Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Ισαπόστολος και Δάσκαλος του Γένους

24 Αυγούστου

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο. Γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου, κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714, από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Συνέχεια

Η σφαγή του Κομμένου

16 Αὐγούστου 1943

«Δόξα μικρή δεν είναι ένας ωραίος
για την πατρίδα θάνατος·
ντροπή ‘ναι άσκημα να πεθαίνεις …»

Ευριπίδη «Τρωάδες», 402-404

Ἦταν δεκαπενταύγουστος τοῦ 1943 καί ἐνῶ ὅλοι οἱ ἁπανταχοῦ χριστιανοί γιόρταζαν τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, κάποιοι κάτοικοι σέ ἕνα χωριό τῆς πατρίδας μᾶς ζοῦσαν τό δικό τους μαρτύριο ὑπό τή βάναυση καί δολοφονική συμπεριφορά τῶν Γερμανῶν κατακτητῶν. Ἡ σφαγή τοῦ Κομμένου ἔμεινε στήν ἱστορία καθώς ἦταν στήν κυριολεξία μιά τραγωδία ἡ ὁποία συγκλόνισε ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, ὄχι μόνο γιατί ἀφανίστηκε σχεδόν ἕνα ὁλόκληρο χωριό ἀλλά ἐπιπλέον ἦταν τό πρῶτο στή χώρα μᾶς τό ὁποῖο δοκιμάστηκε ἀπό τήν βιαιότητα καί τήν βαρβαρότητα τῶν κατακτητῶν.

Συνέχεια

Ο τορπιλισμός της Έλλης στην Τήνο

15 Αὐγούστου 1940

Τό εὔδρομο «Ἕλλη» ἦταν πλοῖο Ἀμερικανικῆς ναυπήγησης τοῦ 1912 τό ὁποῖο εἶχε ναυπηγηθεῖ μετά ἀπό παραγγελία τῆς κινεζικῆς κυβέρνησης στίς ΗΠΑ. Τό σκάφος εἶχε ὁλοκληρωθεῖ κατασκευαστικά, ἀλλά λόγω ἀδυναμίας τῆς κινεζικῆς κυβέρνησης νά τό πληρώσει, ἀγοράστηκε ἀπό τήν Ἑλληνική κυβέρνηση τό 1914 καί πῆρε τήν ὀνομασία «ΕΛΛΗ». Τά τεχνικά χαρακτηριστικά του πλοίου ἦταν: μῆκος: 98 μέτρα, πλάτος: 12 μέτρα, βύθισμα: 4,3 μέτρα, ἐκτόπισμα: 2.115 τόνους, ὁπλισμός: 2 μονούς πύργους μέ πυροβόλα τῶν 150 χιλιοστῶν, 4 μονούς πύργους μέ πυροβόλα τῶν 102 χιλιοστῶν, 2 τορπιλοσωλῆνες τῶν 19 in, μέγιστη ταχύτητα: 21 κόμβοι.

Συνέχεια

Φυλακισμένα Μνήματα

Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας

Αν υπάρχει κάπου στον κόσμο ένας τόπος, που στα λιγοστά τετραγωνικά του μπόρεσε να φυλάξει συναγμένη τόση δόξα, τόση αντρειοσύνη, τόση ιερότητα και τιμή, τούτος ο τόπος, αναμφίβολα, δεν είν’ άλλος από την περίκλειστη αυλή των Φυλακών Λευκωσίας. Ένας τόπος θυσίας και άσβεστης, ιερής μνήμης, που έμεινε γνωστός στην ιστορία με την αβάσταχτη -στο νου και στην καρδιά- ονομασία «Φυλακισμένα Μνήματα». Ήταν τόσο το μίσος των άνανδρων βρετανών για τους Κυπρίους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που ακόμα και νεκρούς από τις κρεμάλες και τις ενέδρες που οι ίδιοι τους έστηναν, τους φοβόνταν.. Γι’ αυτό κρατούσαν τους τάφους τους κρυφούς ακόμα και από τους στενότερους συγγενείς τους, τρέμοντας μήπως φανερωθούν τα αίσχη τους και ξεσπάσει πάνω τους το ποτάμι του αδίκου και της οργής. Τι μπορεί άλλωστε να σήμαινε για τέτοιους τυράννους η ιερότητα των σκοτωμένων ηρώων ενός λαού που από την εποχή της Αντιγόνης έθαβε τους νεκρούς του με τιμή και σεβασμό, όπως αρμόζει σε τέτοιους ήρωες αλλά και στην ίδια την αξία του ανθρωπίνου προσώπου και της ζωής..

