Κωστής Παλαμάς


Δράμα, Γρανίτης
Στὴν ἄκρη μιᾶς φθινοπωρινῆς μπόρας,
τὸ φεγγάρι ξεπέρασε τὰ σύννεφα
καὶ γίναν τὰ σπίτια στὴν ἀντίπερα πλαγιὰ ἀπὸ σμάλτο.
Σιωπὲς ἀγαπημένες τῆς σελήνης
Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος σταθμός»
(φωτ. Δράμα, Γρανίτης)

Συμπληρώνονται φέτος 800 χρόνια από την κοίμηση του Αγίου Νεοφύτου του «Εγκλείστου», όπως είναι γνωστός. Ο Κύπριος Άγιος έζησε από το 1134 μέχρι το 1220 και ίδρυσε την ομώνυμη Μονή κοντά στην Πάφο. Έζησε επί πολλά χρόνια πραγματικά έγκλειστος σε έναν λαξευμένο βράχο, την «Εγκλείστρα» του. Εκεί βλέπουμε σήμερα το κρεββάτι του, το γραφείο του και τον τάφο του. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές τον χρόνο, στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 24 Ιανουαρίου.
Συνέχεια
Σε μια ρώγα από σταφύλι
Σε μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι-τίρι, τσιριτρό,
τσιριτρί, τσιριτρό!

Γιάννης Μόραλης, «Κορίτσι που δένει το σανδάλι του», 1973
Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο του 2015 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27/2017 του περιοδικού «Αιγιναία», στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ζωγράφου μας Γιάννη Μόραλη, που έζησε και δημιούργησε στην Αίγινα.
Συνέχεια
François Le Diascorn, Χαιρετισμός στην Αστυπάλαια, δεκ. ’80
Μὲ τὴν πρώτη σταγόνα τῆς βροχῆς σκοτώθηκε τὸ καλοκαίρι
Μουσκέψανε τὰ λόγια που εἴχανε γεννήσει ἀστροφεγγιές
Ὅλα τὰ λόγια που εἴχανε μοναδικό τους προορισμόν Ἐσένα!
Κατὰ ποῦ θ’ ἁπλώσουμε τὰ χέρια μας τώρα ποὺ δέ μᾶς λογαριάζει πιὰ ὁ καιρὸς
Κατὰ ποῦ θ’ ἀφήσουμε τὰ μάτια μας τώρα ποὺ οἱ μακρινές γραμμές ναυάγησαν στὰ σύννεφα
Τώρα ποὺ κλείσανε τὰ βλέφαρά σου ἀπάνω στὰ τοπία μας
Κι εἴμαστε -σὰ νὰ πέρασε μέσα μας ἡ ὁμίχλη-
Μόνοι ὁλομόναχοι τριγυρισμένοι ἀπ’ τὶς νεκρές εἰκόνες σου.
Οδυσσέας Ελύτης

Κέρκυρα
Σολωμοῦ συντριβὴ καὶ δέος
Μισόβγαινε ἀπ’ τὸν ὕπνο ἡ πολιτεία. Τῶν καμπαναριῶν αἰχμὲς
Κοντοὶ σημαιῶν καὶ κάτι πρῶτα πρῶτα τριανταφυλλιὰ
Στοῦ μικροῦ παραθύρου σου -ποὺ ἀκόμη φώταγε- τὸ μαρμαράκι
Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ‘ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες. Καὶ τὴ γνωρίζω
Πάνω σ’ ἄσπρα χαρτιὰ πιὸ δύσβατα κι ἀπ’ τοῦ Μεσολογγιοῦ τὶς πλάκες

Πέτρος Μπρούσαλης, Μύκονος 1960
(Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη)
Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο
Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο
κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες.
Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
αδερφάκι του σύννεφου!

