Ιούλιος 1965. Ο Αντρέας, δεκαοχτώ χρόνια πολιτικός πρόσφυγας, επιστρέφει επιτέλους στην πατρίδα: «Όλα μου φαίνονται σαν παραμύθι… Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου». Η «Αθηναϊκή Άνοιξη». Οι Τέχνες, τα Γράμματα έχουν ανθίσει ύστερα από τα μετεμφυλιακά χρόνια. Μια νεολαία με μεγάλα όνειρα πρωτοστατεί στους αγώνες για την παιδεία, τη δημοκρατία. Ανάμεσά τους η όμορφη, φλογερή αγωνίστρια Ματθίλδη, με την κριτική ματιά της νέας γενιάς. Στον ίδιο τόπο, η ερωτική Φλώρα μοιράζεται τον έκλυτο βίο ενός άλλου κόσμου, μιας παρέας Αμερικανών και άλλων ξένων όπως αυτή.
Ένα βιβλίο καταγράφει την εμπειρία της κράτησης στην ΕΣΑ στη Χούντα
«Θα σε φουντάρω, ρε, αφού δεν μιλάς. Κι έπειτα, σε εκατό χρόνια που θα’ ρθει ο κοινοβουλευτισμός, ας γίνεις πλατεΐτσα στην Κοκκινιά, για να πηδιούνται τα ζευγαράκια».
Η κατάλυση του Συντάγματος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη Χούντα των συνταγματαρχών
Μια εικόνα χίλιες λέξεις… Από τη στρατοκρατούμενη Αθήνα του Νοέμβρη του 1973
Η περίοδος 1967-1974 υπήρξε η πιο επώδυνη θεσμικά περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας και πρέπει να μας υπενθυμίζει πάντα την αξία της περιφρούρησης και της διαφύλαξης του θεμελιώδους νόμου της Πολιτείας. Το Σύνταγμα και η δημοκρατική αρχή, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ο δικαστικός έλεγχος, οι ατομικές ελευθερίες, η πολιτική ισότητα καθώς και κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμότητας παραβιάσθηκαν, καταλύθηκαν, καταστρατηγήθηκαν και αποστεώθηκαν από το καθεστώς που επιβλήθηκε στη χώρα μας την 21η Απρίλη 1967 και πέρασε στην ιστορία ως «η χούντα των συνταγματαρχών».
Η ανομία κάθεται στη θέση του νόμου, η νομιμότητα «τίθεται» εκτός νόμου. Εδώ είναι η κακοήθης ανατροπή. Ο πολίτης επανέρχεται στη θέση του υπηκόου, είναι δέσμιος και ανυπεράσπιστος απέναντι στον μηχανισμό βίας της καταχρηστικής εξουσίας. Από τη στιγμή που ανατρέπεται το Σύνταγμα που καθιέρωσε τη διάκριση των εξουσιών, την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας από το Κοινοβούλιο και τον Τύπο, ουσιαστικά καταργείται το κράτος δικαίου, και ο δρόμος είναι ανοιχτός για την κρατική παραβατικότητα, την αστυνομική αυθαιρεσία και το ίδιο το έγκλημα (Περικλής Κοροβέσης, «Ανθρωποφύλακες», Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα 2020, σελ. 15).
Στο Υπουργείο Εξωτερικών, αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Από αριστερά: Σκομπορίνας, Σαράφης, Σιάντος, Τσιριμώκος, Σοφιανόπουλος, Παρτσαλίδης, Μπαρούτσος. Πίσω, στο κέντρο, ο Μαρκόπουλος και ο στρατηγός Κατσώτας
Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 η ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό, τότε, τον Νικόλαο Πλαστήρα, και το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος υπέγραψαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Η Συνθήκη αυτή ήταν η προσπάθεια να λήξουν όσα δεινά είχαν προκληθεί από τα «Δεκεμβριανά» (Δεκέμβριος 1944 – Ιανουάριος 1945), δηλαδή την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) -στρατιωτικού σκέλους του ΕΑΜ- από τη μία και των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων και των Βρετανών από την άλλη.
Το «άθλημα της πόλης», δηλαδή η υπεύθυνη και σοβαρή ενασχόληση με τα κοινά, έχει ανάγκη από ανθρώπους χαρισματικούς και αξιόπιστους. Ο Μέγας Φώτιος, η κορυφαία αυτή μορφή της Βυζαντινής Αναγέννησης, μας έχει υποδείξει, ήδη από τον Μάιο του 861 μ.Χ., όλους τους αναγκαίους κανόνες τη «χρηστής διοίκησης», καταδεικνύοντας μοναδικά και πώς οι θεμελιώδεις αρχές της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας και του χριστιανισμού είχαν ενσωματωθεί στο Βυζαντινό πολίτευμα.
Η πρώτη, νέα παραγωγή – έκθεση του MOMus για τη νέα χρονιά, με τίτλο: «Όλοι εδώ. 50 χρόνια Δημοκρατία», θα παρουσιαστεί στο MOMus – Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, στην Αθήνα
ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 50 χρόνια μετά ο Δημήτρης Παπαχρήστος ξαναγυρνά στη μνήμη της εξέγερσης και των ανθρώπων της
Η φωνή του Δημήτρη Παπαχρήστου είναι κομμάτι της μνήμης αυτού του τόπου. Τμήμα ενός ηχητικού τοπίου της ιστορίας του. Διαρκής υπενθύμιση ότι υπήρξε μια μεγάλη εξέγερση που άλλαξε την πορεία των πραγμάτων και ουσιωδώς αδικαίωτη όπως παρέμεινε εξακολουθεί να φλογίζει τη σκέψη.