Συνέχεια

Το Κεφαλόβρυσο του Μάρκου Μπότσαρη

8-9 Αὐγούστου 1823

Μάρκος Μπότσαρης
(1790-1823)

Εἶναι μεσάνυχτα τῆς 8ης πρός 9ης Αὐγούστου, πρίν ἀκριβῶς ἀπό 197 χρόνια! 350 ἐπαναστάτες Σουλιῶτες, ἀνάμεσά τους καί λίγες δεκάδες Εὐρυτάνες, ξεγλιστροῦν σάν σκιές ἀπό τά δασύφυλλα πλατάνια καί ἀθόρυβα ἀναπτύσσονται γύρω ἀπό τό πολυπληθές στρατόπεδο 5.000 ἀνδρῶν πού μέ διοικητή τόν Τζελαλεδίν-μπέη ἔχουν ἐγκατασταθεῖ στό Κεφαλόβρυσο.

Οἱ 5.000 μισθοφόροι αρβανίτες ὑπό τόν Τζελαλεδίν, ἀποτελοῦν τή δυναμική ἐμπροσθοφυλακή μιᾶς τεράστιας στρατιᾶς πού συνέκλινε ἀπό διαφορετικές κατευθύνσεις στό Καρπενήσι καί ἀποτελούνταν ἐπίσης: ἀπό τό ἀσκέρι τοῦ Μουσταῆ πασᾶ τῆς Σκόνδρας καθώς καί ἀπό αὐτό τοῦ Ἄγου Βασιάρη, συνολικῆς δυναμικότητας περίπου 15.000 στρατιωτῶν (ἄλλες ἱστορικές πηγές κάνουν λόγο γιά 12.000). Ὅλοι τοῦτοι ἔχουν κατακλύσει ἀπό ἄκρη σέ ἄκρη τήν πόλη πού μυρίζει θάνατο καί τρομοκρατία.

Συνέχεια

Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ασσυρίων

7 Αυγούστου

Οι Ασσύριοι ήταν ένας αρχαίος λαός που κατοικούσε στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ειδικά στη Συρία, την Μεσοποταμία και την Περσία. Στα τέλη του 19ου και ως τις αρχές του 20ού αιώνα υπολογίζεται πως κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μεταξύ των 600 χιλιάδων και ενός εκατομμυρίου Ασσυρίων, οι οποίοι μιλούσαν αραμαϊκά και ήταν χριστιανοί. Ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στην περιοχή του Ντιγιάρμπακιρ και της Μεσοποταμίας, του Χάκαρι και των λιμνών Βαν και Ουρμία, δηλαδή στην περσική πλευρά των συνόρων. Οι Ασσύριοι από το Κουρδιστάν της Τουρκίας, του χωριού Ρεμπάτ-ταλ της περιφέρειας Τχούμα, διοίκησης Τζολαμεργκέ, του νομού Μοσούλης, της αρχαίας Νινευί, είχαν ανεξαρτησία και δεν υπάγονταν στρατιωτικά στον Σουλτάνο.

