Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» της Ελλάδος ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, ενώ ταυτόχρονα γραφόταν μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας.
Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους της τη Βουλγαρία και τη Σερβία (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Θέατρο των επιχειρήσεων, η περιοχή της Μακεδονίας. Ο Ελληνικός Στρατός βάδιζε από νίκη σε νίκη στη Δυτική Μακεδονία. Όμως από την αρχή των εχθροπραξιών σοβούσε σοβαρή διαφωνία μεταξύ του Αρχιστρατήγου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού, Ελευθερίου Βενιζέλου.
Ξεχωριστή τιμή και χαρά αποτελεί σήμερα για το ιστολόγιο η ευγενική παραχώρηση εκ μέρους του κ.Αριστείδη Παναγίδη του κειμένου του που ακολουθεί και η δημοσίευσή του. Μέσα από τα σπουδαία νοήματά του, το κείμενο πραγματεύεται την έννοια του πατριωτισμού στις μέρες μας. Ο λόγος του κ. Παναγίδη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των πρόσφατων εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και των νέων, οξύτατων προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο Ελληνισμός. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο, το σύγχρονο πρόσωπο της ηθικής σήψης, της διαφθοράς και της πατριδοκαπηλίας, όπως συχνά εκδηλώνονται στο πλαίσιο του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της εποχής μας, υπονομεύοντας -εκ των έσω, ύπουλα και συστηματικά, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας, της πατρίδας μας και του λαού μας, σε Ελλάδα και Κύπρο.
«Δυο νέες κοπέλες, που βρέθηκαν τυχαία σ’ ένα παγκάκι να λένε τα δικά τους, κατέληξαν να γίνουν αυτόπτες μάρτυρες μιας από τις σημαντικότερες πολιτικές δολοφονίες των τελευταίων δεκαετιών, της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Δεν φοβήθηκαν να δώσουν το όνομά τους. Αν και οι αστυνομικοί έκαναν έκκληση, πολύ λίγοι κατέθεσαν από πολύ κόσμο που είχε δει το συμβάν, καθώς το έγκλημα έγινε σε δημόσια θέα.
Η μητέρα της μίας, ξέροντας τις πιέσεις και τους κινδύνους που ενέχει σε μια τέτοια κοινωνία το να είσαι ηθικά άρτιος, της είπε να γυρίσει αμέσως σπίτι. Όπως πιθανόν θα έλεγε και η μητέρα των περισσοτέρων από εμάς.. Η φοιτήτρια όμως αυτή ύψωσε το ανάστημά της. «Και αν ήταν ο αδερφός μου, αυτό θα μου έλεγες;», ρώτησε τη μητέρα της.
Τα υπόλοιπα είναι πια ιστορία. Ίσως όμως μια ιστορία που θα γραφόταν διαφορετικά, αν δεν υπήρχαν αυτές οι δύο γυναίκες. Και όλα αυτά καθώς έδρασε και αναδύθηκε ο κόσμος της αλληλεγγύης, ο κόσμος της ανθρωπιάς, ο κόσμος που βλέπει κάτω πεσμένο έναν άνθρωπο και δεν λέει «να ένας ξένος», αλλά λέει «να ο αδελφός μου!».
Τα λόγια αυτά ανήκουν στον συνάδελφο δικηγόρο Θανάση Καμπαγιάννη και είναι απόσπασμα της αγόρευσής του εκ μέρους της Πολιτικής Αγωγής, ενώπιον του Α’ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, στο πλαίσιο της δίκης της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής.
Αποδεικνύουν δε πως σε πείσμα της αλλοτρίωσης και του ατομικισμού, που κυριαρχούν σήμερα στις κοινωνίες μας, η αγάπη και ο σεβασμός στον άνθρωπο και στον «πλησίον» εξακολουθεί να υπάρχει και να γεννά θαυμαστά αποτελέσματα. Αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι το ήθος αυτό ανήκει σε δύο νεαρά άτομα, τότε το μέλλον διαγράφεται ευοίωνο..
Η δίκη αυτή ίσως τελικά είναι μια νίκη όχι μόνον όσον αφορά αυτό καθ’ αυτό το σπουδαίο αντικείμενό της, αλλά και σε περισσότερα από τα διαφαινόμενα επίπεδα.. Αποτελεί μια νίκη της κοινωνίας μας και του πολιτισμού μας. Μια νίκη της γενιάς μας!
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιών κατοίκων της Πύλου, στον κόλπο του Ναυαρίνου, κοντά στη Σφακτηρία, όταν το φως ήταν κατάλληλο και η θάλασσα ήρεμη, κοιτώντας από τη βάρκα προς το βυθό, μπορούσε κανείς να δει τα κατάρτια των βυθισμένων τουρκοαιγυπτιακών πλοίων από τη μεγάλη ναυμαχία του 1827.
