Η Ορθόδοξη διάσταση στην ποίηση και στα εικαστικά του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1998)

Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.

Παιδὶ τῆς θάλασσας, ὁ Ὀδυσσέας Ἀλεπουδέλης, γεννημένος στὸ Ἡράκλειο τῆς Κρήτης τὸ 1911, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Λέσβο ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα του, θὰ ζήσει πάντα κοντὰ στὴ θάλασσα. Τὸ 1917, ὁ πατέρας Παναγιώτης Ἀλεπουδέλης μεταφέρει τὴν οἰκογενειακὴ ἐπιχείρηση σαπωνοποιΐας ἀπὸ τὴν Κρήτη στὸν Πειραιᾶ, καὶ ἔτσι ἡ οἰκογένεια θὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἀθήνα. Τὰ πρῶτα καλοκαίρια τῆς ζωῆς του πέρασαν στὴν Κρήτη, στὴ Λέσβο καὶ στὶς Σπέτσες. Ἔτσι, ἡ ζωὴ τοῦ Ὀδυσσέα καὶ τῶν ἄλλων πέντε ἀδελφῶν του θὰ μείνει «πέτρα ταμένη στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, γειτονιὰ στὶς ἄγκυρες», ὅπως θὰ δηλώσει μὲ τὴν ποιητική του γραφίδα ὁ ἴδιος στοὺς Προσανατολισμούς.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικώτερους Ἕλληνες ποιητές, μέλος τῆς λογοτεχνικῆς γενιᾶς τοῦ ’30. Διακρίθηκε τὸ 1960 μὲ τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Ποίησης καὶ τὸ 1979 τιμήθηκε καὶ μὲ τὸ Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γνωστὸς γιὰ τὰ ποιητικά του ἔργα Ἄξιόν Ἐστι, Ἥλιος ὁ πρῶτος, Προσανατολισμοί, διαμόρφωσε ἕνα προσωπικὸ ποιητικὸ ἰδίωμα καὶ θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνανεωτὲς τῆς ἑλληνικῆς ποίησης.

Πολλὰ ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ἐνῷ συλλογές του ἔχουν μεταφρασθεῖ μέχρι σήμερα σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες. Ποιὸς ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχει τραγουδήσει: «Τῆς Δικαιοσύνης ἥλιε νοητέ», «Ἕνα τὸ χελιδόνι κι ἡ ἄνοιξη ἀκριβή», «Τοῦ μικροῦ Βοριᾶ παράγγειλα / νά ’ναι καλὸ παιδάκι»…

Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἀποτέλεσε ἕναν ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἐκπροσώπους τῆς λογοτεχνικῆς γενιᾶς τοῦ ’30, ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ ἰδεολογικὸ δίλημμα ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ παράδοση καὶ τὸν εὐρωπαϊκὸ μοντερνισμό.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἐλύτης χαρακτήριζε τὴ δική του θέση στὴ γενιὰ αὐτὴ ὡς παράξενη, σημειώνοντας χαρακτηριστικὰ στὰ Ἀνοιχτὰ χαρτιά:

«Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἤμουνα ὁ στερνὸς μιᾶς γενιᾶς ποὺ ἔσκυβε στὶς πηγὲς μιᾶς ἑλληνικότητας, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη ἤμουν ὁ πρῶτος μιᾶς ἄλλης, ποὺ δέχονταν τὶς ἐπαναστατικὲς θεωρίες ἑνὸς μοντέρνου κινήματος».

Κολάζ (συνεικόνες) του Οδυσσέα Ελύτη

Τὸ ἔργο του ἔχει ἐπανειλημμένα συνδεθεῖ μὲ τὸ κίνημα τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ, ἂν καὶ ὁ Ἐλύτης διαφοροποιήθηκε νωρὶς ἀπὸ τόν «ὀρθόδοξο» ὑπερρεαλισμὸ ποὺ ἀκολούθησαν σύγχρονοί του ποιητές, ὅπως ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος ἢ ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος. Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.