Συνέχεια

Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως στη Μουσουνίτσα

Ανάμεσα στους εκατοντάδες ιερούς ναούς και γραφικά ξωκλήσια που εορτάζουν σήμερα 6 Αυγούστου, ξεχωριστή θέση έχει η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πλατεία του χωριού Αθανάσιος Διάκος (Άνω Μουσουνίτσα) στην ορεινή Φωκίδα. Κάτω από τον ίσκιο και τη δροσιά των υπεραιωνόβιων πλατάνων, που καλύπτουν ολόκληρη την όμορφη πλατεία του ιστορικού χωριού, δεσπόζει η μεγάλη λιθόκτιστη εκκλησιά, ανεγερθείσα το 1872 σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου της και αντίκρυ της η προτομή του ήρωα – πρωτομάρτυρα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Αθανασίου Διάκου, που δόξασε με τη θυσία του την Ελλάδα, αλλά και την όμορφη -όπως και ο ίδιος- γενέτειρά του.

Συνέχεια

Λαογραφία, θρύλοι και παραδόσεις της Ύδρας

Κάθε τόπος, έτσι και η Ύδρα, έχει τους θρύλους και τις παραδόσεις του, που μεταδίδονται από τα παλιά χρόνια στις νεότερες γενιές

Συνέχεια

Το Αϊβαλί του Κόντογλου και του Βενέζη

«Μέρες της αρμύρας κι ο ήλιος πάντα εκεί
Χίλια μύρια κύματα μακριά τ’ Αϊβαλί…»

Όταν ξεκινάς το ταξίδι σου για πρώτη φορά από την προβλήτα της Μυτιλήνης για τα απέναντι παράλια, τα συναισθήματα είναι σίγουρα ανάμεικτα. Το μέρος που πρόκειται να πας, σου είναι εξαιρετικά οικείο, μια εικόνα γνώριμη. Είναι εκείνη η στεριά που αντικρίζεις όταν τραβάς το βλέμμα σου καθημερινά στη θάλασσα, στο δρόμο προς το Πανεπιστήμιο ή στη βραδινή βόλτα στο λιμάνι της πόλης. Ωστόσο, μπορεί να έχουν περάσει ολόκληρες γενιές από τότε που η γη αυτή ήταν Ελληνική, μπορεί η καταγωγή σου να μην είναι καν από τις «αλησμόνητες πατρίδες», όμως θελημένα ή μη φέρνεις στο νου σου τον όμορφο σκοπό, κείνο το λυπητερό αργό τραγούδι που βαστάει πάντα μέσα του ολάκερη την πίκρα, τον πόνο και την άσβεστη νοσταλγία για εκείνα που χάθηκαν…

Συνέχεια

«Με της πατρίδας την εικόνα ..» – Εκατό χρόνια από τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη

Ίων Δραγούμης (1878-1920)

«Τί εἶνε ὁ θάνατος; Μιά στιγµή ἀγωνία ἴσως καί στενοχώρια.
Mά ἔπειτα τί γλυκειά πού θά εἶνε ἡ ἡσυχία! Ἐγώ θά ξεχάσω ὅλα.
Καί γιά τούς ἀνθρώπους θά εἶμαι περασμένος· θά μέ κρίνουν
ὅπως κρίνουν ἐκείνους πού δὲν ξανάρχονται ..»
Ίων Δραγούμης

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη. Ήταν 31 Ιουλίου 1920 όταν ένοπλη ομάδα φανατικών βενιζελικών τον συνέλαβε στους Αμπελοκήπους και τον σκότωσε μπροστά στους περαστικούς, στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο Χίλτον. Στο σημείο της δολοφονίας έχει τοποθετηθεί αναθηματική στήλη. Ήταν μία πράξη εκδικήσεως για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι, με την οποία ο Δραγούμης έπεσε θύμα του φανατισμού και του Εθνικού Διχασμού.

Συνέχεια

Αθήνα, το γαλάζιο κρίνο των Ποιητών

Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Η Αθήνα τη νύχτα

«Η Αθήνα τη νύχτα
αρχόντισσα μοιάζει
κυρά ξελογιάστρα χρυσή
Ψηλά στα αιθέρια
ασήμι τ’ αστέρια
και μες στα ποτήρια κρασί»


(Στίχοι: Γιώργος Σαντοριναίος, μουσική: Μίμης Πλέσσας, ερμηνεία: Ρ. Βλαχοπούλου, 1964)

Συνέχεια

Η Μάχη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822)

