Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
«Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες», λέει ο ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης. Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης, αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης, Φουσκομηνάς, Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες, που ίσχυαν τον Ιούλιο, για κάθε τόπο.
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Κάθε χρόνο η γιορτή της Αγίας Μαρίνας, στην καρδιά του καλοκαιριού, τελείται πανηγυρικά στα ιερά προσκυνήματα που είναι αφιερωμένα στη χάρη Της σε ολόκληρη τη χώρα. Ξεχωριστή ομορφιά έχουν τα μικρά ξωκλήσια, σπαρμένα στην ελληνική ύπαιθρο, όπου η ευωδιά του θυμιάματος στην ιερή ακολουθία της Αγίας σμίγει μοναδικά με το μυρωμένο αγέρι και τη γαλήνη της εξοχής.
Η θαυματουργός ιερά εικόνα της Αγίας Μαρίνας στην Μονή της στην Άνδρο
Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστιανισμό. Όταν έγινε 15 ετών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος εκείνος από αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του. Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.
«Αντηρίδες και στοιβάδες από πέτρα, ριζωμένες μέσα στο λόφο, σαν δαχτυλίδια ή σπείρες μεγάλου απολιθωμένου κοχυλιού μαζεμένες γύρω από την ορχήστρα… Αυτό που γιορτάζανε άλλοτε πάνω σε αυτόν τον λείο και άπιαστο κύκλο, μάτι ορθάνοιχτο προς τον ουρανό με κόρη από πέτρα στη μέση του, την αρχαία θυμέλη -το βωμό του Διονύσου, δεν ήταν παράξενες και εξωτικές λατρείες, τελετές μαγείας ή μανίας, αλλ’ η συνειδητή παντρειά του τραγικού και της λογικής, η θελημένη ένωση πάθους και στοχασμού. Ολόκληρη η ελληνική τραγωδία, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη, αναφέρεται, τελείως αυθόρμητα, σε αυτό που κάνει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν να μην ήταν εκείνος σε αυτούς τους τρομακτικούς μύθους που φέρνουν απάνω τους την τιτάνια μνήμη των πραγμάτων. Για να λύσει έτσι ευκολότερα, αντιμετωπίζοντας ανοιχτά τη φρίκη, το αίνιγμα των επιθυμιών και των φόβων μας …».
Τρυγόνα· όνομα γυναικείο, λαοφιλές στους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας, όπως και το τραγούδι. «Η Τρυγόνα η κορώνα» χορεύεται κιόλας· οι κινήσεις μιμούνται τις κινήσεις της τρυγόνας, όταν κρύβεται σε θάμνους.
Η θεά Δήμητρα συνοδευόταν από λευκά τρυγόνια. Είναι δε γνωστό ότι η Λητώ, στη Δήλο, παραδομένη στους πόνους, κυνηγημένη, δέχτηκε βοήθεια από δύο τρυγόνες: Τη μαία Ειλείθυια και την Ίριδα, οι οποίες έσπευσαν μεταμορφωμένες ..για τον φόβο της Ήρας.
«Σαν και μένανε τρυγόνα κυνηγός δεν βρίσκεται άλλος κι αν μια μέρα σε σκοτώσω …», είχε ηχογραφήσει ο Λόρκα στα 1931, όπου η τρυγόνα που σκοτώθηκε είναι η δημοκρατία· μετά την εκτέλεση του ποιητή από τους φασίστες το τραγούδι έγινε σύμβολο αγώνα.
«Μικρή τρυγόνα, δίχως ταίρι και φωλιά», είχε γράψει ο Μενέλαος Λουντέμης για μια εξόριστη μητέρα, ενώ ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:«Μάνα μου, εγώ είμαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι …». Το τρυγόνι θεωρείται σύμβολο της συζυγικής αφοσίωσης· εάν το ένα πεθάνει, το άλλο δεν ζευγαρώνει πια· από τη λύπη του κάποτε πεθαίνει.
Πουλιά κομψότατα, ελαφριά, άρχοντες του αέρα, διαχειμάζουν στην Αφρική, αν και μερικά δεν μας εγκαταλείπουν. Steptopelia turtur ή turtur-ris (λατ.), το όνομα το πήρε από το ασταμάτητο γουργουρητό του «τουρ – τουρ – τουρ». Στην αρχαιότητα επί λάλου ανθρώπου αποφαίνονταν «τρυγόνος λαλίστερος».
