Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε φωτοφόρος απόστολος του Ευαγγελίου στα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Η Εκκλησία για να τιμήσει τον αγώνα και την προσφορά του, τον ονόμασε Ισαπόστολο. Γεννήθηκε στο χωριό Ταξιάρχης της επαρχίας Αποκούρου, κοντά στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Ναυπακτίας, το 1714,από γονείς ευσεβείς, που τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Αν υπάρχει κάπου στον κόσμο ένας τόπος, που στα λιγοστά τετραγωνικά του μπόρεσε να φυλάξει συναγμένη τόση δόξα, τόση αντρειοσύνη, τόση ιερότητα και τιμή, τούτος ο τόπος, αναμφίβολα, δεν είν’ άλλος από την περίκλειστη αυλή των Φυλακών Λευκωσίας. Ένας τόπος θυσίας και άσβεστης, ιερής μνήμης, που έμεινε γνωστός στην ιστορία με την αβάσταχτη -στο νου και στην καρδιά- ονομασία «Φυλακισμένα Μνήματα». Ήταν τόσο το μίσος των άνανδρων βρετανών για τους Κυπρίους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που ακόμα και νεκρούς από τις κρεμάλες και τις ενέδρες που οι ίδιοι τους έστηναν, τους φοβόνταν.. Γι’ αυτό κρατούσαν τους τάφους τους κρυφούς ακόμα και από τους στενότερους συγγενείς τους, τρέμοντας μήπως φανερωθούν τα αίσχη τους και ξεσπάσει πάνω τους το ποτάμι του αδίκου και της οργής. Τι μπορεί άλλωστε να σήμαινε για τέτοιους τυράννους η ιερότητα των σκοτωμένων ηρώων ενός λαού που από την εποχή της Αντιγόνης έθαβε τους νεκρούς του με τιμή και σεβασμό, όπως αρμόζει σε τέτοιους ήρωες αλλά και στην ίδια την αξία του ανθρωπίνου προσώπου και της ζωής..
Οι Ασσύριοι ήταν ένας αρχαίος λαός που κατοικούσε στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, ειδικά στη Συρία, την Μεσοποταμία και την Περσία. Στα τέλη του 19ου και ως τις αρχές του 20ού αιώνα υπολογίζεται πως κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μεταξύ των 600 χιλιάδων και ενός εκατομμυρίου Ασσυρίων, οι οποίοι μιλούσαν αραμαϊκά και ήταν χριστιανοί. Ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στην περιοχή του Ντιγιάρμπακιρ και της Μεσοποταμίας, του Χάκαρι και των λιμνών Βαν και Ουρμία, δηλαδή στην περσική πλευρά των συνόρων. Οι Ασσύριοι από το Κουρδιστάν της Τουρκίας, του χωριού Ρεμπάτ-ταλ της περιφέρειας Τχούμα, διοίκησης Τζολαμεργκέ, του νομού Μοσούλης, της αρχαίας Νινευί, είχαν ανεξαρτησία και δεν υπάγονταν στρατιωτικά στον Σουλτάνο.
Ανάμεσα στους εκατοντάδες ιερούς ναούς και γραφικά ξωκλήσια που εορτάζουν σήμερα 6 Αυγούστου, ξεχωριστή θέση έχει η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πλατεία του χωριού Αθανάσιος Διάκος (Άνω Μουσουνίτσα) στην ορεινή Φωκίδα. Κάτω από τον ίσκιο και τη δροσιά των υπεραιωνόβιων πλατάνων, που καλύπτουν ολόκληρη την όμορφη πλατεία του ιστορικού χωριού, δεσπόζει η μεγάλη λιθόκτιστη εκκλησιά, ανεγερθείσα το 1872 σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου της και αντίκρυ της η προτομή του ήρωα – πρωτομάρτυρα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Αθανασίου Διάκου, που δόξασε με τη θυσία του την Ελλάδα, αλλά και την όμορφη -όπως και ο ίδιος- γενέτειρά του.
