Μπόσκο και Αντμίρα: Η φρίκη της βίας κατά των αμάχων στο Σαράγεβο του 1993

Στις 18 Μαΐου 1993 μια από τις πιο όμορφες ιστορίες αγάπης τερματίστηκε με τραγικό τρόπο. Η γέφυρα Βρμπάνια του Σαράγεβο θα μείνει για πάντα σύμβολο της οδύνης του Μπόσκο Μπρκιτς (Boško Brkić) και της Αντμίρας Ίσμιτς (Admira Ismić), δύο νέων που αγαπήθηκαν και ήθελαν μόνο να βρουν την «ήρεμη θάλασσά» τους μέσα στις συγκρούσεις του πολέμου και τα ξεθωριασμένα ιδανικά.

Το ιδανικό τους ήταν η μεγάλη τους αγάπη που ούτε ο θάνατος δεν μπόρεσε να «σπάσει». Πέθαναν την ίδια στιγμή, αγκαλιασμένοι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο (1992-1996).

Ο Μπόσκο και η Αντμίρα ερωτεύτηκαν πολύ νέοι, μόλις στα 17 τους χρόνια, και πέρασαν μαζί τα επόμενα οκτώ χρόνια. Ονειρεύονταν έναν γάμο, ένα κοινό σπίτι και μια οικογένεια. Οι διαφορετικές θρησκείες τους δεν αποτελούσαν για εκείνους εμπόδιο. Ο Μπόσκο ήταν ορθόδοξος Σέρβος, ενώ η Αντμίρα μουσουλμάνα. Η αγάπη τους ήταν το μόνο που είχε σημασία και η επιθυμία τους να περάσουν τη ζωή τους μαζί.

Η ιστορία τους έχει αποτυπωθεί σε τραγούδια και ταινίες. Το 2013 το συγκρότημα «Ζαμπράνινο Πουσένιε» τους αφιέρωσε το τραγούδι «Μπόσκο και Αντμίρα», ενώ ο σκηνοθέτης Τζον Ζαρίτσκι γύρισε την ταινία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα στο Σαράγεβο» με θέμα τον έρωτά τους και το τραγικό τους τέλος. Στο ντοκιμαντέρ, η μητέρα του Μπόσκο περιέγραψε με πόνο τις λεπτομέρειες που προηγήθηκαν της δολοφονίας τους, αναπολώντας την άσβεστη αγάπη του γιου της και της Αντμίρας.

Τα άψυχα κορμιά των δύο νέων έμειναν στη γέφυρα επί 8 ημέρες

Όταν ήρθε ο πόλεμος, η Αντίρα είχε πει «μόνο μια σφαίρα μπορεί να μας χωρίσει». Δυστυχώς, έτσι όρισε η μοίρα. Την αποφράδα εκείνη ημέρα, ο Μπόσκο και η Αντμίρα περνούσαν τη γέφυρα Βρμπάνια (Vrbanja) προς την περιοχή Γκρμπαβίτσα, που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Σέρβων, επιχειρώντας να φύγουν από την πόλη. Τότε δέχτηκαν πυρά από ελεύθερους σκοπευτές. Ο Μπόσκο σκοτώθηκε ακαριαία, ενώ η Αντμίρα τραυματίστηκε. Με δάκρυα και πόνο, έρποντας, πλησίασε το νεκρό σώμα του Μπόσκο, τον αγκάλιασε και πέθανε και εκείνη. Η ιστορία τους μεταδόθηκε από τον Αμερικανό δημοσιογράφο, Κερτ Σορκ, χάρη στον οποίο οι φωτογραφίες των αγκαλιασμένων άψυχων σωμάτων τους ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο. Ονομάστηκαν «ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Σαράγεβο», σύμβολα της οδύνης του πολέμου στον οποίο εναντιώνεται η αγάπη.