Οι λαμπρές ημέρες, τα δύσκολα χρόνια και οι σημερινές προκλήσεις
Ήταν 6 Οκτωβρίου του 1896 όταν έγιναν τα εγκαίνια του νέου τότε μεγαλοπρεπούς κτηρίου της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, μετά την καταστροφή του αρχικού κτηρίου από ισχυρό σεισμό. Σήμερα 124 χρόνια μετά από εκείνη τη λαμπρή ημέρα και 49 χρόνια από το κλείσιμο της Σχολής, οι υποσχέσεις για την επαναλειτουργία της παραμένουν στα λόγια, παρά τις διεθνείς αντιδράσεις.
Η πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα στη Βαλκανική Συμμαχία (Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο) και τη θνήσκουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία ξεκίνησε τυπικά στις 25 Σεπτεμβρίου 1912 με την κήρυξη του πολέμου από το Μαυροβούνιο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ολοκληρώθηκε στις 17 Μαΐου 1913 με τη συνθήκη του Λονδίνου. Το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέμου βρήκε την Ελλάδα να έχει απελευθερώσει την Ήπειρο, ολόκληρη τη Θεσσαλία, μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας και τα νησιά του Αιγαίου.
Την στιγμή που τα κανάλια προσφέρουν απλόχερα στους τηλεθεατές ό,τι ευτελέστερο, υπάρχει και η άλλη τηλεόραση, που παράγει έργο αξιώσεων. H Cosmote TV ετοίμασε το ντοκιμαντέρ «Ιωάννης Καποδίστριας: Η ζωή και το έργο του» συνδυάζοντας το σενάριο με τις ιστορικές μαρτυρίες.
Τον Ιούλιο του 1922 η μοναρχική ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να απαγορεύσει στον ελληνικό πληθυσμό να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία. Η απόφαση αυτή πήρε τη μορφή του Νόμου 2870/1922, ο οποίος προέβλεπε αυστηρές πειθαρχικές και χρηματικές ποινές, στην περίπτωση σύλληψης πλοίων που θα μετέφεραν πληθυσμό. Ο Νόμος 2870/1922 ψηφίστηκε τον Ιούλιο, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου.
Ένα σπάνιο βίντεο – ντοκουμέντο καταγράφει τον Άγιο ιερομάρτυρα Χρυσόστομο στη Σμύρνη το 1911. Μαζί με Εκείνον, ξαναζωντανεύουν τα σπίτια, οι δρόμοι, τα περίχωρα και η καθημερινότητα των κατοίκων της μαρτυρικής πόλης. Το βίντεο ανήκει στο αρχείο του Κινηματογραφικού Ινστιτούτου Ολλανδίας EYE. Το υλικό που ανέβηκε στο YouTube είναι γαλλικής παραγωγής. Ο σκηνοθέτης άγνωστος, αλλά γνωρίζουμε ότι η εταιρεία παραγωγής είναι η Εclair.
Η Άσσια, κατεχόμενη κοινότητα της επαρχίας Αμμοχώστου, είναι πρώτη στη λίστα των τόπων εξαφάνισης Αγνοουμένων, με 105 ανθρώπους της, των οποίων τα ίχνη χάθηκαν κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Αύγουστο του 1974. Δεν υπάρχει άνθρωπος από την Άσσια που να μην έχει χάσει έστω ένα προσφιλές πρόσωπο τις μέρες της εισβολής. Όλα τα εγκλήματα πολέμου που έχουν διαπράξει τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής και τ/κ συνεργάτες τους στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και αυτό που διεπράχθη στην Άσσια, παραμένουν ατιμώρητα έως και σήμερα. Οι Ασσιώτες αρνούνται να δεχτούν υπολείμματα μόνο λειψάνων Αγνοουμένων συγγενών τους. Ζητούν να αναγνωριστεί ότι η αιτία θανάτου τους δεν ήταν «άγνωστη», όπως αναγράφεται στα οικεία πιστοποιητικά, αλλ’ η εν ψυχρώ δολοφονία τους από τα τουρκικά στρατεύματα και πως οι εκτελέσεις και οι εκτοπισμοί αμάχων, που συντελέσθηκαν στην Άσσια και τις γύρω περιοχές, συνιστούν εγκλήματα πολέμου.
Ώρα με την ώρα η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη. Η Σμύρνη κατακλύζεται συνεχώς από πρόσφυγες του εσωτερικού. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, αεικίνητος και ακούραστος, τρέχει στην προκυμαία, στις γειτονιές, για να τους παρηγορήσει, να τονώσει το ηθικό τους. Επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων. Τους παρακαλεί να δεχτούν πρόσφυγες στα καράβια τους. Καμμιά όμως ανταπόκριση στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του…
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]