«Ὄντας στὸν ἐλάχιστο βαθμὸ ποιητικός, ἀγάπησα στὸν μέγιστο βαθμὸ τὴν Ποίηση, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού, ὄντας στὸν ἐλάχιστο βαθμό “πατριώτης”, ἀγάπησα στὸν μέγιστο βαθμὸ τὴν Ἑλλάδα», θὰ γράψει ὁ ἴδιος ὁ Ἐλύτης γιὰ τὸν ἑαυτό του στὰ Ἀνοιχτὰ χαρτιά.

Τὸ κείμενο δὲν ὑπεισέρχεται στὸ θέμα τῶν μεταφυσικῶν παραδοχῶν καὶ τῶν προσωπικῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐλύτη, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀμφιλεγόμενο, ἀλλὰ ἑστιάζει στὴ φανερὴ ἐπίδραση τῆς ὀρθόδοξης ὑμνογραφίας, καὶ γενικώτερα τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, στὸν ποιητικὸ λόγο τοῦ Ἐλύτη.

Ἡ Ἑλλάδα, ὁ ἥλιος, ἡ θάλασσα, ἡ γυναίκα, ὁ ἄνθρωπος, ὁ πόλεμος στὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ κυριαρχοῦν στὴν ποίησή του. Κορυφαία του δημιουργία ἡ μεγαλόπνοη σύνθεσή του «Ἄξιόν Ἐστι». Τὸ Ἄξιόν Ἐστι ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν ποίηση τοῦ Ἐλύτη καὶ τὸ μοναδικὸ ἀπὸ τὰ ποιητικά του ἔργα ποὺ ἀποκαλύπτει τὴ βαθιὰ γνώση καὶ τὴ σὲ βάθος μελέτη, μεταξὺ ἄλλων, τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής μας.

Κύριες πηγὲς τοῦ «Ἄξιόν Ἐστι» εἶναι ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη,ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ὑμνογραφία (κατ’ ἐξοχὴν ὁ Ρωμανὸς ὁ Μελῳδός), τὸ Δημοτικὸ Τραγούδι, ὁ Ἐρωτόκριτος,ὁ Κάλβος, ὁ Σολωμός, ὁ Παπαδιαμάντης. Περισσότερο ἔμμεση εἶναι ἡ ἐπίδραση τῶν ἀρχαίων κειμένων. Ἔτσι, ἡ σύνδεση τοῦ ἔργου «Ἄξιόν Ἐστι»μὲ τὴν ὀρθόδοξη ὑμνογραφία δὲν μπορεῖ νὰ μελετηθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐπίδραση ποὺ ἄσκησαν στὸν ποιητὴ ἡ μελέτη ταὐτόχρονα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης.Ἡ ἐπίδραση αὐτὴ εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀναφέρεται ὄχι μόνο στὸ περιεχόμενο, ἀλλὰ κυρίως στὴ μορφή.

Ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς χωρίζει τὸ κείμενο σὲ τρία μέρη: «Γένεσις», «Πάθη» καί «Δοξαστικόν». Καὶ μόνο ἀπὸ αὐτὸν τὸν τριμερῆ χωρισμὸ ὁ νοῦς μας πηγαίνει στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἢ στὴ Γέννηση καὶ τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης, ὡς κείμενο, τὸ ἔργο ἀπηχεῖ ἐνσυνείδητα τὴ διάρθρωση μιᾶς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν ὄχι μόνο στὸ ὕφος του, ἀλλὰ καὶ στὴ δομή του. Ὁ ὅλος σχηματισμὸς τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου χαρακτηρίζει τὸ σχέδιο καὶ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ἀντίληψη τοῦ ποιήματος. Τὰ ἐπιμέρους τμήματα ὀνομάζονται ὕμνοι, ψαλμοί, ᾄσματα, ἀναγνώσματα, οἶκοι.