Ιστορικό πλαίσιο και πολιτικό παρασκήνιο

Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, και την παράδοση του Ακροκορίνθου από τους Τούρκους, τον Ιανουάριο του 1822, στόχοι των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η Πάτρα και το Ναύπλιο, που ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία στον Μοριά, που επέτρεπαν τον ανεφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων. Προτάθηκε τότε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να αναλάβει την πολιορκία της Πάτρας κι εκείνος δέχτηκε πρόθυμα. Οι Έλληνες πέτυχαν σημαντικές νίκες στη Χαλανδρίτσα, το Σαραβάλι  και το Γηροκομείο (μονή έξω από την αχαϊκή πρωτεύουσα), αλλ’ η πολιορκία της πόλης δεν προχωρούσε. Ο Κολοκοτρώνης έλαβε διαταγή του τότε Υπουργού Στρατιωτικών Κωλέττη, να εγκαταλείψει την Πάτρα και να τεθεί επικεφαλής των πελοποννησιακών δυνάμεων που θα ενίσχυαν τον αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Έκπληκτος ο Κολοκοτρώνης, με συνοδεία 80 ανδρών έφυγε για την Κόρινθο για να «ιδεί τι πράγμα είναι η Κυβέρνηση και τι μυαλά έχει»!.. Στην Πάτρα, άφησε αντικαταστάτη τον Πλαπούτα. Μετά από πολλές συζητήσεις, οι κυβερνητικοί επέτρεψαν στον Κολοκοτρώνη να συνεχίσει την πολιορκία της Πάτρας. Ήταν όμως φανερό ότι οι πολιτικοί είχαν θορυβηθεί από τις επιτυχίες του Κολοκοτρώνη και φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον υπονομεύουν.

Συνέχεια

Η μάχη στη Μια Μηλιά και η πτώση της Αμμοχώστου

«Κι ἐφώναζα ώ θεϊκιά κι ὅλη αἵματα πατρίδα!»
Διονύσιος Σολωμὸς

Αμμόχωστος, Ιούλιος 1974

Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον «Αττίλα ΙΙ» είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974, καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας και τραγικής έλλειψης οργάνωσης και συντονισμού, ενώ εκτιμάται ότι ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις, που δρούσαν στην περιοχή χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση της Χούντας, ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.

Συνέχεια

«Νῆσός τις ἔστι» – Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο (20 Ιουλίου 1974)

«Σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα-
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε,
Νῆσός τις ἔστι …».

Γιώργος Σεφέρης, «Σαλαµίνα της Κύπρος»

Συνέχεια

Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία, τὸ μέγα μοναστῆρι..

Ἀρχιμ. Δοσιθέου, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης

«Ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν!»

Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος ὁ Καισαρεύς, σύγχρονος τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁ «κάλλιστος νεώς» τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀνεγείρετο, γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ κτισμάτων» (Ι’, 1-78): «Ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι ἕνα θέαμα ἐξαισίου κάλλους, ὑπερφυσικὸ μὲν γιὰ ὅσους τὸ ἀντικρύζουν, ἀπίστευτο δὲ γιὰ ὅσους ἄλλοτε ἀκοῦνε νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτό. Ἐκεῖ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται ἀνάλαφρος πρὸς τὸν Θεό. Νομίζει πὼς αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μακρυά, ἀλλὰ κατοικεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ κατοικία. Κι αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνο κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψι, ἀλλὰ ὅσες φορὲς κι ἂν τὸν ἐπισκεφθῇ κανείς, εἶναι σὰν νὰ τὸν βλέπει γιὰ πρώτη φορά. Κανεὶς ποτὲ δὲν χόρτασε νὰ βλέπῃ αὐτὸ τὸ θέαμα».

