Ο Κώστας Ουράνης (1890-1953), ο γνωστός ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος, έγραψε για τον Ταΰγετο:
«Κανένα βουνό απ’ όσα είδα στη ζωή μου, από το Μον Μπλαν με τα αιώνια απάτητα χιόνια ίσαμε τις πιο άγριες ισπανικές σιέρρες, δε μου έκανε ποτέ την εντύπωση που αισθάνθηκα, που δέχθηκα, κατάστηθα θα έπρεπε να πω, όταν από μια ψηλή καμπή του αμαξιτού δρόμου προς τη Σπάρτη αντίκρισα τον Ταΰγετο σ’ όλο του το επιβλητικό ύψος.
Δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα υπήρχε βουνό με τέτοιο χαρακτήρα, τέτοιαν ατομικότητα. Η εικόνα του ήταν άφθαστα μεγαλοπρεπής. Παρουσιάζεται στηριγμένος σε τεράστιες, συμπαγείς πλαγιές, παρόμοιες με στηρίγματα τειχών, χρώματος μοβ και μολυβένιου, και οι κορφές του, που έχουν σχήματα πυραμίδων, ξεκόβονται στο γαλανό ουρανό κατακάθαρα και σκληρά. Δεν υπάρχουν, όπως συμβαίνει μ’ άλλα ψηλά βουνά, μικρότερες βουνοσειρές να τον μισοκρύβουν και να εμποδίζουν ν’ αγκαλιάσει κανείς με μια ματιά ολόκληρο το ύψος του.
Από την κοιλάδα της Σπάρτης, όπου κάνει φιδίσιους ελιγμούς ο Ευρώτας, και που απλώνεται σα μια θάλασσα πρασινάδας, ο Ταΰγετος σηκώνεται ανεμπόδιστος, ίσιος, ώριμος και δυνατός με μια περήφανη ανάταση, ίσαμε το ύψος των χιονοσκεπασμένων κορυφών του. Καθώς εμφανίζεται έτσι, δε δίνει μόνο μια εντύπωση μεγαλείου, αλλά και μια βαθιά συγκίνηση».
Το εντυπωσιακό αντικαθρέφτισμα της Δίκτης στα νερά του Οροπεδίου
Έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Μα εγώ θα κάνω τον καθρέφτη μου κομμάτια ξέρω ότι αυτό που κρύβει πίσω του είσαι εσύ Εσύ που ψάχνεις μες τα μαύρα σου τα μάτια να καθρεφτίσεις μόνο εμένα στη ζωή…
Το μοναστήρι της Παναγίας Μαυριώτισσας στη Λίμνη της Καστοριάς
Σήμερα πάμε μια βόλτα στην Καστοριά, στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου – Παναγίας Μαυριώτισσας. Τέσσερα περίπου χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καστοριάς, πάνω στα νερά της πανέμορφης λίμνης, δεσπόζει εδώ και αιώνες η ιερά Μονή. Το καθολικό της, που χτίστηκε το 1082 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ τον Κομνηνό, κατατάσσεται στους μονόχωρους ξυλοστεγείς ναούς με νάρθηκα, ενώ είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια παλαιότερου ναού. Συναντάμε τρία στρώματα αγιογράφησης του καθολικού της μονής, του 10ου, 15ου και 17ου αιώνος. Όλες οι τοιχογραφίες είναι αρκετά φθαρμένες από τον χρόνο και με δυσκολία διακρίνει κανείς μορφές και παραστάσεις από τον πλούσιο, μοναδικής αξίας διάκοσμο.
Ανάμεσα στα «υλικά» που καθόρισαν την Ποίηση και την εν γένει γραφή του Οδυσσέα Ελύτη, ξεχωριστή θέση κατέχουν αναμφίβολα τα χρώματα, αυτά τα αθώα και πρωτογενή πλάσματα που έντυσαν μοναδικά τους στίχους και τα τοπία του κορυφαίου Ποιητή μας. Κυρίαρχο, μεταξύ των υπολοίπων χρωμάτων, στάθηκε στην Ποίηση του Ελύτη το λευκό, που ενσάρκωσε την κομβική στο έργο του ιδέα της «καθαρότητας», αυτή την πεμπτουσία της ζωής και της ύπαρξης προς την οποία έτεινε πάντοτε ολάκερη η ποιητική του παρακαταθήκη. Ακολούθως παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα από το έργο του, όπου «αποτυπώθηκε» χαρακτηριστικά το λευκό.
Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος – Οσίου Νικάνωρος Ζάβορδας
Ιστορία και κειμήλια
Η Ιερά Μονή Οσίου Νικάνορα – Μεταμορφώσεως του Σωτήρος βρίσκεται στο όρος Καλλίστρατο Γρεβενών, στην αριστερή όχθη του ποταμού Αλιάκμονα, κοντά στη Δεσκάτη και απέχει από τα Γρεβενά 45 χιλιόμετρα, περίπου 50 λεπτά δρόμο. Εκεί υπήρχε το χωριό Ζάβορδα, από το οποίο έλαβε το όνομα με το οποίο είναι περισσότερο γνωστή. Το μοναστήρι ήταν σταυροπηγιακό, μέχρι το 1767 και υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Αχριδών, μετέπειτα όμως ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η μονή της Ζάβορδας έχει χαρακτηριστεί ως «ιστορικό διατηρητέο μνημείο» με την υπουργική απόφαση 4701/3.3.1967 (ΦΕΚ Β’ 183/16.3.1967).
Ξέρω τα καλοκαίρια σου, θυμάμαι τους χειμώνες θυμάμαι και της άνοιξης τις μυστικές κρυψώνες θυμάμαι πως με κοίταξαν τα φωτεινά σου μάτια που έφευγα αμίλητος με την καρδιά κομμάτια.
Ξέρω τα καλοκαίρια σου, θυμάμαι τους χειμώνες θυμάμαι και της άνοιξης τις μυστικές κρυψώνες θυμάμαι πως με κοίταξαν τα φωτεινά σου μάτια που έφευγα αμίλητος με την καρδιά κομμάτια.
Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων. Έσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι, στο ουρανί Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο Της σωστής μου καρδιάς: Δεν ξέρω πια τη νύχτα.
«Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού»
Μπήκαμε πια για τα καλά στο καλοκαίρι και η μεγάλη πρωταγωνίστρια των διακοπών, του ρεμβασμού, των ξένοιαστων ημερών και των ονειρεμένων ταξιδιών, η θάλασσα, είναι και πάλι εδώ! Αιώνια, αέναη, απέραντη, γαλάζια και διάφανη, δροσερή, παιχνιδιάρα, πλανεύτρα και ερωτική, με χίλιους τρόπους ντύνει στο χρώμα της και στους κυματισμούς της τις ωραιότερες στιγμές και αναμνήσεις μας από το καλοκαίρι! Ας την απολαύσουμε και φέτος μέσα από μικρές ή μεγαλύτερες αποδράσεις στην αγκαλιά της, στις ακρογιαλιές της, στην ανεμελιά της! Ας δούμε ακόμα πώς την αποτύπωσε ο λόγος των ποιητών και των στιχουργών μας, μέσα από μερικά πολυαγαπημένα τραγούδια που μιλούν για αυτή τη Ρήγισσα των διακοπών μας:
Αγία Μαρίνα, Αίγινα
Μυρτιά
Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Στα παραθύρια τα πλατιά χαμογελούσε μια μυρτιά. Κουράστηκα να περπατώ και τη ρωτώ και τη ρωτώ.
Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ Πού θα βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό να ξαναχτίσω μια φωλιά για της αγάπης τα πουλιά;
Στα παραθύρια τα πλατιά είδα και δάκρυσε η μυρτιά. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Γιά να σε κοιμηθῶ(3) παράνομα Καί να βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου Κομμάτια πέτρες τα λόγια τῶν Θεῶν Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου.(4)
(Οδυσσέας Ελύτης, «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά», εκδ. Ίκαρος 1971)
Λεξιλόγιο: (1) άψινθος: αρωματικό φυτό, (2) Και μετά την καταστροφή της Σμύρνης (1922) ο ελληνικός πολιτισμός επιβιώνει ως μνήμη και ως αίσθηση της ζωής. (3) «Να σε κοιμηθώ·» η έκφραση από τον Μακρυγιάννη: να ενωθώ ερωτικά μαζί σου. (4) Ηράκλειτος· ο περίφημος Εφέσιος φιλόσοφος (540-480).
Στη «Μικρή Πράσινη Θάλασσα», από τα πιο λεπτά και ευαίσθητα ποιήματα του Ελύτη, η Κόρη – Ποίηση οδηγεί τον ποιητή προς μία ερωτική βίωση της ελληνικής παράδοσης. Στο ποίημα αυτό είναι πολύ φανερή η θαλασσινή οντότητα της Κόρης, όπως η αντίστοιχη καταγωγή της ποίησης του Ελύτη. Επιθυμία του ποιητή είναι το μικρό κορίτσι να μαθητεύσει εκεί που έθαλλε το κάλλος και η σπιρτάδα της ιωνικής σκέψης που τόσο έχει ελκύσει τον Ελύτη. Η επανάληψη της τρυφερής επίκλησης οδηγεί την Κόρη στο μυστήριο του φωτός, κεντρικό θέμα στην ποίησή του, και στο πώς μπορεί να κατανοήσει τη μεταφυσική του ήλιου. Να μάθει να προσεγγίζει τον κόσμο με τις αισθήσεις (ακούσεις, κρατούν) και να δεθεί με την παράδοση, τόσο τη μακρινή όσο και τη χτεσινή, των γονιών του (στ. 13-14) κι ακόμη εκείνη της Ορθοδοξίας (στ. 15-16), αλλά και της ελληνικής φύσης (στ. 17-18). Στο τέλος του ποιήματος με μία αντιστροφή των πραγμάτων μαθητής γίνεται ο ποιητής, ο οποίος μέσα από τη μυητική διαδικασία του έρωτα θα μπορέσει να ψηλαφήσει και να μάθει τα όσα ελάχιστα έχουν φτάσει ως αυτόν» (πηγή: Στέφανος Διαλησμάς, «Η ποίηση και ο ποιητής στον Ελύτη», ΠΕΦ, Σεμινάριο 23, Οδυσσέας Ελύτης, Αθήνα, 1977, σ. 74-85, σε: ebooks.edu.gr).