Τα νεκρά σώματα των δύο νέων έμειναν εκτεθειμένα πάνω στη γέφυρα επί επτά ημέρες, καθώς καμία πλευρά δεν αναλάμβανε την ευθύνη να τα περισυλλέξει. Η εικόνα έκανε τον γύρο του κόσμου, μέχρι που την όγδοη ημέρα ο σερβικός στρατός τα παρέλαβε και τα ενταφίασε στο στρατιωτικό νεκροταφείο Λούκοβιτσα. Αργότερα, οι οικογένειες αποφάσισαν να μεταφέρουν τα λείψανα των παιδιών τους στο νεκροταφείο Λαβ του Σαράγεβο, όπου αναπαύονται πλέον μαζί. Η μητέρα του Μπόσκο περιέγραψε συγκλονισμένη: «Ανέθρεψα τα παιδιά μου χωρίς να σκέφτομαι θρησκεία και έθνος. Δεν τους είπα ποτέ ότι ήταν Σέρβοι και οι άλλοι Κροάτες ή μουσουλμάνοι. Δεν έβλεπα την Αντμίρα ως μουσουλμάνα, διαφορετική. Την έβλεπα ως κοπέλα του γιου μου, που αγαπούσε και την οποία αγαπούσα και εγώ».

Παρά τις εκκλήσεις της μητέρας του, ο Μπόσκο δεν ήθελε να φύγει από το Σαράγεβο και να πάει στη Σερβία μαζί της και με τον αδελφό του, χωρίς την Αντμίρα. Το ζευγάρι είχε περάσει έναν χρόνο μέσα στη δίνη του πολέμου, πριν αποφασίσει να αναζητήσει την ευτυχία και τη γαλήνη σε ένα ασφαλέστερο μέρος. Σύμφωνα με τον Κερτ Σορκ, περπατούσαν 500 μέτρα κατά μήκος της δεξιάς όχθης του ποταμού Μίλιατζκα στην προσπάθειά τους να εγκαταλείψουν την πόλη, εκτεθειμένοι στις βολές των σκοπευτών και από τις δύο πλευρές.

Δεν διευκρινίστηκε ποτέ ποιος και γιατί πυροβόλησε τους δύο νέους που δεν είχαν κάνει κακό σε κανέναν, παρά μόνο ήθελαν να ζήσουν μαζί σε έναν πιο ευτυχισμένο τόπο. Οι γονείς τους πληροφορήθηκαν τον θάνατό τους δύο ημέρες αργότερα. Η μητέρα της Αντμίρας θυμήθηκε: «Μου είπε ότι θα ξαναβλεπόμασταν μόλις τελείωναν όλα. Χαμογελούσε, δεν ήταν νευρική. Ο Μπόσκο ήταν, αλλά έτσι λειτουργούσαν, εκείνη ήταν που ηρεμούσε τα πάντα».

Σήμερα, η γέφυρα Βρμπάνια δεν φέρει κανένα σήμα ή μνημείο για την τραγική αγάπη και το τέλος του Μπόσκο και της Αντμίρας, όμως οι ψυχές τους συνεχίζουν να εμπνέουν όσους πιστεύουν στην αγάπη που υπερβαίνει κάθε εμπόδιο. Η δολοφονία του Μπόσκο και της Αντμίρας έμεινε στην ιστορία ως μια από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες για τον παραλογισμό του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Η γέφυρα Βρμπάνια (Vrbanja)

Σήμερα νέα στοιχεία έρχονται στο φως της δημοσιότητας αποκαλύπτοντας ακόμα περισσότερο το μέγεθος της φρικαλεότητας αυτού του πολέμου και παρέχοντας ενδεχομένως εξηγήσεις και για τον τρόπο, με τον οποίο δολοφονήθηκαν οι δύο ερωτευμένοι νέοι τον Μάη του 1993 στο Σαράγεβο. Οι εισαγγελείς του Μιλάνου άνοιξαν έρευνα για Ιταλούς που φέρονται να πλήρωναν μέλη του στρατού των Σερβοβόσνιων με σκοπό να ταξιδέψουν στο Σαράγεβο για να σκοτώνουν πολίτες κατά τη διάρκεια της τετραετούς πολιορκίας της πόλης, τη δεκαετία του 1990.

Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Σαράγεβο από συνεχή βομβαρδισμό και πυρά ελεύθερων σκοπευτών μεταξύ 1992-1996, στην πιο μακρόχρονη πολιορκία της σύγχρονης ιστορίας, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης από τη Γιουγκοσλαβία. Οι ελεύθεροι σκοπευτές θεωρούνταν το πιο τρομακτικό στοιχείο της ζωής υπό πολιορκία, καθώς πυροβολούσαν τυχαία πολίτες στους δρόμους, ακόμα και παιδιά, σαν να συμμετείχαν σε βιντεοπαιχνίδι ή σε ένα αδιανόητο «ανθρώπινο σαφάρι».

Ομάδες Ιταλών και άλλων εθνικοτήτων, γνωστές ως «τουρίστες ελεύθερων σκοπευτών», φέρονται να συμμετείχαν στη σφαγή, πληρώνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά σε στρατιώτες του στρατού του Ράντοβαν Κάρατζιτς, πρώην ηγέτη των Σερβοβόσνιων, ο οποίος το 2016 κρίθηκε ένοχος για γενοκτονία και άλλα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι «τουρίστες» αυτοί θεωρείται πως μεταφέρονταν στους λόφους γύρω από το Σαράγεβο για να πυροβολούν τον άμαχο πληθυσμό για διασκέδαση και προσωπική ικανοποίηση. Καθώς μάλιστα το Σαράγεβο βρίσκεται σε μια λεκάνη που περιβάλλεται από βουνά, η ίδια η χωροταξία της πόλης καθιστούσε τον αποκλεισμό της και την επίθεση στους κατοίκους της ιδιαίτερα εύκολη και προσιτή.

Οι εισαγγελείς του Μιλάνου, με επικεφαλής τον Αλεσάντρο Γκόμπι, ξεκίνησαν έρευνα για τον εντοπισμό των Ιταλών που εμπλέκονται, με κατηγορίες για εκ προθέσεως ανθρωποκτονία με επιβαρυντικούς παράγοντες τη σκληρότητα και τα ταπεινά κίνητρα. Η έρευνα προέκυψε ύστερα από μήνυση που κατέθεσε ο συγγραφέας από το Μιλάνο, Έτζιο Γκαβατσένι, ο οποίος συνέλεξε αποδεικτικά στοιχεία για τις καταγγελίες, καθώς και από αναφορά που απέστειλε στους εισαγγελείς η πρώην δήμαρχος του Σαράγεβο, Μπεντζαμίνα Κάριτς.

Ο Γκαβατσένι ανέφερε ότι είχε διαβάσει για πρώτη φορά αναφορές σχετικά με τους υποτιθέμενους «τουρίστες – ελεύθερους σκοπευτές» στον ιταλικό Τύπο τη δεκαετία του 1990, όμως άρχισε να ερευνά περαιτέρω την υπόθεση το 2022, όταν παρακολούθησε το ντοκιμαντέρ «Sarajevo Safari» του Σλοβένου σκηνοθέτη Μίραν Ζουπάνιτς.

Σαράγεβο

Στο ντοκιμαντέρ, ένας πρώην Σέρβος στρατιώτης και ένας εργολάβος ισχυρίστηκαν ότι ομάδες Δυτικών πυροβολούσαν εναντίον του άμαχου πληθυσμού από τους λόφους γύρω από το Σαράγεβο, ισχυρισμοί που έχουν διαψευσθεί κατηγορηματικά από βετεράνους του σερβικού στρατού. Έτσι «το Sarajevo Safari ήταν το σημείο εκκίνησης», δήλωσε ο Γκαβατσένι. «Ξεκίνησα αλληλογραφία με τον σκηνοθέτη και από εκεί διεύρυνα την έρευνά μου, μέχρι να συγκεντρώσω αρκετό υλικό για να το υποβάλω στην Εισαγγελία του Μιλάνου», συμπλήρωσε.