Ὁ σύρων αὐτὲς τὶς πενιχρὲς γραμμὲς ἔχει ἐπισκεφθῆ αὐτὸν τὸν ναὸ τῶν ναῶν ἀμέτρητες φορές. Ἴσως φθάνουν καὶ τὶς ἑκατό. Ποτὲ δὲν «ἐνεπλήσθη», ποτὲ δὲν χόρτασε, ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ μυστικά του. Ὅλο καὶ κάτι τοῦ ξέφευγε. Τί λέγω ὁ τάλας «κάτι»; Τὰ πλεῖστα. Προσπαθοῦσε νὰ μένῃ ὅσο τὸ δυνατὸν μόνος γιὰ νὰ μπορῇ νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀνιχνεύῃ τὸ παρελθόν, ὀπισθοβατῶν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γιατί εἶπε στὰ ἐγκαίνια ὁ Ἰουστινιανός: «Νενίκηκά σε, Σολομών»! Πλὴν ὅμως τὸ «μόνος» ἦτο πάντοτε ἀνέφικτον. Πάντα εἶναι γεμάτος ἀπὸ ὀρδὲς τουριστῶν. Γιαπωνέζοι μὲ σορτσάκια, γαλλιδοῦλες ἡμίγυμνες, ἐγγλέζοι μὲ τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸ στῆθος. Ἕλληνες φωνακλάδες· -Γιῶργο ἀπὸ δῶ! -Μαρία ἀπὸ κεῖ! Πανσπερμία, συνονθύλευμα, Βαβέλ. Εἰσέρχονται μπουλουκηδὸν βιαστικοί, βιαστικοὶ κοιτοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, βιαστικὰ φεύγουν, γιὰ λίγο καθαρὸν ἀέρα… Ἀνυποψίαστοι. Τουρίστες.

Τί ἁγία Σοφία, τί μπλὲ τζαμί, τί κλειστή ἀγορά! Ὅλα τὸ ἴδιο. Καλύτερα ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ βραδυνὰ σὲ χοροὺς ὀριεντάλ… Οἱ προσκυνηταὶ ἐλάχιστοι. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνοντας τὰ πόδια τους τρικλίζουν, τὰ μάτια βουρκώνουν, ἡ καρδιὰ πάει νὰ σπάσῃ, τὸ δεξὶ χέρι σηκώνεται ἀνεπαίσθητα γιὰ νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτός, ναί, ξέρει. Γνωρίζει ὅτι δὲν μπαίνει σὲ μουσεῖο, ἀλλὰ σὲ χῶρο ἁγιασμένο, στὸν ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πληρώνει εἰσιτήριο, ἀλλὰ τὸ λησμονεῖ ἀμέσως. Ἔχει μάθει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν προσκυνεῖ μόνον τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἢ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλλὰ καὶ κάθε πέτρα ὅπου κάποτε ἐτελεῖτο θεία Λειτουργία, εἴτε τώρα εἶναι τζαμὶ εἴτε εἶναι μουσεῖο. «Βλέπει», αἰσθάνεται, σκέπτεται πράγματα ἄγνωστα στοὺς πολλούς. Βλέπει ἀπ’ ἔξω ἕνα ὀγκῶδες κτίριο μὲ μόνο στόλισμα ἕνα σουβᾶ, ἕνα κονίαμα βαμμένο μὲ νερομπογιά, ξεθωριασμένο. Εἰσέρχεται καὶ βλέπει σεμνὴ μεγαλοπρέπεια. Φῶς ἱλαρό, κολῶνες πορφυρὲς καὶ πράσινες, κιονόκρανα περίτεχνα, δαντέλα πραγματική. Ὅμως δὲν διερωτᾶται γιατί τόση διαφορὰ τοῦ «ἔξω» ἀπὸ τὸ «μέσα». Γνωρίζει ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἐλάτρευαν τοὺς θεούς των ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι «ἔσωθεν», μέσα στὸν ναό. Νὰ γιατί ἡ τόση διαφορά. Εἰσερχόμενος ἀκροποδητὶ διακρίνει ἤδη στὸν νάρθηκα δικούς του ἀνθρώπους γνω­στοὺς ἀπὸ παλιά. Εἶναι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Λέων ὁ Σοφός. Εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. Μὰ καὶ ὁ εἰσερχόμενος Ῥωμηὸς εἶναι, ἄρα συγγενής. Ὁμόπιστος, ὁμαίμων.

