Επτανησιακή μουσική, η αιώνια αγαπημένη!

Από τις γλυκιές μελωδίες της παίρνει δύναμη και η πιο αδύναμη ψυχή… Μια μοναδική μουσική παράδοση, γεμάτη ευγένεια, χάρη και λυρισμό!

Τα Επτάνησα δεν γνώρισαν τουρκική κατοχή, γνώρισαν όμως την ενετική και την αγγλική. Αυτός είναι ο λόγος που τα νησιά του Ιονίου ανέπτυξαν τα ευρωπαϊκά μουσικά ρεύματα και κυρίως το ιταλικό. Μια παράδοση λέει ότι τα Επτάνησα δέχτηκαν και την επιρροή των Κρητικών που έφυγαν από το νησί τους τον 17ο αιώνα και γι’ αυτό στα χωριά των Ιονίων συναντάμε ένα μουσικό ιδίωμα – μείγμα ιταλικού και κρητικού είδους.

Στα νησιά του Ιονίου αναπτύχθηκαν οι συμφωνικές ορχήστρες, οι φιλαρμονικές, οι μαντολινάτες και οι χορωδίες, καθώς είδος έκφρασης των νησιών ήταν η όπερα, η καντσονέττα, το ιταλικό bel canto, η χορωδιακή μουσική και η μαντολινάτα, λίγο αργότερα. Μικρή εξαίρεση αποτελεί η Λευκάδα, στην οποία είχε αναπτυχθεί κυρίως το παραδοσιακό κλαρίνο, λόγω της μικρής απόστασης που τη χώριζε από τη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο.

Με την Ενετοκρατία παρουσιάζονται στα τρία μεγάλα νησιά, Κέρκυρα, Κεφαλλονιά και Ζάκυνθο, λυρικά θέατρα. Οι πρώτοι επτανήσιοι συνθέτες γράφουν πρώτα όπερα και μετά άλλα είδη μουσικής. Μάλιστα το λυρικό θέατρο της Κέρκυρας, το San Giacomo, είναι διάσημο και πέραν των συνόρων της Ιταλίας. Ήδη από τον 18ο αιώνα έχουμε πληθώρα συνθετών οι οποίοι συμβάλλουν τα μέγιστα στην ίδρυση της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής: Στέφανος Πογιάγος, Νικόλαος Μάντζαρος, Σπυρίδων Ξύνδας, Ιωσήφ Λιβεράλης, Παύλος Καρρές, Διονύσιος Ροδοθεάτος, Σπύρος Σαμάρας, Γεώργιος Λαμπελέτ, Διονύσιος Λαυράγκας κ.ά.

Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε και στους παραδοσιακούς χορούς των Ιονίων Νησιών που συνδυάζουν στοιχεία ευρωπαϊκής και ντόπιας παράδοσης και κουλτούρας. Η συμβίωση Ελλήνων και Ενετών συνετέλεσε στη διάδοση ορισμένων δυτικών χορών (Gaillarde, Rigaudon κ.ά.) αλλά και πολυφωνικών τραγουδιών με δυτική εναρμόνιση (αριέτα, καντάδα, σερενάτα). Στην ορχήστρα (ζυγιά), που συνοδεύει τον χορό, κυριαρχούν η κιθάρα και το βιολί αλλά και το λαούτο (με μακρύ χέρι, το ελληνικό). Στη Ζάκυνθο προστίθενται η πίπιζα και το νταούλι. Στη Λευκάδα η παραδοσιακή ορχήστρα είναι όπως στη στεριανή Ελλάδα: κλαρίνο, βιολί, λαούτο (ή κιθάρα).