«Τείχισον ημάς αγίοις σου αγγέλοις…» (από το Μικρό Απόδειπνο)
Η περίφημη τοιχογραφία του αγγέλου από τον ιερό ναό Αγίου Θεμωνιανού στην κατεχόμενη Λύση της Κύπρου (13-14ος αι. μ.Χ.). Μετά από 28 χρόνια παραμονής της στο Ίδρυμα Menil στο Houston του Texas επαναπατρίστηκε στην Κύπρο κατόπιν συντονισμένων προσπαθειών των αρμοδίων φορέων του Κράτους και της Εκκλησίας, από κοινού με άλλες τοιχογραφίες που κοσμούσαν την εκκλησία του Αγίου Ευφημιανού (κυπρ.: Θεμωνιανού) στη Λύση πριν την τουρκική εισβολή το 1974.
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ το 1922, στη φωτογραφία του διαβατηρίου του με το οποίο ταξίδεψε στη Θράκη (torontoist.com)
6 Απριλίου – Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Θρακικού Ελληνισμού
«Είναι οι τελευταίοι από τη δόξα που ήταν κάποτε η Ελλάδα. Αυτό είναι το τέλος της δεύτερής τους πολιορκίας της Τροίας. Ποιος θα θρέψη τόσο πληθυσμό; Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!…». Οι ανταποκρίσεις του Έρνεστ Χέμινγουεϊ από την Ανατολική Θράκη, το 1922, έχουν μείνει ιστορικές. Ήρθε στην Κωνσταντινούπολη ως απεσταλμένος της εφημερίδας Toronto Star Weekly, που κάλυπτε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και, μέσω των ανταποκρίσεών του, το ευρύ κοινό της εποχής γνώρισε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Υπήρξε παρών στην ανταλλαγή των πληθυσμών στη Θράκη, που ακολούθησε τη Συνθήκη των Μουδανιών, μιας επιλογής που καθόρισε τη μοίρα και την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού…
Απόψε θα πλαγιάσουμε σε δροσερό χορτάρι θα δώσει και θα πάρει το γλέντι μας παιδιά Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια στην κεφαλή λουλούδια και φλόγα στην καρδιά.
Απόψε θα πλαγιάσουμε σε δροσερό χορτάρι θα δώσει και θα πάρει το γλέντι μας παιδιά Η αγάπη θέλει φίλημα κι ο πόλεμος τραγούδια στην κεφαλή λουλούδια και φλόγα στην καρδιά.
Τον Οκτώβριο του 1975 ξεκίνησε η δίκη των υπευθύνων για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, από τις πιο σημαντικές στιγμές της μεταπολιτευτικής ιστορίας της Ελλάδας. Η ακροαματική διαδικασία κράτησε δυόμιση περίπου μήνες από τις 16 Οκτωβρίου 1975 ως τις 30 Δεκεμβρίου 1975.
Mπροστά στη χρυσή μυκηναϊκή κύλικα από τα Δέντρα της Αργολίδας (1950)
Ο Αντώνης Μπενάκης ήταν ένα κράμα Έλληνα της εποχής που ακολούθησε την Επανάσταση και του κομψού αστού των αρχών του νέου αιώνα. Υπήρξε υπόδειγμα ανθρώπου – δημιουργού και ένα παντοτινό πρότυπο προσφοράς που είχε ως βάση την αγάπη για τον άνθρωπο και την αφοσίωση στην πατρίδα
Το κτήμα Τατοΐου βρίσκεται στη θέση της αρχαίας Δεκέλειας του δήμου Μεσογείων της αρχαίας Αθήνας, περίπου 15 χλμ. βόρεια του κέντρου. Σήμερα υπάγεται διοικητικά εν μέρει στον δήμο Διονύσου και εν μέρει στον δήμο Αχαρνών – Θρακομακεδόνων ΠΕ Ανατ. Αττικής. Υπήρξε οθωμανικό τσιφλίκι μαζί με τα γειτονικά του κτήματα Μαχούνια και Λιόπεσι, ενώ το τοπωνύμιο «Τατόι» θεωρείται ότι προέρχεται από το όνομα του αλβανοβλάχου φύλαρχου Τατόη, που έζησε στην περιοχή. Μετεπαναστατικά, τα τσιφλίκια αυτά αγοράστηκαν από τον Φαναριώτη ευγενή Αλέξανδρο Καντακουζηνό, με το κτήμα να καταλήγει στον γαμπρό του, σύζυγο της θυγατέρας του Ελπίδας Σκαρλάτο – Σούτσου.
«Υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα…». Το τραγούδι αυτό (σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, μουσική Μίκη Θεοδωράκη και με ερμηνευτή τον Παύλο Σιδηρόπουλο), έρχεται στο νου, όταν αναφερόμαστε στον Νίκο Τεμπονέρα. Τον Δάσκαλο, που στάθηκε δίπλα στους μαθητές του. Ο Νίκος Τεμπονέρας (γεν. 1954) έπεσε νεκρός στις 8 Ιανουαρίου 1991, στο σχολικό συγκρότημα του 3ου και 7ου Γυμνασίου και Λυκείου Πάτρας, μετά από επίθεση τραμπούκων της ΟΝΝΕΔ με επικεφαλής το στέλεχός της Γ. Καλαμπόκα, και ενώ είχαν φουντώσει οι μαθητικές κινητοποιήσεις και καταλήψεις. Ο Τεμπονέρας πίστευε σε ένα δημοκρατικό σχολείο. Στήριζε με όλο του το είναι τον μαθητικό αγώνα, γιατί τον θεωρούσε δίκαιο. Είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το νομοσχέδιο Κοντογιαννόπουλου έφερνε το ελληνικό σχολείο πίσω στη δεκαετία του ‘50. Και αυτή του τη στάση την πλήρωσε με τη ζωή του μόλις στα 37 του χρόνια…
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]