Σοκαριστικές αποκαλύψεις για τη διάρκεια της πολιορκίας του Σαράγεβο φέρνει στο φως και το βιβλίο «Pay and Shoot» του Κροάτη δημοσιογράφου, Ντομάγκοϊ Μάργκετιτς, που υποστηρίζει ότι ένοπλοι «τουρίστες» ταξίδευαν από διάφορες χώρες, προκειμένου να συμμετάσχουν σε ένα φρικιαστικό «ανθρώπινο σαφάρι», πυροβολώντας αμάχους για διασκέδαση κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, εύποροι επισκέπτες από τη Ρωσία, τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούσαν ταξίδια στο Σαράγεβο μεταξύ 1992 και 1995 πληρώνοντας αδρά Σέρβους μαχητές, ώστε να συμμετέχουν στο λεγόμενο «Sarajevo Safari». Οι καταγγελίες αφορούν την αιματηρή σύγκρουση που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 11.500 αμάχους.

Οι αναφορές αυτές συμπίπτουν με όσα προβάλλονται στο ντοκιμαντέρ του Ζουπάνιτς του 2022, το οποίο υποστήριζε ότι Δυτικοί τουρίστες, ανάμεσά τους Βρετανοί, Γερμανοί, Ισπανοί και Ιταλοί, καθώς και ελεύθεροι σκοπευτές από τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά, κατέβαλαν μεγάλα χρηματικά ποσά για να πυροβολούν παιδιά και γενικά, αμάχους στους δρόμους του υπό πολιορκία Σαράγεβου.

Το βιβλίο του Μάργκετιτς, περιλαμβάνει, σύμφωνα με δημοσίευμα των Times, έγγραφα που παραδόθηκαν στον συγγραφέα από Βόσνιο αξιωματικό πληροφοριών πριν από τη δολοφονία του, το 1996. Ο Νεντζάντ Ούγκλιεν φέρεται να είχε συγκεντρώσει στοιχεία για το αποκαλούμενο «σαφάρι», μεταξύ των οποίων αρχεία που έδειχναν ότι οι ξένοι πλήρωναν σε Σέρβους μεσάζοντες 80.000 μάρκα, ποσό που αντιστοιχούσε σε σχεδόν 35.000 λίρες εκείνης της εποχής, για να πυροβολούν άνδρες και γυναίκες μέσης ηλικίας.

Σύμφωνα με το βιβλίο, οι νεαρές γυναίκες είχαν υψηλότερη «τιμή», που έφτανε τα 95.000 μάρκα, ενώ οι πιο ακριβοί «στόχοι» ήταν οι έγκυες γυναίκες, για τις οποίες το ποσό ανερχόταν στα 110.000 μάρκα. Ο Μάργκετιτς δήλωσε πως «ο Ούγκλιεν έγραψε επίσης ότι οι ξένοι ανταγωνίζονταν αρρωστημένα μεταξύ τους για το ποιος θα πυροβολήσει τις πιο όμορφες γυναίκες». Ο Βόσνιος πράκτορας φέρεται να είχε συνομιλήσει με μέλη της πολιτοφυλακής των Σερβοβόσνιων που φιλοξενούσαν τους ξένους ελεύθερους σκοπευτές, με «πολλούς» να υποστηρίζουν ότι ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρισκόταν και μέλος ευρωπαϊκής βασιλικής οικογένειας. «Έφτανε με ελικόπτερο, έμενε στη Βόγκοστσα κοντά στο Σαράγεβο και ήθελε να πυροβολεί παιδιά», φέρεται να ανέφερε.

Το βιβλίο υποστηρίζει ακόμα ότι η ιδέα για το «σαφάρι» προήλθε από την Κροατία και όχι από τη Σερβία και ότι εμπλεκόταν Κροάτης που είχε εργαστεί παλαιότερα στις γιουγκοσλαβικές μυστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, ο Μάργκετιτς υιοθετεί προηγούμενους ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους η αδιάκριτη αιματοχυσία εκείνων των ετών ενδέχεται να μην προερχόταν αποκλειστικά από τις πολιτοφυλακές των Σερβοβόσνιων, αλλά και από απλούς πολίτες που αναζητούσαν «συγκινήσεις».

Τον Νοέμβριο του 2025, οι ιταλικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για τις καταγγελίες, με επιζώντες να εκφράζουν την ελπίδα ότι η αλήθεια θα αποκαλυφθεί έπειτα από δεκαετίες φημών γύρω από την αξιοπιστία των ισχυρισμών. Το 2007, ο Τζον Τζόρνταν, πρώην πεζοναύτης των ΗΠΑ, κατέθεσε στη Χάγη ενώπιον του ad hoc διεθνούς ποινικού δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία, που λειτουργούσε υπό τον ΟΗΕ. Ο βετεράνος έκανε σοκαριστικές αναφορές για την περίοδο που εργαζόταν εθελοντικά ως πυροσβέστης του ΟΗΕ στο Σαράγεβο, την πρωτεύουσα της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, από το 1992 έως το 1995.

Η κρίση ξέσπασε όταν οι σερβοβοσνιακές δυνάμεις, αντιδρώντας στην απόφαση της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης να αποχωρήσει από την ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, πολιόρκησαν την πόλη επί 44 μήνες, διακόπτοντας την τροφοδοσία, την ηλεκτροδότηση και βομβαρδίζοντας ολόκληρες συνοικίες με πυροβολικό και όλμους.

Ο Τζόρνταν εγκαταστάθηκε στο Σαράγεβο κατά τη διάρκεια της μακρύτερης πολιορκίας στη σύγχρονη ιστορία του πολέμου, προκειμένου να βοηθήσει αμάχους, και αργότερα κατέθεσε για τις φρικαλεότητες που, όπως είπε, είδε με τα μάτια του. Η δίκη οδήγησε στην καταδίκη του Σερβοβόσνιου στρατηγού, Ντραγκόμιρ Μιλόσεβιτς, σε κάθειρξη 33 ετών για φόνο, απάνθρωπη μεταχείριση και επίβλεψη εκστρατείας τρόμου που σκότωσε χιλιάδες ανθρώπους, κυρίως μουσουλμάνους.

Κατά την κατάθεσή του, ο Τζόρνταν αναφέρθηκε σε σειρά ωμοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αδιάκριτης στοχοποίησης άοπλων κατοίκων από τους Σέρβους, όπως αναφέρει η Daily Mail. Ο ίδιος τραυματίστηκε από πυροβολισμό στο στήθος, ενώ συμμετείχε σε επιχείρηση κατάσβεσης πυρκαγιάς στην πρώτη γραμμή της πόλης, βόρεια της περιοχής Γκρμπάβιτσα που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Σερβοβόσνιων.

Κατέθεσε ακόμα ότι οι Σέρβοι σκοπευτές φαίνονταν να στοχεύουν σκόπιμα τα νεότερα μέλη μιας οικογένειας, προκειμένου να «προκαλέσουν τον μεγαλύτερο πόνο στους επιζώντες». Όπως δήλωσε: «Αν περπατούσαν μαζί ένας ενήλικας και ένα παιδί, πυροβολούσαν το παιδί. Αν περπατούσε μια οικογένεια, στόχευαν το νεότερο μέλος. Σε μια ομάδα κοριτσιών, φαινόταν πως πυροβολούσαν τις πιο όμορφες».

Στη συνέχεια προχώρησε σε ακόμα μία σοβαρή καταγγελία, η οποία δεν έχει αποδειχθεί δικαστικά, υποστηρίζοντας ότι το Σαράγεβο ήταν γεμάτο από «τουρίστες σκοπευτές» εξοπλισμένους με κυνηγετικά όπλα, οι οποίοι είχαν ταξιδέψει από το εξωτερικό και πλήρωναν αδρά για να πυροβολούν στο πλευρό των Σέρβων ως μορφή ψυχαγωγίας του Σαββατοκύριακου.

«Είχα δει περισσότερες από μία φορές άτομα που δεν έμοιαζαν ντόπιοι από την ενδυμασία τους, από τα όπλα που κρατούσαν και από τον τρόπο με τον οποίο τους καθοδηγούσαν οι ντόπιοι», κατέθεσε ο Τζόρνταν στο δικαστήριο. Όταν ρωτήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, ανέφερε ότι οι συγκεκριμένοι «τουρίστες σκοπευτές» φορούσαν συνδυασμό πολιτικής και στρατιωτικής ενδυμασίας, κάτι που τους ξεχώριζε από τους Σέρβους μαχητές, ενώ έφεραν όπλα περισσότερο κατάλληλα «για κυνήγι αγριογούρουνου στον Μέλανα Δρυμό παρά για αστικό πόλεμο στα Βαλκάνια».

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ξένοι έμοιαζαν «εντελώς άγνωστοι» με την πόλη και συχνά συνοδεύονταν σχεδόν «χέρι χέρι» από άτομα που γνώριζαν καλά την περιοχή. Ωστόσο, η μαρτυρία του θεωρήθηκε αδύναμη, καθώς παραδέχτηκε ότι «δεν είδε ποτέ πραγματικά κάποιον να πυροβολεί», αν και επέμενε πως είχε δει ένοπλους ξένους στις περιοχές γύρω από την Γκρμπάβιτσα και άλλες συνοικίες.

Παρά ταύτα, οι καταγγελίες του δεν ξεχάστηκαν και συνέχισαν να προκαλούν ενδιαφέρον και εικασίες με την πάροδο των ετών. Το 2022, ο Σλοβένος σκηνοθέτης, Μίραν Ζουπάνιτς, κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ «Sarajevo Safari», συγκεντρώνοντας μαρτυρίες ανθρώπων που υποστήριζαν ότι είχαν δει παρόμοιες δραστηριότητες από κοντά. Ένας από τους συμμετέχοντες στο ντοκιμαντέρ ήταν ανώνυμος Σλοβένος, ο οποίος εργαζόταν ως αξιωματικός πληροφοριών για τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των πολέμων στα Βαλκάνια και ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί τη Βοσνία περίπου 35 φορές μεταξύ 1992 και 1994.

Περιγράφοντας τους ξένους που συμμετείχαν στο αποκαλούμενο «σαφάρι», από τα οποία είπε ότι είχε παρακολουθήσει επτά, ανέφερε ότι προέρχονταν από τα «ανώτερα κοινωνικά στρώματα». «Αυτοί οι άνθρωποι σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι. Ήταν άτομα σε υψηλές θέσεις, προστατευμένα… άνθρωποι που, αφού είχαν τα πάντα, αναζητούσαν άλλη μία “συγκίνηση”, λέγοντας στον εαυτό τους: “Γιατί να μην πυροβολήσω τώρα ένα παιδί ή έναν ενήλικα στο Σαράγεβο και να αντλήσω άλλη μία ευχαρίστηση; Δεν θα σκοτώνω μόνο ζώα”», ανέφερε. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι δεν έμαθε ποτέ τα ακριβή ποσά που καταβάλλονταν, αλλά υποστήριξε ότι «ήταν τρομερά ακριβά» και ότι «η τιμή ήταν υψηλότερη για ένα παιδί».

Σε εκτενή περιγραφή, ο μάρτυρας αφηγήθηκε ότι προσκλήθηκε σε ένα από τα «σαφάρι» και μεταφέρθηκε με στρατιωτικό SUV, αφού πρώτα του δόθηκαν αλεξίσφαιρο γιλέκο, κράνος και πράσινη στολή. Όπως είπε, του ανέφεραν ότι θα του έδειχναν τις θέσεις των στρατιωτών τους, ωστόσο το όχημα σταμάτησε μπροστά από ένα κτήριο και τότε παρατήρησε κάτι περίεργο σχετικά με τους υποτιθέμενους στρατιώτες.

«Εκεί είδα τρεις κυρίους, των οποίων τα πρόσωπα δεν έμοιαζαν με ανθρώπους που προέρχονταν από τη Βοσνία ή ότι ήταν Σέρβοι ή Μαυροβούνιοι, αλλά από τη Δύση. Ο ένας έμοιαζε ακόμη και Ρώσος. Φαινόταν πως ήταν προετοιμασμένοι και ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ξένοι δημοσιογράφοι, αλλά μετά κατάλαβα. Αυτοί οι άνθρωποι ανυπομονούσαν να έρθουν και να κάνουν κάτι», ανέφερε.

Ο μάρτυρας περιέγραψε πως η ομάδα μεταφέρθηκε από τα SUV σε δύο «καμουφλαρισμένα» δωμάτια, όπου οι συμμετέχοντες, με τη βοήθεια παρατηρητών, πυροβολούσαν αμάχους από εναλλασσόμενες θέσεις, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά. «Έμεινα σοκαρισμένος από το σαφάρι. Είναι η κορύφωση της διαστροφής. Τόσο βίαιες και απάνθρωπες δολοφονίες», δήλωσε ο πρώην αξιωματικός πληροφοριών. Όπως είπε, του προτάθηκε ακόμη και να συμμετάσχει. «Σε ενδιαφέρει κάτι γεμάτο αδρεναλίνη;», φέρεται να τον ρώτησε ένας αξιωματούχος, πρόταση που, όπως ισχυρίστηκε, αρνήθηκε.

«Είχα τα δικά μου κιάλια και μπορούσα να δω. Αφού ο άνδρας πυροβόλησε, το άτομο έπεσε κάτω. Οι περισσότεροι χτυπήθηκαν στο στήθος, επειδή το κεφάλι είναι δύσκολος στόχος. Όμως είδα και πυροβολισμό στο κεφάλι. Από αυτό κατάλαβα ότι ήταν πολύ καλοί κυνηγοί», ανέφερε ο πρώην πράκτορας, περιγράφοντας ένα από τα περιστατικά.

Ο ανώνυμος μάρτυρας υποστήριξε ότι οι Σέρβοι τού ζήτησαν «να μην επαναλάβει ποτέ» όσα είδε, χαρακτηρίζοντας τα περιστατικά ως τη «σκοτεινή πλευρά» του πολέμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εύποροι τουρίστες έμοιαζαν ατάραχοι απέναντι στη φρίκη που, όπως ισχυρίστηκε, εκτυλισσόταν μπροστά τους. «Έκανες τον πυροβολισμό – τρόπαιο και επέστρεφες στο σπίτι σου», είπε χαρακτηριστικά.

Πέραν αυτών, οργή προκαλεί στη Βοσνία η αποκάλυψη ότι 80χρονος Ιταλός, πρώην οδηγός φορτηγού από το Βένετο, ερευνάται από τις αρχές του Μιλάνου για συμμετοχή σε πληρωμένες «εκδρομές θανάτου» στο πολιορκημένο Σαράγεβο τη δεκαετία του 1990. Ο Ιταλός είναι ο πρώτος επίσημος ύποπτος στην έρευνα που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025, με κατηγορίες για επιβαρυμένη ανθρωποκτονία, καθώς φέρεται να ταξίδεψε στη Βοσνία πληρώνοντας μέλη του στρατού των Σερβοβόσνιων για να του επιτρέψουν να πυροβολεί αμάχους από τις πλαγιές γύρω από το Σαράγεβο. Ο ίδιος φέρεται να καυχιόταν ότι «έκανε ανθρωποκυνηγητό», σύμφωνα με δημοσιεύματα του ιταλικού Τύπου που επικαλούνται οι εισαγγελείς.

Από την πλευρά τους, Σέρβοι βετεράνοι πολέμου έχουν αρνηθεί τις όλες αυτές τις καταγγελίες.

Πηγή: newsbeast.gr, newsbeast.gr, newsbeast.gr

Σχολιάστε