Το ύφος χαρακτηρίζεται από πολλά δυτικά στοιχεία, παιγμένα όμως με λαϊκό τρόπο. Τα όργανα παίζουν την ίδια μελωδία με τη φωνή και αυτό δείχνει τη στενή σχέση που έχει η φωνή με τα όργανα. Φυσικά δεν λείπουν τα γεμίσματα και οι φιοριτούρες. Η χρήση του δοξαριού στο βιολί δεν είναι κοφτή, δεν αλλάζουν δοξαριά σε κάθε νότα. Ο τρόπος παιξίματος είναι δυτικός. Οι μουσικοί επιζητώντας το πολυφωνικό στοιχείο, παίζουν πολλές φορές σε 3ες (πρίμο – σεκόντο). Η κιθάρα είναι συνοδευτικό όργανο. Το λαούτο πότε συνοδεύει και πότε ακολουθεί τη μελωδία του βιολιού, ενώ κυρίαρχα όργανα είναι το μαντολίνο και η κιθάρα.

Ως προς τη θεματογραφία των έργων των επτανησίων συνθετών, αν και συναντάμε συχνά τίτλους από την Επανάσταση του 1821 και τον αγώνα για την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, υπάρχει και εδώ έντονη η δυτική επιρροή.

Η επτανησιακή καντάδα (ή καντάτα)

Έξοχο δείγμα επτανησιακού λαϊκού αστικού τραγουδιού είναι η καντάδα. Το όνομά της προέρχεται από το λατινικό ρήμα cantare, που σημαίνει τραγουδώ. Οι καντάδες χαρακτηρίζονται από τη δυτική πολυφωνία τύπου πρίμο – σεκόντο – μπάσο και η κάθε φωνή εκτελείται συνήθως από πολλά πρόσωπα και όχι «σόλο». Αρκετές καντάδες δημιουργήθηκαν από συνθέτες που κατά κύριο λόγο ανήκουν στην Επτανησιακή Μουσική Σχολή και στη Νεοελληνική Εθνική Μουσική Σχολή, όπως ο Διονύσιος Λαυράγκας, ενώ στίχους έγραψαν πολλοί ποιητές μεταξύ των οποίων και ο Διονύσιος Σολωμός. Για αρκετές καντάδες όμως δεν γνωρίζουμε από ποιους δημιουργήθηκαν. Οι καντάδες συνοδεύονταν συνήθως από κιθάρες και μαντολίνα, ενώ συχνά οι παρέες τις τραγουδούσαν και χωρίς τη συνοδεία οργάνων.

Η επτανησιακή καντάδα πέρασε στην ηπειρωτική Ελλάδα μετά την ένωση το 1863. Διαδόθηκε ταχύτατα και έγινε ιδιαίτερα αγαπητή στα αστικά κέντρα, γεγονός που σηματοδοτεί τη γέννηση της «Αθηναϊκής καντάδας», που συνδέεται με τους Αθηναίους ρομαντικούς ποιητές του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Ιωάννης Πολέμης κ.ά. Η Αθηναϊκή καντάδα δημιουργήθηκε, καλλιεργήθηκε και εξελίχθηκε παράλληλα με το Αθηναϊκό τραγούδι. Αθηναϊκές καντάδες συνέχισαν να γράφονται, ευνοημένες από το ρομαντικό κλίμα της εποχής, μέχρι και τη δεκαετία του 1930. Η Αθηναϊκή καντάδα διαφέρει από την Επτανησιακή στο ότι η πρώτη διαθέτει λόγιο χαρακτήρα, ενώ η δεύτερη φέρει πιο έντονα το λαϊκό στοιχείο.

Η Μαντολινάτα

Η μαντολινάτα αποτελεί ένα είδος πολυπρόσωπης ορχήστρας με βασικά όργανα τα μαντολίνα και τις κιθάρες. Το μουσικό αυτό σύνολο συνοδεύει την αστική λαϊκή μουσική (επτανησιακή και αθηναϊκή) από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ υπάρχει ένα πλούσιο ρεπερτόριο έργων για μαντολινάτες. Το επίπεδο των συνθέσεων αυτών των έργων καλύπτει πολλές περιοχές μουσικής έκφρασης: Λαϊκά τραγούδια, καντάδες, αλλά και έργα πρωτότυπα ή διασκευασμένα από τη φιλολογία της ευρωπαϊκής μουσικής. Πολύ συχνά η μαντολινάτα συνδυάζεται με χορωδία, οπότε αναλαμβάνει τον ρόλο της ορχηστρικής συνοδείας των τραγουδιών της.

