Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλια Με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα Σκαλώνει μες στα σύννεφα Πατάει τα φύκια τ’ ουρανού. Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας Άγγελοι! Σία τα κουπιά Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!
Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.
«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..
Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.
Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..
Φολέγανδρος
Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:
«Κι εγώ μέσα στους αχινούς στις γούβες στ’ αρμυρίκια, σαν τους παλιούς θαλασσινούς ρωτούσα τα τζιτζίκια: Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι, γεια σας κι η ώρα η καλή! Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί: -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».
Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..
Η θέα στη Χώρα της Σκύρου από τη μονή Αγίου Γεωργίου
Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
Καυτός, ερωτικός, ξένοιαστος και ποθητός, ο Ιούλιος είναι ο αγαπημένος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών, της χαράς και των αποδράσεων! Η επαφή με τη φύση και οι ευκαιρίες για ταξίδια που προσφέρει απλόχερα, στάθηκαν ανέκαθεν πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργίας για τους ποιητές μας
«Τὸν Ἰούλιο κάποτε μισανοίξανε τὰ μεγάλα μάτια της μὲς στὰ σπλάχνα μου τὴν παρθένα ζωὴ μιά στιγμὴ νὰ φωτίσουν μακρινὴ μητέρα ρόδο μου ἀμάραντο»
Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά από το απέναντι σοκάκι Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει, όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι, όλα είναι σιωπή και φόβος Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.
Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου. Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη. Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής, Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη την περίεργη να το συμμαζέψει Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.
Οι φόβοι που με κυρίευαν άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού. Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε, οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν. Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.
Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη και όταν σε έβλεπα από μακριά μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου. Οι χτύποι της δυνάμωναν και όταν πια συναντιόμασταν τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη… Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου. Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ. Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!
Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…
«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…» (Οδ. Ελύτης)
Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη
Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]