Ἀλλά, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Λιγνάδης, «πέραν τοῦ συγκεκριμένου σχεδίου του, τὸ Ἄξιόν Ἐστι παρακολουθεῖ κατὰ βῆμα τὴ συμβολικὴ ἱεροπραξία τῆς Λειτουργίας. Δοξολογία στὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, ὁ θρῆνος τῶν παθῶν τοῦ ἀμνοῦ τοῦ αἴροντος τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, ὁ ἀναστάσιμος ὕμνος τῆς ἀθανασίας τοῦ κόσμου. Τὸ Ἄξιόν Ἐστι ὑμνολογεῖ τὴ νίκη τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου, ποὺ εἶναι καὶ τὸ κεντρικό “μυστήριο” τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησιαστικῆς τελετουργίας».

Πολλὰ σημεῖα τοῦ κειμένου παραπέμπουν στὴν Καινὴ Διαθήκη:

«Στὴν ἀρχὴ τὸ φῶς
Καὶ ἡ ὥρα ἡ πρώτη
ποὺ τὰ χείλη ἀκόμα στὸν πηλὸ
δοκιμάζουν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου …».

Ἔτσι ξεκινᾷ ὁ ποιητὴς τὴ Γένεση. Εἶναι σὰν νὰ ἀκοῦμε τό «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος […] ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων» (Ἰω., α΄ 1, 4).

Ἀλλοῦ γράφει ὁ ποιητής: «Ἔζησα τὶς ἀκρίδες καὶ τὴ δίψα / καὶ τὰ τραχιὰ στὶς ἁρμοσιές τους δάχτυλα / χρόνους τακτοὺς ὅσους ἡ Γνώση ὁρίζει»… Ὁ ποιητὴς ἀναφέρεται στὴν ἄσκηση ποὺ προηγεῖται κάθε δημιουργίας. Ὁ νοῦς μας πηγαίνει στὸ Κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιο:

«Καὶ εὐθὺς τὸ πνεῦμα αὐτὸν ἐκβάλλει εἰς τὴν ἔρημον. Καὶ ἦν ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἡμέρας» (Μάρκ., α΄ 12-13).

Ἀλλὰ καὶ ἡ σύνδεση μὲ τὸν Ρωμανὸ τὸν Μελῳδὸ εἶναι ἐμφανής:

«Καὶ αὐτὸς ἀλήθεια ποὺ ἤμουνα
Ὁ πολλοὺς αἰῶνες πρίν
Ὁ ἀκόμη χλωρὸς μές στὴ φωτιά …».

θὰ συνεχίσει ὁ ποιητής, γιὰ νὰ θυμηθοῦμετὸν Ρωμανό: «Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός».

«Εἶπα: μὲ μόνο τὸ σπαθὶ τοῦ κρύου νεροῦ θὰ παραβγῶ», ἀντίστοιχο μὲ τοῦ Ρωμανοῦ (Τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων) «τὸ ξίφος τὸ ὑγρὸν μὴ πτοούμενοι»…

Ἐπίσης, ὁ πολὺ γνωστός μας καὶ χιλιοτραγουδισμένος στίχος «Τῆς Δικαιοσύνης ἥλιε νοητὲ καὶ μυρσίνη σὺ δοξαστική / μὴ παρακαλῶ σας μὴ λησμονᾶτε τὴ χώρα μου» εἶναι φράση καθαρὰ ἐκκλησιαστική. Ὁ Ἐλύτης καταφεύγει σὲ μιὰ προσευχὴ πρὸς τὸν ἥλιο, ποὺ συμβολίζει τὴ δικαιοσύνη, νὰ μὴν ξεχάσει τὴ χώρα του, ποὺ ἔπαθε τόσα πολλά. Ὁ Ρωμανὸς θὰ χρησιμοποιήσει τὴ φράση «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης», το «Χαῖρε ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου» στὴν Ἀκολοθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἢ τό «Χαῖρε ὄχημα ἡλίου τοῦ νοητοῦ». Ἡ φράση αὐτή, ἐπίσης, ἀπαντᾶται καὶ στὴν εὐχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου (ἀπὸ τὸ Μεσώριον τῆς Α’ ὥρας ποὺ λέγεται στὴ νηστεία τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων): «Κύριε, λάμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, νοητὲ ἥλιε τῆς δικαιοσύνης». Ἂς θυμηθοῦμε καὶ τὴ