Η μαντολινάτα πρωτοεμφανίστηκε στη Γένοβα το 1892. Στην Ελλάδα υπάρχει μια πολύ αξιόλογη παράδοση ορχηστρών μαντολινάτας. Η Αθηναϊκή μαντολινάτα, με ιδρυτή τον Νικ. Λάβδα (1900-1940), ήταν μια από τις φημισμένες ορχήστρες του είδους και βοήθησε πολλές φορές στην ανάπτυξη του μουσικού αισθήματος των Ελλήνων. Σήμερα, πολλές αξιόλογες μαντολινάτες δραστηριοποιούνται με πολύ σημαντική καλλιτεχνική παρουσία και έργο. Η μαντολινάτα εκφράζει ένα από τα πλέον αγαπημένα είδη μουσικής. Με τη γλυκιά μελωδία της παίρνει δύναμη και η πιο αδύναμη ψυχή καθώς η τέχνη της είναι ξεχωριστή, γεμάτη ευγένεια, χάρη και λυρισμό! Είναι ένα εξαίρετο σχήμα μουσικής που συνδυάζει πολλές μελωδίες που εκτελούν ταυτόχρονα το ίδιο τραγούδι μέσα από υπέροχες καντάδες.

Η ξεχωριστή συμβολή του Δημήτρη Λάγιου

Ο ζακυνθινός συνθέτης Δημήτρης Λάγιος, που έφυγε τόσο νωρίς από τη ζωή, το 1991, στα 39 του χρόνια, επεχείρησε στο σύντομο βίο του να καταγράψει όχι μόνο τη δική του πνοή και ευαισθησία σε θαυμάσια έργα και τραγούδια, αλλά και να αναδείξει την τέχνη άλλων. Την τέχνη των συντοπιτών του, των ζακυνθινών συνθετών, ανωνύμων και επωνύμων, που δημιούργησαν κατά την εκατονταετία 1850-1950. Λαϊκά τραγούδια, τα οποία θα άκουγε, οπωσδήποτε, ο Λάγιος στον τόπο που γεννήθηκε, που θα συμπλήρωνε αργότερα με τον προσωπικό ερευνητικό του κάματο και που θα έβλεπαν το φως της δισκογραφίας, μέσα από τη δική του ώθηση, στη δεκαετία του ‘80 πια.

Ο λόγος για τα άλμπουμ «Λαϊκά Τραγούδια της Ζάκυνθος» (1985) σε συνεργασία με το «Κάλβειο Παραδοσιακό Συγκρότημα» και τους τραγουδιστάδες του «Ασκηταριού», «Του Σολωμού και της Ζάκυνθος» (1986) και «Ζακυνθινές Σερενάδες» (1988) του συνθέτη Τζώρτζη Κωστή (1870-1959), πατέρα της ζακυνθινής σερενάτας. Στο τελευταίο άλμπουμ, που έγινε με την επιμέλεια του Λάγιου (ενορχηστρώσεις, παραγωγή κ.ά.), τραγουδούσαν ο τενόρος Κωνσταντίνος Παλιατσάρας και ο βαρύτονος Διονύσης Τρούσσας, ενώ συμμετείχε και η Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων του Δήμου Πατρέων. Το ρεπερτόριο αποτελείται από συνθέσεις του Τζώρτζη Κωστή σε στίχους Δημητρίου Πελεκάση (1881-1973) και Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947).  

Πηγές: limniakoodeio.com, music-art.gr, lifo.gr, musicportal.gr

kimintenia.wordpress.com

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Επτανησιακή μουσική, η αιώνια αγαπημένη!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s