Τα περάσματα των τρυγονιών είναι γνωστά από χρόνους παμπάλαιους. Από το χάραμα μέχρι το μεσημέρι περνούν κοπαδιαστά. Τα πρώτα φθάνουν την ημέρα του Σταυρού.«Αυτού ψηλά που περπατείς τρυγόνα, τρυγόνα και χαμηλά λογιάζεις, τρυγόνα μου γραμμένη, μην είδες τον ασίκη μου, τον αγαπητικό μου;» (Β. Ηπειρος). Και ένα σπάραγμα από το δημοτικό, γνωστό ως «Ο θάνατος του Οδυσσέως Ανδρούτσου»: «… Ν’ ακούστε την Ανδρούτσαινα, τη μάνα του Δυσσέα, πώς σκούζει, πώς μοιρολογά, και σαν τρυγόνα κλαίει!».
Στην παράδοση του Πόντου η «Τρυγόνα» είναι βουκολικός κεφάτος σιγανός χορός. Ανήκει στους λίγους ποντιακούς χορούς που χορεύονται από δεξιά προς τα αριστερά. Οι κινήσεις του χορού αναπαριστούν μια γυναίκα που κόβει ξύλα. Στο αριστερόστροφο σημείο του χορού είναι το περπάτημα, ενώ στο δεξιόστροφο το κόψιμο των ξύλων, χαρακτηριστικό του δε το σκύψιμο του χορευτή και το ανεβοκατέβασμα των χεριών:
«Ακεί πέρα σ’ ορμανόπον, η τρυγόνα η κορώνα έστεκεν και εποίνε ξύλα, η τρυγόνα η κορώνα».
Παραδοσιακό τραγούδι του ανατολικού Αιγαίου. Ηχογραφήθηκε στην Αθήνα, το 1931, με ερμηνεία του Ευάγγελου Σωφρονίου. Εξαιρετική θεωρείται και η ερμηνεία του τραγουδιού από τον Αντώνη Ν. Παυλίδη. Σε στούντιο ηχογραφήθηκε το 1959. Κυκλοφόρησε στο δίσκο 45 στροφών «Τραγούδια από τα νησιά μας» (Fidelity, 1959) με επιμέλεια Δόμνας Σαμίου και επανακυκλοφόρησε στη συλλογή «Μουσικό οδοιπορικό 1959-1969» (Universal Music, 2008) με επιμέλεια Γιώργου Τσάμπρα.
Στίχοι:
Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι κάτω στο γιαλό κοντή, νεραντζούλα φουντωτή
Ένα όμορφο παραδοσιακό παιδικό τραγούδι του βορείου Αιγαίου, που κατέγραψε η Δόμνα Σαμίου στο Σκουτάρο της Λέσβου, από τη δεκάχρονη Φιλισία Βουρτζούμη και τη γιαγιά της, το 1975
Χώρα Νάξου – Αρχαιολογικό Μουσείο
Στίχοι:
Θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ, θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα, στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα.
Να κόψω δυο γαρίφαλα, να κάνω φροκαλίτσα να φροκαλώ τη θάλασσα, ν’ αράζουν τα καράβια.
Ένα καράβι άραξε στου βασιλιά την πόρτα, ο βασιλιάς δεν ήτανε μόν’ τρεις βασιλοπούλες.
H μια κεντάει τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι κι απ’ όλες η μικρότερη κεντάει το μαντηλάκι.
Kέντα το κόρη, κέντα το, του ’ρβωνιασ’τκού σ’ μαντήλι να βάλεις μέσα ζάχαρη και κόκκινη μαστίχα.
Να το πηγαίνεις στο σχολειό κι απ’ το σχολειό στο σπίτι.
Kι αν δεν είν’ πόρτα ανοιχτή, ρίχτ’ απ’ το παραθύρι, να βγει ο γαμπρός με τ’ άρματα κι η νύφη με τ’ς αλ’σίδες.
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…» (Οδ. Ελύτης)
Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]