φράση ἀπὸ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ: «… σὲ προσκυνεῖν τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης…». Ἡ ἀπόδοση, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ ὡς ἡλίου τῆς δικαιοσύνης εἶναι μιὰ εἰκόνα πολὺ γνωστὴ στὴν ὀρθόδοξη ὑμνολογία μας. Προφανῶς τὰ ἀκούσματα αὐτὰ τὰ εἶχε ὁ ποιητὴς καὶ τὰ ἀξιοποίησε ποιητικά.

Ἀκόμα, στὸ δέκατο ᾆσμα ἀπὸ τὰ Πάθη, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ Πέμπτο ἀνάγνωσμα «Τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων», διαβάζουμε:

«Τῆς ἀγάπης αἵματα μὲ πορφύρωσαν
Καὶ χαρὲς ἀνείδωτες μὲ σκιάσανε
Ὀξειδώθηκα μὲς στὴ νοτιὰ τῶν ἀνθρώπων
Μακρινὴ Μητέρα
Ρόδο μου Ἀμάραντο».

Ἡ ἐπῳδός «Μακρινὴ Μητέρα Ρόδο μου Ἀμάραντο» ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορές. Αὐτὴ ἡ παρομοίωση τῆς Μητέρας μὲ ἀμάραντο ρόδο εἶναι μιὰ γνώριμη παρομοίωση γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνολογία μας. Σὲ μιὰ πρώτη ματιά, μᾶς θυμίζει τὸ τρίτο τροπάριο ἀπὸ τὴν πρώτη ᾠδὴ ποιήματος τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας:

«Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον
Χαῖρε ἡ μόνη βλαστήσασα…».

Ἀπὸ τὴν ἴδια σειρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας, καὶ εἰδικώτερα ἀπὸ τὶς καταβασίες, «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος» (ὁ εἱρμὸς εἶναι δημιούργημα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τὰ ὑπόλοιπα τροπάρια τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου), ὁ Ἐλύτης ἔχει πάρει τοὺς στίχους τῆς ιβ΄ ᾠδῆς τῶν Παθῶν. Γράφει: «Ἀνοίγω τὸ στόμα μου κι ἀναγαλλιάζει τὸ πέλαγος …».

Τὸ τμῆμα τοῦ Ἄξιόν Ἐστι μὲ τὸν τίτλο «Πάθη» μπορεῖ νὰ σταθεῖ δίπλα στὸν Μέγα Παρακλητικὸ Κανόνα, κείμενο ποὺ γράφτηκε τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ 13ου αἰῶνα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη, στὴ γνωστὴ μορφὴ τοῦ Κανόνα, δηλαδὴ σὲ ἐννέα ᾠδές. Ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα τῶν «Παθῶν» εἶναι στιχουργημένα καὶ αὐτὰ κατὰ τὰ πρότυπα τῶν Κανόνων, μὲ τὶς ἐλεύθερες, δηλαδή, καὶ μὲ ἀκρίβεια ἐπαναλαμβανόμενες στροφές. Μὲ ἄλλα λόγια, τά «Πάθη» ἐμπεριέχουν ἕνα Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα.

