Δύο νέοι που αγαπήθηκαν τόσο, που «μόνο μια σφαίρα» θα τους χώριζε, όπως και έγινε. Εκείνος έπεσε ακαριαία νεκρός, ενώ εκείνη σύρθηκε τραυματισμένη για να πεθάνει στην αγκαλιά του. Σήμερα, συντονισμένη έρευνα των ιταλικών Εισαγγελικών αρχών αποκαλύπτει τη φρικιαστική πλευρά της «τουριστικής» διάστασης της βίας με το «σαφάρι αμάχων» στη Βοσνία της δεκαετίας του 90, που σοκάρει τη διεθνή κοινή γνώμη.
Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του 1894, ξημερώματα του Ευαγγελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και η μητέρα του Αναστασία. Κατά τη βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγγελος. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδόσεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλησία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φανερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (= Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν, με τους γονείς του, τον άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μάτια του τη θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια. Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγγελο ήταν η τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερά του χρόνια και η ασκητική βίωσή του μέχρι το τέλος της ζωής του. Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε για τον μικρό Πόποβιτς η ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.
Οι Σλάβοι αποτελούν το τελευταίο χρονολογικά κύμα της λεγόμενης μεγάλης μετανάστευσης των λαών στην Ευρώπη. Η μετακίνηση από την αρχική κοιτίδα τους, που βρισκόταν περίπου στην περιοχή της σημερινής ανατολικής Πολωνίας, δυτικής Ουκρανίας και νοτιοδυτικής Λευκορωσίας, άρχισε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ολοκληρώθηκε μέχρι τον 9ο αιώνα.
Ο εκχριστιανισμός των Σλαβικών λαών είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα, τόσο για την Εκκλησία, όσο και για την πολιτική ιστορία. Η μεγάλη ομοεθνία των Σλάβων άφησαν πίσω τους το βάρβαρο και ειδωλολατρικό παρελθόν και εντάχτηκαν στον πολιτισμένο κόσμο και το σπουδαιότερο: γνώρισαν τη σώζουσα αλήθεια του Ευαγγελίου, χάρις στους δύο μεγάλους άνδρες, τους αγίους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο. Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έζησαν τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Ήταν δύο από τα επτά παιδιά ονομαστής οικογένειας της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας τους, Λέων ο δρουγγάριος, ευσεβής άνθρωπος, κατείχε υψηλή στρατιωτική θέση. Φρόντισε να δώσει σπουδαία μόρφωση στα παιδιά του και να τα τοποθετήσει σε ανώτερες κρατικές θέσεις.
Τον Ιούλιο του έτους 1993 αναγνωρίστηκε επίσημα ως Άγιος της Εκκλησίας μας ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος ο Στ’ ο Αδριανουπολίτης. Πρόκειται για ένα σοφό διδάσκαλο και μαρτυρικό ποιμενάρχη του Γένους μας, ο οποίος εργάστηκε με ζήλο για την πνευματική καλλιέργεια του υπόδουλου Ελληνισμού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μαρτύρησε στα αγιασμένα χώματα της Θράκης αγωνιζόμενος για την ελευθερία του Έθνους μας.
Ανάμεσα στα νερά του Έβρου, του Τούντζα και του Άρδα, ο βίαιος ξεριζωμός του ελληνικού πληθυσμού της Αδριανούπολης και η παραχώρηση του Κάραγατς το 1923, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της Νέας Ορεστιάδας, της νεώτερης πολιτείας της χώρας μας. Αντίστοιχα, οι τουρκικές πιέσεις και ωμότητες σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου στο Μεγάλο και Μικρό Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης οδήγησαν τους κατοίκους τους στα ελληνικά εδάφη, όπου ίδρυσαν ένα νέο χωριό, το ακριτικό Χειμώνιο. Τρία ποτάμια, τρεις χώρες, τρεις λαοί, χιλιάδες χρόνια ιστορίας, ξεριζωμοί, κατατρεγμός, ελπίδες και ανείπωτα βάσανα σε τούτο το σημείο της γης που αποκαλείται «Τριεθνές» ή απλά «Τρίγωνο», στη γλώσσα των ντόπιων, των φαντάρων, των προσφύγων, των φοιτητών, όλων εκείνων που περνούν τη ζωή τους -για λίγο ή για πάντα- ριζωμένοι εδώ.. Μάνα ηρώων και θεών και των κορυφαίων του ελληνικού πνεύματος, η Θράκη συνέχει, ενώνει και ενεργοποιεί ολάκερη την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό μας, γεφυρώνοντας μοναδικά τη βυζαντινή μας κληρονομιά με τον καθ’ αυτό ελλαδικό χώρο και αποτελώντας έναν προαιώνιο φάρο του Ελληνισμού που δεν θα σβήσει ποτέ. Μέσα απ’ τις φρικτές διώξεις, τις δραματικές μετακινήσεις του Ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής και Βόρειας Θράκης (Ανατολικής Ρωμυλίας) και την προσφυγοποίησή του στις αρχές του περασμένου αιώνα, επιχειρούμε ένα νοερό και αγαπημένο οδοιπορικό στη θρυλική γη του μυθικού Ορέστη, στην ιστορία, στην παράδοση, στη ζωή και στο όνειρο, στις αλησμόνητες Θρακικές πατρίδες του Ελληνισμού και στον βορρά του σημερινού Έβρου.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην πόλη Κράτοβα της Σερβίας από γονείς ευσεβείς, τον Δημήτριο και τη Σάρρα. Από πολύ μικρή ηλικία επιδόθηκε στη μελέτη του θείου λόγου και αργότερα έμαθε την τέχνη του χρυσοχόου. Έχασε τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία και φοβούμενος μήπως, λόγω της ωραιότητάς του, απαχθεί στην αυλή του σουλτάνου Βαγιατζή Β’ (1481-1512 μ.Χ.), ήλθε στην Βουλγαρία και παρέμεινε στη Σόφια πλησίον ενός ιερέα που ονομαζόταν Πέτρος. Ο ιερέας εκείνος του παρέσχε κάθε μέσο για να διδαχθεί τα ιερά γράμματα. Και έτσι ο Άγιος ζούσε βίο θεοφιλή και ασκητικό.
