Τον Ιούλιο κάποτε..

Καυτός, ερωτικός, ξένοιαστος και ποθητός, ο Ιούλιος είναι ο αγαπημένος μήνας των καλοκαιρινών διακοπών, της χαράς και των αποδράσεων! Η επαφή με τη φύση και οι ευκαιρίες για ταξίδια που προσφέρει απλόχερα, στάθηκαν ανέκαθεν πηγή ανεξάντλητης έμπνευσης και δημιουργίας για τους ποιητές μας

«Τὸν Ἰούλιο κάποτε μισανοίξανε
τὰ μεγάλα μάτια της μὲς στὰ σπλάχνα μου
τὴν παρθένα ζωὴ μιά στιγμὴ νὰ φωτίσουν
μακρινὴ μητέρα ρόδο μου ἀμάραντο»

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιόν Ἐστί

«Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν
στο λαιμό των βοδιών.
Πού πας, ομορφούλα μου,
Χιονούλα και ήλιε;
Πάω στις μαργαρίτες
του πράσινου λιβαδιού.
Δε φοβάσαι
που αλαργεύεις μόνη;
Ούτε ο ερωδιός ούτε ο ίσκιος
φοβίζουν τον έρωτα.
Τον ήλιο να φοβάσαι, ομορφούλα μου,
χιονάτη κόρη.
Έχει φύγει η καρδιά μου,
για πάντα.
Ποια είσαι, λευκή κόρη,
κι από πού έρχεσαι;
Γυρίζω από τους έρωτες
κι από τις κρήνες.

Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν
στο λαιμό των βοδιών.
Τι έχεις στα χείλη σου
που τα φλογίζει;
Το άστρο του καλού μου
που ζει και πεθαίνει.
Τι έχεις στο στήθος σου
λεπτό κι ωραίο;
Το σπαθί του καλού μου
που ζει και πεθαίνει.
Τι λεν τα μαύρα μάτια σου,
σοβαρό και βαθύ;
Τη σκληρή απελπισιά μου
που πάντα πληγώνει.
Γιατί φοράς μαύρο
του θανάτου μανδύα;

Μυλοπόταμος

Αλίμονο, είμαι θλιμμένη
κι άκληρη χήρα,
του κόντε της Δάφνης
της Ροδοδάφνης.
Αφού κανέναν δεν αγαπάς,
τι ψάχνεις εδώ;
Το σώμα του όμορφου κόντε μου
της Ροδοδάφνης.
Ψάχνεις λοιπόν τον έρωτα να βρεις
άπιστη χήρα;
Σου εύχομαι να τον βρεις.

Τα άστρα του ουρανού
είναι οι πόθοι μου,
σ’ αυτά θα βρω τον εραστή μου
που ζει και πεθαίνει.
Αναπαύεται μες στο νερό,
χιονάτη κόρη
σκεπασμένος με νοσταλγίες
κι άσπρα γαρίφαλα.

Αχ, ιππότη περιπλανώμενε
στα κυπαρίσσια,
μια νύχτα φεγγαρόφωτη
σου χαρίζει η ψυχή μου.
Ω, Ίσις ονειροπαρμένη!
Κόρη δίχως γλύκα,
με στόματα παιδιών
λέει τις ιστορίες της.
Την καρδιά μου σου δίνω.
Μια καρδιά ήρεμη
πληγωμένη από το βλέμμα
των γυναικών.
Γενναίε ιππότη,
ο Θεός μαζί σου.
Πάω να βρω τον κόντε
της Ροδοδάφνης.

Αντίο, δέσποινα μου,
κοιμισμένο ρόδο,
εσύ πας στον έρωτα
κι εγώ πάω στο θάνατο.
Ασημένια κουδουνάκια αντηχούν
στο λαιμό των βοδιών.
Η καρδιά μου αιμορραγεί,
κόκκινη κρήνη»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Μπαλάντα μιας μέρας του Ιουλίου», Ποιητικά άπαντα, εκδ. Εκάτη

Αμβρακικός

«Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,
γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, νάρθει η ώρα που θα
δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις δροσερό
νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα»

Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον», εκδ. Ίκαρος

«Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων -έλεγε,-
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς-
δε σου ζητούν αποδείξεις,
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.

Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –

Άγνωστη γνώση
γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα»

Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τόμ. 3ος, εκδ. Κέδρος

«Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν -πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.
Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα -που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή»

Κ.Π. Καβάφης, «Να μείνει» (απόσπασμα)

Σούνιο

«Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού
που πρωτο-εισέρχεται στον έρωτα και τ’ άλλο το χρυσό,
που όπου κι αν τοτοποθετείς ιουλίζει»

Οδυσσέας Ελύτης, «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», 1991 (απόσπασμα)

«Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά
λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει
δονούμενος από φευγαλέα
φωνήματα κληματαριάς- τι άρια
ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…

Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα
λουσμένο μουσείο
Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.

Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας»

Νίκος Καρούζος, «Αλλόφρονας Ιούλιος»

«Κι ας είναι ήδη Νοέμβριος
με πτώση της θερμοκρασίας
και κασκόλ,
εγώ ακόμα σε βλέπω
να ξεπλένεσαι με το λάστιχο
απ’ το αλάτι της θάλασσας
και μισοκρυμμένη
πίσω από τις φυλλωσιές
να λύνεις το μαγιό σου
και να τυλίγεσαι με τη λευκή πετσέτα,
να είναι Ιούλιος,
ν’ αστράφτει ο ήλιος στο γυμνό κορμί
και κανείς να μην έχει πεθάνει ακόμα»

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, «Να είναι Ιούλιος»

Άνδρος

«…Ήτανε μήνας Αλωνάρης, ντάλα μεσημέρι,
που ξεφαντώνανε στα κλώνια ασίγαστα τζιτζίκια,
στη θάλασσα των αμπελιών μελώναν τα σταφύλια
και βίγλιζε στη δεμοσιά με χίλια μάτια ο ήλιος
κι από τον ήλιο πιότερο λαμπάδιαζεν ο τάφος…»

Κώστας Βάρναλης, «Η άγνωστη ατιμία»

Αλώνισμα

«Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε παϊτόνι ολόχρυσο στους δρόμους τ’ ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό»

«Ιούλιος Πορθητής», Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης, Μουσική: Παντελής Θαλασσινός

«Ιούλιος κι ο άνεμος δεν είναι ‘δω
Φτερούγισμα βεντάλιας στο μπαλκόνι
Μα μια ανάμνηση παλιά
τα διπλωμένα μου πανιά φουσκώνει
Θα δανειστώ του ναύτη τη ματιά
με δάκρυ αλμυρό θέλω να κλάψω
και κει στου πάθους τ’ ανοιχτά
ό, τι με κούρασε θα το πετάξω
Θα βρω της νύχτας το σκοπό
και με τη λύρα του Ορφέα
μέσα στον ύπνο σου θα μπω
εσύ ‘σαι η αγάπη μου η ωραία»

«Ιούλιος κι ο άνεμος», Λουδοβίκος των Ανωγείων, 1997

«Θυμήσου Ιούλιο στη Σαντορίνη
πάνω σου έσκυβα και ήσουν νερό
όπου σ’ αγκάλιασα κάτι έχει μείνει
Χνάρι από μύθο αλλοτινό
Κορμιά από φως
ολοσκότεινο πως
και ο αγέρας βουβός
βαθύς στεναγμός

Θυμήσου Ιούλιο στη Σαντορίνη
πλοία σύννεφων στον πάνω βυθό
Ξάφνου μεγάλωσε κείνο το ταξίδι
μέσα στων ανθρώπων το γυρισμό

Βαλίτσες, σπρωξιές στο λιμάνι,
φωνές χωρισμού, αγκαλιές
και ‘συ σαν να κλαις»

«Ιούλιος στη Σαντορίνη», Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης, Μουσική: Νίκος Ξυδάκης, Ερμηνεία: Ναταλί Ρασούλη, 1999

Πηγές: pablodelamopalimpsisto.blogspot.com, pyroessa-logotimis.blogspot.com, Ριζώματα/Πιέρια, flashbak.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s