Ὁ πόλεμος στὴν Ἀλβανία εἶναι ἕνα «terminus post quem» γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ Ἄξιόν Ἐστι. Ἡ συγγραφή του σίγουρα εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὴν περίοδο τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς, καὶ ἀφοῦ ὁ ποιητὴς εἶχε ἐπιστρέψει ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγός. Ἀντίστοιχα, τὴν ἐποχὴ τοῦ Θεόδωρου Λάσκαρη, καὶ ἐνῷ συνεχιζόταν ἡ φραγκικὴ κατοχὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἡ πρώην αὐτοκρατορία εἶχε κατακερματιστεῖ σὲ λατινικὲς καὶ ἑλληνικὲς ἐπικράτειες, ὁ λαὸς ποὺ κατοικοῦσε τὴν ἑλληνικὴ χερσόνησο καὶ ἀποτελοῦσε τὸ ἐπίκεντρο τῆς ὀρθοδοξίας ὑφίστατο μιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἔφοδο ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Δύσης καὶ τοῦ Πάπα, μὲ σκοπὸ τὴν τέλεια πολιτιστική του ἅλωση, ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε ἐγγύηση γιὰ τὴν ἀντίστοιχη ἐθνική του ἐξάλειψη. Ὁ Θεόδωρος Λάσκαρης αἰτεῖται ἀπὸ τὴ Θεοτόκο τὴ διάσωση ἀπὸ ὅλους τοὺς παραπάνω κινδύνους. Ἀκοῦμε, λοιπόν, στὸν Μεγάλο Παρακλητικὸ Κανόνα:

«Οἱ μισοῦντές με μάτην
βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ τάφον ηὐπρέπισαν
καὶ ἐπιζητοῦσι
τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου·
καὶ καταβιβάσαι πρὸς τὴν γῆν,
Ἁγνή, ἐπιζητοῦσι· ἀλλ’ ἐκ τούτων
προφθάσασα, σῶσόν με».

Καὶ διαβάζουμε στὸ Ἄξιόν Ἐστι:

«Ἦρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
ἀμέτρητες φορὲς οἱ ἐχθροί μου
τὸ παμπάλαιο χῶμα πατώντας.
Καὶ τὸ χῶμα δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴ φτέρνα
τους.
Ἔφεραν
τὸν Σοφό, τὸν Οἰκιστὴ καὶ τὸν Γεωμέτρη
Βίβλους Γραμμάτων καὶ ἀριθμῶν
τὴν πᾶσα Ὑποταγὴ καὶ Δύναμη,
τὸ παμπάλαιο φῶς ἐξουσιάζοντας
Καὶ τὸ φῶς δὲν ἔδεσε ποτὲ μὲ τὴ σκέπη
Τους».

Θέμα τοῦ ἑβδόμου αὐτοῦ ψαλμοῦ εἶναι ἡ Κατοχή. Πολλὲς φορὲς ἐδῶ ἡ ἀρχαία γῆ δέχθηκε ξένους, ποὺ δὲν μπόρεσαν ποτέ τους νὰ στεριώσουν. Ἔτσι συνέβη καὶ μὲ τὴν τελευταία Κατοχή. Ἔφεραν οἱ Γερμανοὶ μαζί τους τὴν Ἐπιστήμη, τὴν Τεχνικὴ καὶ τήν «ἐφηρμοσμένη» Βία, θέλοντας νὰ ἐξουσιάσουν τὸν τόπο ἀπὸ τὸν ὁποῖο πῆραν τὸ φῶς τους. Ὅμως ποτὲ αὐτὸ τὸ φῶς δὲν τοὺς φώτισε πραγματικά. Ἡ ἑλληνικὴ φύση τοὺς ἀρνήθηκε.

Τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ Ἄξιόν Ἐστι, ποὺ ὀνομάζεται ἐπίσης «Ἄξιόν Ἐστι», ἀντλεῖ τὴν ἔμπνευσή του ἀπὸ τὰ μεγαλυνάρια τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα:

«Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε
τὴν Θεοτόκον…».

Ὁ Ἐλύτης γράφει:

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ χέρι τῆς Γοργόνας
ποὺ κρατᾷ τὸ τρικάταρτο σὰ νὰ τὸ σῴζει.
[…]
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ τὸ ξύλινο τραπέζι
τὸ κρασὶ τὸ ξανθὸ μὲ τὴν κηλῖδα τοῦ ἥλιου
τοῦ νεροῦ τὰ παιχνίδια στὸ ταβάνι
στὴ γωνιὰ τὸ φυλλόδεντρο ποὺ ἐφημερεύει
Οἱ λιθιὲς καὶ τὰ κύματα χέρι μὲ χέρι
μιὰ πατοῦσα ποὺ σύναξε σοφία στὴν ἄμμο
ἕνας τζίτζικας ποὺ ἔπεισε χιλιάδες ἄλλους
ἡ συνείδηση πάμφωτη σὰν καλοκαίρι».