«Μέρες της αρμύρας κι ο ήλιος πάντα εκεί Χίλια μύρια κύματα μακριά τ’ Αϊβαλί…»
Όταν ξεκινάς το ταξίδι σου για πρώτη φορά από την προβλήτα της Μυτιλήνης για τα απέναντι παράλια, τα συναισθήματα είναι σίγουρα ανάμεικτα. Το μέρος που πρόκειται να πας, σου είναι εξαιρετικά οικείο, μια εικόνα γνώριμη. Είναι εκείνη η στεριά που αντικρίζεις όταν τραβάς το βλέμμα σου καθημερινά στη θάλασσα, στο δρόμο προς το Πανεπιστήμιο ή στη βραδινή βόλτα στο λιμάνι της πόλης. Ωστόσο, μπορεί να έχουν περάσει ολόκληρες γενιές από τότε που η γη αυτή ήταν Ελληνική, μπορεί η καταγωγή σου να μην είναι καν από τις «αλησμόνητες πατρίδες», όμως θελημένα ή μη φέρνεις στο νου σου τον όμορφο σκοπό, κείνο το λυπητερό αργό τραγούδι που βαστάει πάντα μέσα του ολάκερη την πίκρα, τον πόνο και την άσβεστη νοσταλγία για εκείνα που χάθηκαν…
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη. Ήταν 31 Ιουλίου 1920 όταν ένοπλη ομάδα φανατικών βενιζελικών τον συνέλαβε στους Αμπελοκήπους και τον σκότωσε μπροστά στους περαστικούς, στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο Χίλτον. Στο σημείο της δολοφονίας έχει τοποθετηθεί αναθηματική στήλη. Ήταν μία πράξη εκδικήσεως για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι, με την οποία ο Δραγούμης έπεσε θύμα του φανατισμού και του Εθνικού Διχασμού.
Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, και την παράδοση του Ακροκορίνθου από τους Τούρκους, τον Ιανουάριο του 1822, στόχοι των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η Πάτρα και το Ναύπλιο, που ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία στον Μοριά, που επέτρεπαν τον ανεφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων. Προτάθηκε τότε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να αναλάβει την πολιορκία της Πάτρας κι εκείνος δέχτηκε πρόθυμα. Οι Έλληνες πέτυχαν σημαντικές νίκες στη Χαλανδρίτσα, το Σαραβάλι και το Γηροκομείο (μονή έξω από την αχαϊκή πρωτεύουσα), αλλ’ η πολιορκία της πόλης δεν προχωρούσε. Ο Κολοκοτρώνης έλαβε διαταγή του τότε Υπουργού Στρατιωτικών Κωλέττη, να εγκαταλείψει την Πάτρα και να τεθεί επικεφαλής των πελοποννησιακών δυνάμεων που θα ενίσχυαν τον αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Έκπληκτος ο Κολοκοτρώνης, με συνοδεία 80 ανδρών έφυγε για την Κόρινθο για να «ιδεί τι πράγμα είναι η Κυβέρνηση και τι μυαλά έχει»!.. Στην Πάτρα, άφησε αντικαταστάτη τον Πλαπούτα. Μετά από πολλές συζητήσεις, οι κυβερνητικοί επέτρεψαν στον Κολοκοτρώνη να συνεχίσει την πολιορκία της Πάτρας. Ήταν όμως φανερό ότι οι πολιτικοί είχαν θορυβηθεί από τις επιτυχίες του Κολοκοτρώνη και φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον υπονομεύουν.
«Κι ἐφώναζα ώ θεϊκιά κι ὅλη αἵματα πατρίδα!» Διονύσιος Σολωμὸς
Αμμόχωστος, Ιούλιος 1974
Στο τέλος του «Αττίλα ΙΙ» στην Κύπρο, η μάχη στη Μια Μηλιά και η πτώση της Αμμοχώστου (14-17 Αυγούστου 1974) παραμένουν μια ακόμα τραγική επέτειος για τον Ελληνισμό
Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον «Αττίλα ΙΙ» είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974, καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας και τραγικής έλλειψης οργάνωσης και συντονισμού, ενώ εκτιμάται ότι ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις, που δρούσαν στην περιοχή χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση της Χούντας, ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.
«Σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα- Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη· εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα, νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής· κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια: Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε, Νῆσός τις ἔστι …».
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αποτελούν τη ναυαρχίδα των ιστορικών αρχείων που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, η οποία και επιμελείται της εκδόσεώς τους.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]