Πατάει στὰ φαγωμένα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν χρῆσι κατώφλια ποὺ ὁδηγοῦν στὸν κυρίως ναὸ καὶ ἀναλογίζεται· «Πόσα πόδια ἁγίων ἀνδρῶν, πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, παντὸς βαθμοῦ κληρικῶν καὶ μοναχῶν ἐπάτησαν καὶ ἐλείαναν αὐτὰς τὰς «φλιάς»; Πόσοι αὐτοκράτορες, πόσοι πορφυρογέννητοι, πόσοι ξένοι πρεσβευταὶ πέρασαν ἀπ’ αὐτὲς τὶς θύρες, θαύμασαν καὶ ἐξέστησαν; Τί ἔκαμε τοὺς Ῥώσσους ἀπεσταλμένους νὰ ἀνα­φωνήσουν «οὐκ ἴσμεν εἴ ἐσμεν ἐν οὐρανῷ ἢ ἐν γῇ»; Πόσοι μαΐστορες τῆς ψαλτικῆς, πόσοι βαστακταὶ γέμισαν μὲ τὶς ψαλμῳδίες τους αὐτὸν τὸν ἀπέραντο καθαγιασμένο χῶρο; Πόσοι πιστοὶ «ἐπώνυμοι» καὶ «ἀνώνυμοι» προσευχήθηκαν καὶ μετέλαβαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀπ’ ἐκείνη τὴν «ἅγια τράπεζά μας» διὰ χειρὸς ἁγίων πρεσβυτέρων; Πόσα ἅγια λείψανα ὑπῆρχαν; Πόσες θαυματουργὲς εἰκόνες»; Πῶς μπορῇ νὰ στέκεται κάτω ἀπὸ ἕνα τροῦλλο ποὺ φαίνεται νὰ κρατῆται ἀπὸ χρυσῆ ἁλυσίδα κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανό; Πῶς μπορῇ νὰ ἀντέξῃ ἡ καρδιὰ ὅταν ὁραματίζεται νὰ ψάλλῃ «ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»; Κι ἂν στρέψῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ἅγιο βῆμα καὶ ἀντικρύσῃ ἐκεῖ ψηλὰ ἔνθρονη τὴν Κυρία Θεοτόκο, βαστάζουσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σιγοψάλῃ: «Τῆς Θεοτόκου ἡ Πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν καὶ δι’ αὐτῆς περισῴζεται καὶ κραταιοῦται, βοῶσα πρὸς αὐτήν· Χαῖρε ἡ ἐλπὶς τῶν περάτων τῆς γῆς»;

Ἀτενίζοντας τὰ τέσσαρα ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σοῦ ἔρχεται νὰ ψάλῃς τὸν ὕμνο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «τὰς ὄψεις καλύπτοντα καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον, ἀλληλούϊα». Διερωτᾶσαι δὲ πῶς ἐκεῖνος ὁ ἀνώνυμος ψηφιοθέτης κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἀνθρώπινη μορφὴ στοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καὶ ἐνῷ βλέπεις σῶμα, αἰσθάνεσαι τὸ τῶν ἀγγέλων ἀσώματον.

Ἀναβαίνουμε στὰ Κατηχουμενεῖα μέσῳ τοῦ κοχλία. Τὸ πῶς ἀνεβαίνουμε μόνον ὁ Θεὸς τὸ ξέρει! Κόβονται τὰ πόδια μας προσδοκῶντας τὸ τί θὰ δοῦμε. Ἐδῶ συναθροίσθηκαν τόσες καὶ τόσες Ἱερὲς Σύνοδοι γιὰ νὰ καθορίσουν τὶς λεπτομέρειες τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος. Φθάνουμε ἐπὶ τέλους στὴν Μεγάλη Δέησι. Μᾶς καθηλώνει τὸ γλυκύ, ἥρεμο βλέμμα τοῦ Κυρίου. Εὐλογεῖ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τὰ ἁμαρτωλὰ παιδιά Του. Εἶναι ὁ ἐλεήμων, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Δέομαι: «Σῶσον, Κύριε, τὸν λάον σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Ἐκ δεξιῶν δέεται τοῦ Κυρίου ἡ πανάμωμος Μήτηρ. Μοῦ ὑπενθυμίζει ἕνα διάλογο παλαιὸ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Μονογενοῦς:

«-Τί, Μῆτερ, αἰτεῖς;

– Τὴν βροτῶν σωτηρίαν.

