Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές

Η θέα στη Χώρα της Σκύρου από τη μονή Αγίου Γεωργίου

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά

Τοῦ Αἰγαίου

Ὁ ἔρωτας
Τὸ ἀρχιπέλαγος
Κι ἡ πρώρα τῶν ἀφρῶν του
Κι οἱ γλάροι τῶν ὀνείρων του
Στὸ πιό ψηλό κατάρτι του
ὁ ναύτης ἀνεμίζει
Ἕνα τραγοῦδι

Συνέχεια →

Ἐλύτης: Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές..

«Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου ..».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)

Οι φόβοι του μεσημεριού

Οι φόβοι του Μεσημεριού

Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά
από το απέναντι σοκάκι
Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει,
όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι,
όλα είναι σιωπή και φόβος
Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους
Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα
παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.

Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου.
Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα
και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της
ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί
που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη.
Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής,
Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη
την περίεργη να το συμμαζέψει
Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα
Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.

Οι φόβοι που με κυρίευαν
άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου
Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα
που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού.
Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε,
οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν.
Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν
έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.

Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη
και όταν σε έβλεπα από μακριά
μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου.
Οι χτύποι της δυνάμωναν
και όταν πια συναντιόμασταν
τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια
και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη…
Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου.
Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ.
Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!

Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει
και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι
Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο
Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…

Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός, Απαγγελία: Κάτια Δανδουλάκη

Η Μαρίνα των βράχων (Οδυσσέας Ελύτης)

Η Μαρίνα των βράχων

Ἔχεις μιὰ γεύση τρικυμίας στὰ χείλη – Μὰ ποῦ γύριζες;
Ὁλημερὶς τὴ σκληρὴ ρέμβη τῆς πέτρας καὶ τῆς θάλασσας
Ἀετοφόρος ἄνεμος γύμνωσε τοὺς λόφους
Γύμνωσε τὴν ἐπιθυμία σου ὣς τὸ κόκαλο
Κι οἱ κόρες τῶν ματιῶν σου πήρανε τὴ σκυτάλη τῆς Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ ἀφρό τὴ θύμηση!

Συνέχεια →

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου
και Ιουλίτης – Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια…»
(Οδ. Ελύτης)

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο περίφημο «Άξιον εστί» του μας παρέδωσε τη δική του ποιητική εκδοχή των «Χαιρετισμών» η οποία, θα έλεγε κανείς, πως είναι συνώνυμη της θάλασσας, του θαύματος, του Αιγαίου, του ονείρου, του ανέμου…

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

Συνέχεια →

Άσπρη πετρούλα του γιαλού (Στρατής Μυριβήλης)

Η παραλία της Λάμπης στην Πάτμο

Άσπρη πετρούλα του γιαλού

Μήλο κυλώ στη θάλασσα, μήνυμα στο Νησί μου
Άσπρη πετρούλα του γιαλού, σώσε τη θύμησή μου!

Συνέχεια →

Αίγινα, η στροφή στ’ ακρογιάλι

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.
Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.
Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.

Συνέχεια →

Η Πίστη

Sophie Anderson, Portrait of girl

Δέν ἔχεις Πίστη, ὅταν τά στάχυα σου
προσμένεις νά γενοῦν σιτάρι,
κι ἀπ’ τ’ ἄκαρπο δεντρί πού κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι.

Συνέχεια →

Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο

Μύκονος, Βούλα Παπαϊωάννου

«Να μαζεύεις δάφνη και μάρμαρο
για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου»

Οδυσσέας Ελύτης

Συνέχεια →

Ήβη της Μέρας (Οδυσσέας Ελύτης)

Στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί» συναντάμε οι «Αιθρίες», ένα ποίημα γεμάτο ηλιόλουστες μέρες, θάλασσα και έρωτα:

Συνέχεια →

Χαράζει στο Αιγαίο

Γλυκοχάραμα στη Σίκινο

Συνέχεια →

Τα βιβλία…

Όσο προχωρά η ψηφιοποίηση των γραπτών κειμένων -η οποία να το πούμε και αυτό: έχει και τα θετικά της, τόσο μεγαλύτερη αγάπη θα έχω για τα βιβλία στην έντυπη μορφή τους! Πάντα τα έβλεπα σαν πλάσματα ζωντανά, καθένα ξεχωριστό σε περιεχόμενο, όψη και χαρακτήρα, με τα κορμάκια τους λιανά ή παχουλά, καλοδιατηρημένα ή καταπονημένα απ’ τα πολλά διαβάσματα, καθένα με τη δική του ξεχωριστή ιστορία και υπόσταση, με το δικό του λόγο, το ξεχωριστό του ύφος, ακόμα και την ιδιαίτερή του μυρωδιά ή τα σημάδια ενός «μικροατυχήματος» που του στέρησε την αρχική του αταραξία και ακεραιότητα…

Συνέχεια →