Ο Οδυσσέας Ελύτης σε εκκλησία της Πάρου, το 1954 (φωτ.: Ανδρέα Εμπειρίκου) – Κολάζ του Οδ. Ελύτη (δεκαετία ’70)

Ὁ ποιητὴς δανείζεται τὰ ἐκφραστικὰ μέσα τῆς ὀρθόδοξης βυζαντινῆς ὑμνολογίας, γιὰ νὰ μεγαλύνει τὰ ἁπλᾶ στοιχεῖα τῆς ζωῆς, τὰ καθημερινά, ταπεινὰ καὶ ἀδιόρατα καὶ πάντοτε ὑπάρχοντα δίπλα μας. Δοξάζει τὸ φῶς τῆς ζωῆς, τὴν ἀνθρώπινη δημιουργία, τὴ χαρὰ καὶ τὴ δύναμη τοῦ ἥλιου, τὰ νησιὰ καὶ τὴ θάλασσα, τὶς ναυτικὲς παραδόσεις. Μεγαλύνει τὸ νησιώτικο καλοκαιρινὸ τοπίο, τὸ κρασί, τὸ παράλιο σπίτι, τὶς ξερολιθιές, τὴν περιπλάνηση στὶς ἀμμουδιές.

Στὴν ὑμνογραφία, ἐπίσης, τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, καὶ συγκεκριμένα στοὺς γνωστοὺς σὲ ὅλους μας «Χαιρετισμοὺς τῆς Θεοτόκου», στηρίζεται καὶ τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ ἔργου, τό «Δοξαστικόν», ὅπου ὁ ποιητής, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Μεγαλυνάρια, χρησιμοποιεῖ καὶ τοὺς Χαιρετισμούς του, ποὺ ἔχουν τὴν ἴδια ἀρχιτεκτονική, τὴν ἴδια μουσικότητα καὶ τὸ ἴδιο ὕφος μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς πρὸς τὴ Θεοτόκο:

«ΧΑΙΡΕ ἡ Καιομένη καὶ χαῖρε ἡ Χλωρή
Χαῖρε ἡ Ἀμεταμέλητη μὲ τὸ πρωραῖο σπαθί
Χαῖρε ἡ ποὺ πατεῖς καὶ τὰ σημάδια σβήνονται
Χαῖρε ἡ ποὺ ξυπνᾷς καὶ τὰ θαύματα γίνονται
Χαῖρε τοῦ παραδείσου τῶν βυθῶν ἡ Ἀγρία
Χαῖρε τῆς ἐρημίας τῶν νήσων ἡ Ἁγία
Χαῖρε ἡ Ὀνειροτόκος χαῖρε ἡ Πελαγινή
Χαῖρε ἡ Ἀγκυροφόρος καὶ ἡ Πενταστέρινη
Χαῖρε μὲ τὰ λυτὰ μαλλιὰ ἡ χρυσίζοντας τὸν
ἄνεμο
Χαῖρε μὲ τὴν ὡραία λαλιὰ ἡ δαμάζοντας
τὸν δαίμονα
Χαῖρε ποὺ καταρτίζεις τὰ Μηναῖα τῶν κήπων
Χαῖρε ποὺ ἁρμόζεις τὴ ζώνη τοῦ Ὀφιούχου
Χαῖρε ἡ ἀκροσπάθιστη καὶ σεμνή
Χαῖρε ἡ προφητικιὰ καὶ δαιδαλική».