– Παρώργισάν με.

– Συμπάθησον Υἱέ μου.

– Ἀλλ’ οὐκ ἐπιστρέφουσι.

– Καὶ σῶσον χάριν.

– Ἕξουσι λύτρον.

– Εὐχαριστῶ σοι, Λόγε!».

Ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων, ἀσκητικὸς «ἄτακτον τὴν κόμην ἔχων». Ἱκετεύει καὶ αὐτὸς ὑπὲρ λαοῦ ἡμαρτηκότος. Χεῖρες βανδάλων ἀπέκοψαν ἀπὸ τοῦ ψηφιδωτοῦ τὴν δεξιάν του χεῖρα «τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου». Κύκλῳ σου ἡ τουριστικὴ πλημμυρίς. Δὲν σὲ ἀφήνουν οὔτε νὰ προσευχηθῇς, οὔτε νὰ δακρύσῃς, οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κάποια πτυχὴ τοῦ ἀῤῥάφου χιτῶνος.

Λίγο παράμερα, στὴν γωνία ἀπ’ ὅπου αἱ «εὐγενεῖς κυρίαι» παρακολουθοῦσαν τὴν Θεία Λειτουργία, ἀόρατοι ὄπισθεν τοῦ δρυφράκτου, ἰδοὺ οἱ μορφὲς αὐτοκρατόρων καὶ συζύγων. Πρώτη ἡ μορφὴ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου, τρίτου συζύγου τῆς παραπλεύρως Ζωῆς, τῆς ἄ­κρως ζωηρᾶς Ζωῆς. Τὸ ψηφίδωμα ἀνῆκε εἰς τὸν πρῶτον σύζυγό της, τὸν Ῥωμανὸ τὸν Ἀργυρό. Αὐτὸς πέθανε. Ἢ μᾶλλον «τὸν πέθανε». Ἔρχεται ὁ δεύτερος, Μιχαὴλ ὁ Παφλαγών. Τὸν ἀνάγκασε νὰ καλογερέψῃ. Ἦλθε καὶ ὁ τρίτος. Διατάσσει καὶ ξηλώνουν τὴν μορφὴ (τοῦ προσώπου μόνον, διὸ καὶ ἐμφανὴς ἡ διόρθωσις) καὶ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρώτου καὶ ψηφιοθετοῦν τὴν μορφὴ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τρίτου. Ἁπλᾶ πράγματα καὶ ὑπὲρ λίαν χριστιανικά! Ὁ «Ῥωμανο-Κωνσταντῖνος» κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Ἕνα σακκοῦλι μὲ τρεῖς λίτρες χρυσοῦ διὰ τὶς ἐτήσιες ἀνάγκες τοῦ ναοῦ. Ἐτοποθετεῖτο μάλιστα ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης ἑκάστην Μεγάλην Πέμπτην. Ἐξ ἀριστερῶν ἡ «εὐσεβεστάτη» Αὐγούστα Ζωή, ἡ ὁποία κατεσπατάλησε τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους πρὸς ἀγορὰν καλλυντικῶν καὶ ἀλοιφῶν ἀπὸ τὴν Κίνα διὰ νὰ φαίνεται ἡ ἑβδομηντάχρονη ὡς εἰκοσάχρονη παρθένος. Εἰς τὸ μέσον ὁ ἔνθρονος Κύριος εὐλογῶν (ἀναγκαστικῶς) τὰ αὐτοκρατορικὰ τερατουργήματα.