«La double vie de Véronique» by Krzysztof Kieślowski
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ζωή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για Ανάσταση.
Συνέχεια
Το Γεφύρι της Μηλιάς στις Πλάτρες, Λεμεσός Κύπρος
«Τ’ ἀηδόνια δὲ σ’ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες.
8-9 Αὐγούστου 1823

Μάρκος Μπότσαρης
(1790-1823)
Εἶναι μεσάνυχτα τῆς 8ης πρός 9ης Αὐγούστου, πρίν ἀκριβῶς ἀπό 197 χρόνια! 350 ἐπαναστάτες Σουλιῶτες, ἀνάμεσά τους καί λίγες δεκάδες Εὐρυτάνες, ξεγλιστροῦν σάν σκιές ἀπό τά δασύφυλλα πλατάνια καί ἀθόρυβα ἀναπτύσσονται γύρω ἀπό τό πολυπληθές στρατόπεδο 5.000 ἀνδρῶν πού μέ διοικητή τόν Τζελαλεδίν-μπέη ἔχουν ἐγκατασταθεῖ στό Κεφαλόβρυσο.
Οἱ 5.000 μισθοφόροι αρβανίτες ὑπό τόν Τζελαλεδίν, ἀποτελοῦν τή δυναμική ἐμπροσθοφυλακή μιᾶς τεράστιας στρατιᾶς πού συνέκλινε ἀπό διαφορετικές κατευθύνσεις στό Καρπενήσι καί ἀποτελούνταν ἐπίσης: ἀπό τό ἀσκέρι τοῦ Μουσταῆ πασᾶ τῆς Σκόνδρας καθώς καί ἀπό αὐτό τοῦ Ἄγου Βασιάρη, συνολικῆς δυναμικότητας περίπου 15.000 στρατιωτῶν (ἄλλες ἱστορικές πηγές κάνουν λόγο γιά 12.000). Ὅλοι τοῦτοι ἔχουν κατακλύσει ἀπό ἄκρη σέ ἄκρη τήν πόλη πού μυρίζει θάνατο καί τρομοκρατία.
Συνέχεια
Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλια
Με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα
Σκαλώνει μες στα σύννεφα
Πατάει τα φύκια τ’ ουρανού.
Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας
Άγγελοι! Σία τα κουπιά
Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1998)
Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.
ΣυνέχειαΚαλό μήνα Αύγουστο!

«Ὁ Αὔγουστος ελούζονταν
λούζοντας τὴν ἀστροφεγγιὰ
κι ἀπὸ τὰ γένια του ἔσταζαν
ἄστρα καὶ γιασεμιά.
Αὔγουστε μῆνα καὶ Θεὲ
σὲ σένανε ὁρκιζόμαστε
πάλι τοῦ χρόνου νὰ μᾶς βρεῖς
στὸ βράχο νὰ φιλιόμαστε»
Οδυσσέας Ελύτης
Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.
«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..
Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.
Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..

Φολέγανδρος
Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:
«Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια,
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:
Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι,
γεια σας κι η ώρα η καλή!
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί:
-Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».
Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..
Πηγή: Γιώργος Καμβυσέλλης, σε: haniotika-nea.gr
Διοικητικό Δίκαιο, Α.Π.Θ.
Για το Περιβάλλον και τα Δάση
Για το Περιβάλλον και τα Δάση
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
τα βιβλία, η μουσική, οι τέχνες, οι καλλιτέχνες, η πολιτική & ο ορθός λόγος, τα social media
Iconography and Hand painted icons
Αγιογράφος - Συγγραφέας - Δάσκαλος Αγιογραφίας
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]
Άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι
Σκέψεις, απόψεις, προβληματισμοί και συναισθήματα. Στοχασμοί που ρίχτηκαν στο διαδίκτυο σαν μπουκάλια στο πέλαγος …
«Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη. Όπως συμβαίνει η θάλασσα». (Παντελής Μπουκάλας, "Ρήματα")
Just another WordPress.com weblog
κατ' ευφημισμόν
dragatis.gr ■ Λόγος | Εικόνα | Επικοινωνία
ιστολόγιο του συγγραφέα βασίλειου χριστόπουλου
το blog του Κωστή Παπαϊωάννου περί ανέμων και δικαιωμάτων
:: notes from a notebook's backyard ::
Μια προσπάθεια ανθολόγησης του παγκόσμιου ποιητικού λόγου.
Ιστορίες από την Επανάσταση του 1821, τον αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία
«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)
A blog on stories about people and Greek Songs by Avi Nishri
kefalonia-Ionian Island / Tο e-mail μας είναι: paliavlahata2010@hotmail.com Κλικ στην ενότητα "BLOG"
Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων
Ανεξάρτητη ενημέρωση
Ασημίνα Ντέλιου/ Asimina Nteliou συγγραφέας/writer
το νησί που πάει παντού, όπως ο Πέτρος Χαριτάτος
για τα παλιά και τα καινούργια
Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.