Ὁ ποιητὴς ἀπευθύνει ἐδῶ χαιρετισμὸ πρὸς ἕνα ἐφηβικὸ θηλυκὸ Ἐσύ, ποὺ σὲ μιὰ παραδοσιακὴ εἰκονιστική (Παναγία – Ἑλλάδα – Ἐλευθερία) εἶναι ἕνα σύνθετο τριαδικὸ πλάσμα, ἕνα εἴδωλο τοῦ λαοῦ του, ποὺ ἀποδίδει μεταφορικὰ τὸ ἴδιο τὸ νόημα τῆς Ζωῆς. Τὴ χαιρετίζει σὰν τὴ βάτο τὴ μὴ καιομένη -εἰκόνα καὶ αὐτὴ βιβλική, τὴν ἀμεταμέλητη στὰ παθήματά της, τὴν οὐδέποτε καταθέτουσα τὰ ὅπλα. Τὴν χαιρετίζει ὡς ἐλαφροπάτητη, ποὺ ἐγείρεται ἀπὸ τὸν ὕπνο της καὶ κάνει θαύματα καινούργια.

Τὴν χαιρετίζει σὰν τὴν ἄγρια δύναμη τοῦ ἐνστίκτου καὶ σὰν τὴν ἁγία ἀγκαλιὰ τῆς ἐρημίας. Τὴν ὀνομάζει μάννα τῶν ὀνείρων καὶ κυρὰ τοῦ Πελάγους, ποὺ φέρνει τὴν ἄγκυρα τῆς σωτηρίας καὶ τὸ ἀστρικὸ κάλλος. Τὴν βλέπει μὲ λυτὰ μαλλιά, ὁλόχρυσα ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, νὰ τρέχει στοὺς ἀνέμους, καὶ τὴν χαιρετίζει ὡς ποιητική «λαλέουσα» ποὺ δαμάζει τὸν θάνατο. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖ τὶς ἐποχὲς καὶ ποὺ βάζει τὰ ἄστρα σὲ τάξη. Εἶναι ἁγία, προφητικὴ καὶ ἀνεξιχνίαστη. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ζωή.

Εἰκόνες, ἐπίσης, ὁλοζώντανες μᾶς ὁδηγοῦν καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τό «Τόσο ἦταν ἀλήθεια / ποὺ πιστὰ μ’ ἀκολούθησε τὸ χῶμα / ἔγινε σὲ μεριὲς κρυφὲς πιὸ κόκκινο» μᾶς παραπέμπει στό «ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν» (Ψαλμ. ΡΒ’ 14). Ἢ τό «Τὶς ἡμέρες μου ἄθροισα καὶ δὲ σὲ βρῆκα / πουθενά, ποτέ, νὰ μοῦ κρατεῖς τὸ χέρι / στὴ βοὴ τῶν γκρεμῶν καὶ στῶν ἄστρων τὸν κυκεῶνά μου!» μᾶς πηγαίνει ἀπ’ εὐθείας στὸ ᾎσμα ᾈσμάτων: «Ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον …» (γ’ 1).

Ἡ ποίηση τοῦ Ἐλύτη εἶναι μιὰ κατάφαση τῆς Ὀρθοδοξίας, δήλωση τῆς ἑλληνικῆς του ἰθαγένειας. Ἡ βυζαντινὴ μελικὴ κληρονομιὰ εἶναι ἀπὸ τὶς πρῶτες μουσικὲς ἐντυπώσεις του. Μὲ βυζαντινοὺς ὕμνους συνοδεύει τοὺς ἀγῶνες τῶν ἐπαναστατῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως:

«Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσά μου, μὲ τὰ πρῶτα
πρῶτα Δόξα Σοι!
Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
τὶς πάλες εὐλογώντας καὶ τὰ καριοφίλια.
Στὸ χῶμα στὸ στρωμένο μὲ τ’
ἀμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων».

Ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὸ Ἄξιόν Ἐστι, στὰ ποιήματα τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη συναντᾶμε καὶ ἄλλες εἰκόνες παρμένες ἀπὸ τὴ γνώση, τὴ σκέψη, τὸν σχολιασμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας κειμένων καὶ τὶς γιορτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Στὰ κείμενά του τὸ θέμα τῆς πίστης στὸν Θεὸ ἐπανέρχεται ὡς στοιχεῖο βαθιὰ ζυμωμένο μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄρρηκτα δεμένο μὲ τὴν ταὐτότητα τοῦ Νεοέλληνα.