Δίπλα Ἰωάννης Β΄ ὁ Κομνηνός, ὁ καὶ Καλοϊωάννης ἐπονομαζόμενος διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ μετὰ τῆς Οὐγγαρέζας συζύγου αὐτοῦ Εἰρήνης, ξανθῆς καὶ ῥοδαλῆς. Σημειωτέον ὅτι αὐτὴ ἡ «ξένη» ἵδρυσε τὴν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος (σημερινοῦ Zeyrek cami) μετὰ νοσοκομείου. Ὕστερον ἐγένετο μοναχὴ ἐπονομασθεῖσα Ξένη καὶ ἡγίασε ἑορταζομένη τῇ 13ῃ Αὐγούστου. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ψηφιδωτὸν ὁ αὐτοκράτωρ κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Εἰς τὸ μέσον τοῦ ζεύγους ἔχει ψηφιοθετηθεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὀρθὴ βαστάζουσα τὸν παῖδα Ἰησοῦν εὐλογοῦντα τὸ ὄντως εὐλογημένον τοῦτο ζεῦγος. Εἰς τὴν γωνίαν εὑρίσκεται τὸ ψηφιδωτὸν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου μὲ μορφὴν νεαροῦ παιδιοῦ, καὶ τοῦτο διότι ἐβασίλευσεν εἰς ἡλικίαν δώδεκα ἐτῶν καὶ ἐστραγγαλίσθη μετὰ τρία μόλις ἔτη… Ὅ­μως διερωτῶμαι; «Ὠκεανὸς εἰς κοτύλην χωρεῖ»; Χωράει ἕνας ὠκεανὸς σ’ ἕνα φλυτζάνι τοῦ καφέ; Προφανῶς ὄχι. Ἐξ ἄλλου ἡ ὥρα πέρασε. Οἱ φύλακες σημαίνουν μὲ κώδωνα. Πρέπει νὰ ἐξέλθουμε.

Κάθομαι σ’ ἕνα παγκάκι ἔξω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, στὸν ἀπέναντι κῆπο. Προσπαθῶ νὰ ὀνειρευθῶ ξύπνιος. Διώχνω τοὺς τέσσερις μιναρέδες. Κατεβάζω τὴν ἡμισέληνο ἀπὸ τὸν τροῦλλο καὶ τοποθετῶ ἕνα λαμπυρίζοντα Τίμιο Σταυρό. Σκέπτομαι πῶς χώρεσαν μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τὰ πάθη καὶ οἱ καημοὶ τῆς πονεμένης Ῥωμιοσύνης, τῆς Ἐσταυρωμένης Ὀρθοδοξίας! Τόση ἱστορία, τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις! Ἦλθαν στὸ νοῦ μου αὐτὲς οἱ ὑπέροχες ἐσωτερικὲς ὀρθομαρμαρώσεις ποὺ ἔγιναν τραγούδι: «σὰν τὰ μάρμαρα τῆς Πόλης πού ’ναι στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἔτσι τάχεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια καὶ μαλλιά». Οἱ ἐλπίδες; «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι». Τὰ μοιρολόγια; «Πουλί μ’ γιατί δὲν κελαηδεῖς, ὡς κελαηδοῦσες πρῶτα;». Ἡ μισοτελειωμένη Λειτουργία, ὁ μαρμαρωμένος Βασιληᾶς; Ὄνειρα… Ὄνειρα… Ναί, μὰ ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν. Ὅταν τὰ ὄνειρα σβήσουν θὰ χαθῆ κι αὐτή; Τὸ λέει ὁ ἐθνικὸς τῆς Κύπρου ποιητής, ὁ Μιχαηλίδης: «Ἡ ῥωμιοσύνη ἐν’ νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει»…

– Ξύπνα, πάτερ, σὲ πῆρε ὁ ὕπνος! Νύχτωσε, φεύγουμε!

Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας – Η ολοκλήρωση ενός σπουδαίου έργου από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής

Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Θεόδωρος Βρυζάκης, 1858

Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αποτελούν τη ναυαρχίδα των ιστορικών αρχείων που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, η οποία και επιμελείται της εκδόσεώς τους.

Συνέχεια