Το Κεφαλόβρυσο του Μάρκου Μπότσαρη

8-9 Αὐγούστου 1823

Μάρκος Μπότσαρης
(1790-1823)

Εἶναι μεσάνυχτα τῆς 8ης πρός 9ης Αὐγούστου, πρίν ἀκριβῶς ἀπό 197 χρόνια! 350 ἐπαναστάτες Σουλιῶτες, ἀνάμεσά τους καί λίγες δεκάδες Εὐρυτάνες, ξεγλιστροῦν σάν σκιές ἀπό τά δασύφυλλα πλατάνια καί ἀθόρυβα ἀναπτύσσονται γύρω ἀπό τό πολυπληθές στρατόπεδο 5.000 ἀνδρῶν πού μέ διοικητή τόν Τζελαλεδίν-μπέη ἔχουν ἐγκατασταθεῖ στό Κεφαλόβρυσο.

Οἱ 5.000 μισθοφόροι αρβανίτες ὑπό τόν Τζελαλεδίν, ἀποτελοῦν τή δυναμική ἐμπροσθοφυλακή μιᾶς τεράστιας στρατιᾶς πού συνέκλινε ἀπό διαφορετικές κατευθύνσεις στό Καρπενήσι καί ἀποτελούνταν ἐπίσης: ἀπό τό ἀσκέρι τοῦ Μουσταῆ πασᾶ τῆς Σκόνδρας καθώς καί ἀπό αὐτό τοῦ Ἄγου Βασιάρη, συνολικῆς δυναμικότητας περίπου 15.000 στρατιωτῶν (ἄλλες ἱστορικές πηγές κάνουν λόγο γιά 12.000). Ὅλοι τοῦτοι ἔχουν κατακλύσει ἀπό ἄκρη σέ ἄκρη τήν πόλη πού μυρίζει θάνατο καί τρομοκρατία.

Συνέχεια

Ναυτάκι του περιβολιού (Οδυσσέας Ελύτης)

Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλια
Με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα
Σκαλώνει μες στα σύννεφα
Πατάει τα φύκια τ’ ουρανού.
Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας
Άγγελοι! Σία τα κουπιά
Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!

Συνέχεια

Η Ορθόδοξη διάσταση στην ποίηση και στα εικαστικά του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1998)

Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.

Συνέχεια

Ὁ Αὔγουστος ελούζονταν λούζοντας τὴν ἀστροφεγγιὰ

Καλό μήνα Αύγουστο!

«Ὁ Αὔγουστος ελούζονταν
λούζοντας τὴν ἀστροφεγγιὰ
κι ἀπὸ τὰ γένια του ἔσταζαν
ἄστρα καὶ γιασεμιά.
Αὔγουστε μῆνα καὶ Θεὲ
σὲ σένανε ὁρκιζόμαστε
πάλι τοῦ χρόνου νὰ μᾶς βρεῖς
στὸ βράχο νὰ φιλιόμαστε»


Οδυσσέας Ελύτης

Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.

«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..

Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.

Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..

Φολέγανδρος

Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:

«Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια,
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:
Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι,
γεια σας κι η ώρα η καλή!
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί:
-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».

Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..

Πηγή: Γιώργος Καμβυσέλλης, σε: haniotika-nea.gr

Αθήνα, το γαλάζιο κρίνο των Ποιητών

Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος

Η Αθήνα τη νύχτα

«Η Αθήνα τη νύχτα
αρχόντισσα μοιάζει
κυρά ξελογιάστρα χρυσή
Ψηλά στα αιθέρια
ασήμι τ’ αστέρια
και μες στα ποτήρια κρασί»


(Στίχοι: Γιώργος Σαντοριναίος, μουσική: Μίμης Πλέσσας, ερμηνεία: Ρ. Βλαχοπούλου, 1964)

Συνέχεια

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές

Η θέα στη Χώρα της Σκύρου από τη μονή Αγίου Γεωργίου

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά

Τον Ιούλιο κάποτε..

Καυτός, ερωτικός, ξένοιαστος και ποθητός, ο Ιούλιος είναι ο αγαπημένος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών, της χαράς και των αποδράσεων! Η επαφή με τη φύση και οι ευκαιρίες για ταξίδια που προσφέρει απλόχερα, στάθηκαν ανέκαθεν πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργίας για τους ποιητές μας

«Τὸν Ἰούλιο κάποτε μισανοίξανε
τὰ μεγάλα μάτια της μὲς στὰ σπλάχνα μου
τὴν παρθένα ζωὴ μιά στιγμὴ νὰ φωτίσουν
μακρινὴ μητέρα ρόδο μου ἀμάραντο»

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιόν Ἐστί

Συνέχεια

Τοῦ Αἰγαίου

Ὁ ἔρωτας
Τὸ ἀρχιπέλαγος
Κι ἡ πρώρα τῶν ἀφρῶν του
Κι οἱ γλάροι τῶν ὀνείρων του
Στὸ πιό ψηλό κατάρτι του
ὁ ναύτης ἀνεμίζει
Ἕνα τραγοῦδι

Συνέχεια

Ἐλύτης: Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές..

«Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου ..».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)

Οι φόβοι του Μεσημεριού

Οι φόβοι του Μεσημεριού

Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά
από το απέναντι σοκάκι
Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει,
όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι,
όλα είναι σιωπή και φόβος
Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους
Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα
παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.

Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου.
Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα
και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της
ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί
που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη.
Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής,
Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη
την περίεργη να το συμμαζέψει
Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα
Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.

Οι φόβοι που με κυρίευαν
άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου
Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα
που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού.
Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε,
οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν.
Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν
έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.

Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη
και όταν σε έβλεπα από μακριά
μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου.
Οι χτύποι της δυνάμωναν
και όταν πια συναντιόμασταν
τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια
και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη…
Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου.
Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ.
Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!

Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει
και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι
Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο
Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…

Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός, Απαγγελία: Κάτια Δανδουλάκη

Η Μαρίνα των βράχων (Οδυσσέας Ελύτης)

Η Μαρίνα των βράχων

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη – Μὰ ποῦ γύριζες;
Ὁλημερὶς τὴ σκληρὴ ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Ἀετοφόρος ἄνεμος γύμνωσε τοὺς λόφους
Γύμνωσε τὴν ἐπιθυμία σου ὣς τὸ κόκαλο
Κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν σου πήρανε τὴ σκυτάλη τῆς Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ ἀφρό τὴ θύμηση!

Συνέχεια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου
και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…»
(Οδ. Ελύτης)

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Συνέχεια

Άσπρη πετρούλα του γιαλού (Στρατής Μυριβήλης)

Η παραλία της Λάμπης στην Πάτμο

Άσπρη πετρούλα του γιαλού

Μήλο κυλώ στη θάλασσα, μήνυμα στο Νησί μου
Άσπρη πετρούλα του γιαλού, σώσε τη θύμησή μου!

Συνέχεια