Σᾶς παραθέτω μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ποιήματά του καὶ σᾶς ἀφήνω νὰ ταξιδέψετε στὴν ποίηση τοῦ Ἐλύτη. Θὰ ἔλθουν στὴ μνήμη σας εἰκόνες ἑλληνικές:

«Κι ἕναν πόντο πιὸ ψηλὰ νὰ πᾶτε,
ἄνθρωποι,
εὐχαριστῶ θὰ σᾶς πεῖ ὁ Θεός».
(Ἐκ τοῦ πλησίον)

«Μὲ τὸ καΐκι καὶ μὲ τὰ πανιὰ τῆς Παναγίας
Ἔφυγαν κατευόδιο τῶν ἀνέμων…»
(Προσανατολισμοί, «Μελαγχολία τοῦ Αἰγαίου»)

«Μεγάλα νέα καμπάνες
Στὶς αὐλὲς ἄσπρες μπουγάδες
Στὶς παραλίες οἱ σκελετοί
Μπογιὲς κατράμι νέφτι
Ἑτοιμασίες τῆς Παναγίας
Ποὺ γιὰ νὰ γιορτάσει ἐλπίζει
Ἄσπρα πανιὰ καὶ γαλανὲς σημαιοῦλες».
(Ἥλιος ὁ πρῶτος)

Ἀκόμη, ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη ὀμορφιά»:

«Πρέπει νά ’ταν τῶν Βαΐων τοῦ οὐρανοῦ
ἐπειδὴ καὶ τὰ πουλιὰ κατέβαιναν
μ’ ἕνα κλαδάκι πράσινο στὸ ράμφος…
Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς
ἐγὼ ποὺ ἀγάπησα
ἐγὼ ποὺ τήρησα τὸ κορίτσι μου σὰν ὅρκο
πού ’φτασα νὰ πιάνω τὸν ἥλιο ἀπ’ τὰ φτερὰ
σὰν πεταλούδα
Πάτερ ἡμῶν…
Μ’ ἕνα τίποτα ἔζησα…
Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πά’ νὰ μ’ ἔλεγαν τρελό
πὼς ἀπό ’να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος».

Τί εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ δένει τὸν Ἐλύτη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία; Γιὰ τὸν ποιητή, ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὴν εἰκαστική της ἔκφραση εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου. Ἡ βαρκούλα τῶν ποιημάτων του ὀνομάζεται «Ἔχει ὁ Θεός». Τὸ νὰ τῆς δώσει ἄλλο ὄνομα θὰ ἦταν βλασφημία. Ἐκτός, ὅμως, ἀπὸ εἰκόνα, εἶναι καὶ μνήμη: «Μνήμη τοῦ λαοῦ μου σὲ λένε Πίνδο καὶ σὲ λένε Ἄθω». Πέρα ἀπὸ τὴ μνήμη, εἶναι ἡ ἴδια του ἡ πατρίδα, ποὺ τὴν αἴσθησή του γι’ αὐτὴ τὴν μετατρέπει σὲ ποίημα:

«Ξέρω πὼς εἶναι τίποτε ὅλ’ αὐτὰ καὶ πὼς ἡ
γλῶσσα ποὺ μιλῶ δὲν ἔχει ἀλφάβητο
Ἀφοῦ καὶ ὁ ἥλιος καὶ τὰ κύματα εἶναι μιὰ
γραφὴ συλλαβικὴ ποὺ τὴν ἀποκρυπτογραφεῖς
μονάχα στοὺς καιροὺς τῆς λύπης καὶ
τῆς ἐξορίας

Κι ἡ πατρίδα μιὰ τοιχογραφία μ’ ἐπιστρώσεις
διαδοχικὲς φράγκικες ἢ σλαβικὲς ποὺ
ἂν τύχει καὶ βαλθεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκαταστήσεις
πᾷς φυλακὴ καὶ δίνεις λόγο
Σ’ ἕνα πλῆθος Ἐξουσίες ξένες μέσῳ τῆς
δικῆς σου πάντοτε
Ὅπως γίνεται γιὰ τὶς συμφορές
Ὅμως ