Το τρυγόνι θεωρείται σύμβολο της συζυγικής αφοσίωσης· εάν το ένα πεθάνει, το άλλο δεν ζευγαρώνει πια· από τη λύπη του κάποτε πεθαίνει.

Πουλιά κομψότατα, ελαφριά, άρχοντες του αέρα, διαχειμάζουν στην Αφρική, αν και μερικά δεν μας εγκαταλείπουν. Steptopelia turtur ή turtur-ris (λατ.), το όνομα το πήρε από το ασταμάτητο γουργουρητό του «τουρ – τουρ – τουρ». Στην αρχαιότητα επί λάλου ανθρώπου αποφαίνονταν «τρυγόνος λαλίστερος».

Τα περάσματα των τρυγονιών είναι γνωστά από χρόνους παμπάλαιους. Από το χάραμα μέχρι το μεσημέρι περνούν κοπαδιαστά. Τα πρώτα φθάνουν την ημέρα του Σταυρού. «Αυτού ψηλά που περπατείς τρυγόνα, τρυγόνα και χαμηλά λογιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη, μην είδες τον ασίκη μου, τον αγαπητικό μου;» (Β. Ηπειρος). Και ένα σπάραγμα από το δημοτικό, γνωστό ως «Ο θάνατος του Οδυσσέως Ανδρούτσου»: «… Ν’ ακούστε την Ανδρούτσαινα, τη μάνα του Δυσσέα, πώς σκούζει, πώς μοιρολογά, και σαν τρυγόνα κλαίει!».

Ελένη Σαραντίτη

Πηγή: https://dasarxeio.com/2019/08/05/69630/

Στην παράδοση του Πόντου η «Τρυγόνα» είναι βουκολικός κεφάτος σιγανός χορός. Ανήκει στους λίγους ποντιακούς χορούς που χορεύονται από δεξιά προς τα αριστερά. Οι κινήσεις του χορού αναπαριστούν μια γυναίκα που κόβει ξύλα. Στο αριστερόστροφο σημείο του χορού είναι το περπάτημα, ενώ στο δεξιόστροφο το κόψιμο των ξύλων, χαρακτηριστικό του δε το σκύψιμο του χορευτή και το ανεβοκατέβασμα των χεριών:

«Ακεί πέρα σ’ ορμανόπον, η τρυγόνα η κορώνα
έστεκεν και εποίνε ξύλα, η τρυγόνα η κορώνα».

Κάτω στο γιαλό..

Βούλα Παπαϊωάννου, 1955

Παραδοσιακό τραγούδι του ανατολικού Αιγαίου. Ηχογραφήθηκε στην Αθήνα, το 1931, με ερμηνεία του Ευάγγελου Σωφρονίου. Εξαιρετική θεωρείται και η ερμηνεία του τραγουδιού από τον Αντώνη Ν. Παυλίδη. Σε στούντιο ηχογραφήθηκε το 1959. Κυκλοφόρησε στο δίσκο 45 στροφών «Τραγούδια από τα νησιά μας» (Fidelity, 1959) με επιμέλεια Δόμνας Σαμίου και επανακυκλοφόρησε στη συλλογή «Μουσικό οδοιπορικό 1959-1969» (Universal Music, 2008) με επιμέλεια Γιώργου Τσάμπρα.

Στίχοι:

Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι
κάτω στο γιαλό κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Πλέναν Χιώτισσες, πλέναν παπαδοπούλες
πλέναν Χιώτισσες κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Και μια Χιώτισσα, μικρή παπαδοπούλα
και μια Χιώτισσα κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Έπλεν’ άπλωνε και με την άμμο παίζει
έπλεν’ άπλωνε κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Φύσηξε βοριάς, μαΐστρος, τραμουντάνα
φύσηξε βοριάς κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της σήκωσε κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της
και της φάνηκε κοντή, νεραντζούλα φουντωτή

Έλαμψε ο γιαλός, έλαμψ’ ο κόσμος όλος
έλαμψε ο γιαλός κοντή, νεραντζούλα φουντωτή.

Επτανησιακή μουσική, η αιώνια αγαπημένη!

Από τις γλυκιές μελωδίες της παίρνει δύναμη και η πιο αδύναμη ψυχή… Μια μοναδική μουσική παράδοση γεμάτη ευγένεια, χάρη και λυρισμό!

Συνέχεια

Θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά (παραδοσιακό Μυτιλήνης)

Ένα όμορφο παραδοσιακό παιδικό τραγούδι του βορείου Αιγαίου, που κατέγραψε η Δόμνα Σαμίου στο Σκουτάρο της Λέσβου, από τη δεκάχρονη Φιλισία Βουρτζούμη και τη γιαγιά της, το 1975

Χώρα Νάξου – Αρχαιολογικό Μουσείο

Στίχοι:

Θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ, θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ
στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα, στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα.

Να κόψω δυο γαρίφαλα, να κάνω φροκαλίτσα
να φροκαλώ τη θάλασσα, ν’ αράζουν τα καράβια.

Ένα καράβι άραξε στου βασιλιά την πόρτα,
ο βασιλιάς δεν ήτανε μόν’ τρεις βασιλοπούλες.

H μια κεντάει τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι
κι απ’ όλες η μικρότερη κεντάει το μαντηλάκι.

Kέντα το κόρη, κέντα το, του ’ρβωνιασ’τκού σ’ μαντήλι
να βάλεις μέσα ζάχαρη και κόκκινη μαστίχα.

Να το πηγαίνεις στο σχολειό κι απ’ το σχολειό στο σπίτι.

Kι αν δεν είν’ πόρτα ανοιχτή, ρίχτ’ απ’ το παραθύρι,
να βγει ο γαμπρός με τ’ άρματα κι η νύφη με τ’ς αλ’σίδες.

Δόμνα Σαμίου – Παιδική χορωδία

Τοπίο από όνειρο.. ο κόλπος της Γέρας

Μυτιλήνη, Γέρα 1977

«Κοίταζαν ανάμεσα απ’ τα λιόδεντρα
τα χαλίκια της ακτής να βγάζουνε ασημένιες άχνες»

Τάσος Αθανασιάδης, «Η Αίθουσα του Θρόνου»
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1969

Συνέχεια
Χωρίς κατηγορία

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου
και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…»
(Οδ. Ελύτης)

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Συνέχεια