Η Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα γεννήθηκε το 815 μ.Χ. Καταγόταν από το χωριό Έβισσα της Παφλαγονίας. Η οικογένειά της είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και απολάμβανε μία θέση στην αριστοκρατία της Πόλης. Ο πατέρας της, Μαρίνος, ήταν Δρουγγάριος ή Μοιράρχης, δηλαδή διοικητής ενός Δρούγγου ή, αλλιώς, Μοίρας (Δρούγγος ή Μοίρα ονομαζόταν η μονάδα του βυζαντινού στρατού, που κατά τον 9ο αιώνα αποτελείτο από 1.000 στρατιώτες). Η μητέρα της, Θεοκτίστη, προσπάθησε να μεταδώσει τις αξίες της ορθόδοξης πίστης στις τέσσερις κόρες της, τη Θεοδώρα, τη Σοφία, τη Μαρία, την Ειρήνη και στους δύο γιους της, τον Βάρδα και τον Πετρωνά. Μεγαλώνοντας η Θεοδώρα ξεχώριζε για το απαράμιλλο εξωτερικό της κάλλος, τη χριστιανική της ευσέβεια και τη σεμνοπρέπειά της.
Η σημερινή μέρα είναι ιδιαίτερη για τους κατοίκους ενός από τους μικρότερους οικισμούς του Δήμου Παγγαίου. Ενός χωριού χτισμένου στις πλαγιές του βουνού, μέσα στα αμπέλια, που αγναντεύει τη θάλασσα και κουβαλάει τη δική του ξεχωριστή ιστορία. Το όνομά του οφείλεται στο Μετόχι του Αγίου Ανδρέα που έχτισαν οι Ρώσοι μοναχοί, όταν επισκέφθηκαν την περιοχή στα τέλη του 19ου αιώνα. Έκτοτε, το χωριό γιορτάζει κάθε χρόνο ανήμερα του Αγίου Ανδρέα. Από το 2000 όμως γιορτάζει την ανακατασκευή και επαναλειτουργία του καθολικού του ιστορικού ναού, αφιερωμένου στον Άγιο Ανδρέα που είναι ό,τι απέμεινε από το πλούσιο μοναστήρι που λειτουργούσε παλαιότερα.
«Εγώ είμαι ένας, θα περάσω και θα ξεχαστώ. Η πατρίδα όμως θα μείνει, και η πατρίδα είναι όλες οι γενιές που πέρασαν, και οι γενιές που είναι, και κείνες που θα έλθουν … Η ευγενική ψυχή δεν κάνει υπολογισμούς όταν έλθει η ώρα της αυτοθυσίας, όσο βαριά κι αν είναι ..» Πηνελόπη Δέλτα, «Για την Πατρίδα» (1909)
Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δίνης από το σακουλάκι σου. Ελεημοσύνη είναι να δέχεσαι τον άνθρωπο να καθίσει δίπλα σου, χωρίς να τον απομακρύνεις με τον λογισμό σου. Έχεις κάποιο συνάδελφο, ο οποίος διέρχεται μια συμφορά στην ζωή του. Πρέπει να ξέρης πώς να τον παρηγόρησης, πώς να καταπραΰνεις το πρόσωπό του.
«Της Σκέπης σου Παρθένε, ανυμνούμεν τας χάριτας, ην ως φωτοφόρον νεφέλην, εφαπλοίς υπέρ έννοιαν, και σκέπεις τον λαόν σου νοερώς, εκ πάσης των εχθρών επιβουλής. Σε γαρ σκέπην και προστάτιν και βοηθόν, κεκτήμεθα βοώντές σοι. Δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τη θεία Σκέπη σου, δόξα τη προς ημάς σου, προμηθεία Άχραντε» (Απολυτίκιο Αγίας Σκέπης).
Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους της τη Βουλγαρία και τη Σερβία (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Θέατρο των επιχειρήσεων, η περιοχή της Μακεδονίας. Ο Ελληνικός Στρατός βάδιζε από νίκη σε νίκη στη Δυτική Μακεδονία. Όμως από την αρχή των εχθροπραξιών σοβούσε σοβαρή διαφωνία μεταξύ του Αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού, Ελευθερίου Βενιζέλου.
«Μηλίτσα που ‘σαι στο γκρεμό τα μήλα φορτωμένη, τα μήλα σου λαχτάρισα, μα το γκρεμό φοβούμαι Σαν τον φοβάσαι το γκρεμό έλα απ’ το μονοπάτι να σου χαρίσω τα γλυκά τα τρυφερά μου μήλα» (Παραδοσιακό τραγούδι)
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]