Στύρα Ευβοίας
Εφάπαξ
Όλη μου τη ζωή, κρυβόμουνα γιατί το ‘θελα μα φοβόμουνα να φύγω. Κάποτε αγάπη έλεγα αυτή την ενοχή μα τώρα μ’ εκδικείται λίγο-λίγο.
Όλη μου τη ζωή μου ‘βγαινε η ψυχή κάτι να θυμηθώ, κάτι ν’ αρχίσω. Να ‘ναι καλοί οι φίλοι κι οι λογαριασμοί και να μη χρειαστεί να τα σκαλίσω, κάτι να θυμηθώ κάτι ν’ αρχίσω.
Μου ‘μάθαν να μισώ, ν’ αρκούμαι στο μισό να χάνω, να κερδίζω, να ποντάρω. Να παίρνω διαταγές, να σπάω επιταγές, σε κάθε ευκαιρία να κορνάρω.
Κύθηρα, Κυριακουλού
Να σφίγγω τα λουριά, με τόση μαστοριά, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι, να κλείνω τα παντζούρια και μόνη συντροφιά, να σφίγγω πιο πολύ το μαξιλάρι, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι.
Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή, αγέννητη η ζωή μ’ ακολουθούσε. Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική, δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε, μια θάλασσα μικρή μ’ ακολουθούσε.
Θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς θαλασσάκι μου Μην τους θαλασσοδέρνεις, θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου.
Ροδόσταμο, ροδόσταμο να γίνεσαι θαλασσάκι μου Τη ρότα τους να ραίνεις θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
Ύδρα
Θάλασσα, θάλασσα που τον έπνιξες ωχ αμάν αμάν Της κοπελιάς τον άντρα θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή ωχ αμάν αμάν Και δεν της παν τα μαύρα θαλασσάκι μου φύσα μαϊστραλάκι μου.
Θάλασσα θαλασσώνουμαι για σένα ξημερώνουμαι. Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
(Παραδοσιακό Μυκόνου, Ερμηνεία: Αιμιλία Χατζηδάκη, Πλάνα από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Το κορίτσι με τα μαύρα», με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν)
Λουτράκι Κορινθίας
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω. Τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
Πούντα Αιγιαλείας (φωτ. Στέλιος Δρόσης)
Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
(Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Νίκος Πορτοκάλογλου)
Χίος, Βολισσός
Fata Morgana
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
«Ο ορίζοντας χώριζε το ομοιόχρωμο της ανοιχτογάλανης θάλασσας και τ’ ουρανού με μια σκούρα γαλάζια χαρακιά. Η λεία επιφάνεια του νερού ταραζόταν εδώ κι εκεί από ένα ανάλαφρο αγεράκι, όπως η ανάσα πάνω σ’ έναν καθρέφτη. Πλούσια σε προεξοχές και βελανιδοχώραφα η πεδιάδα και τ’ απαλά γαλάζια υψώματα γλιστρούσανε κι αλλάζανε γρήγορα, όπως προχωρούσαμε πάνω στον πλατύ κόλπο. Ο Κότρωνας ήταν ένας ευχάριστος όρμος …».
Patrick Leigh Fermor, «Μάνη» 1958 (απόσπασμα) εκδ. Κέδρος
Σκύρος, Σκιάθος, Τήνος, Μύκονος, Χίος, Σαντορίνη, μυροβόλα ονόματα, αιθέριες εικόνες, αγνές ιδέες… Κανένα βάρος, κανένα περιττό στολίδι, οι πιο απλές γραμμές, τα πιο απλά χρώματα, φως -λαμπρό, ακατανίκητο φως των ακτών της Ελλάδας… Πνεύμα. Εκεί τα πάντα είναι πνεύμα άδολο, εντατικό, ελεύθερο, πειθαρχημένο στον ίδιο τον εαυτό του. Ισορροπία και γαλήνη της άτρωτης δύναμης. Απλότητα της υπέρτατης σοφίας. Λιτότητα και διαύγεια της υπέρτατης ομορφιάς.
Ε σεις στεριές και θάλασσες τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές ακούτε τα χαμπέρια μου μέσα στα μεσημέρια μου «Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνον ετούτον αγαπώ!».
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]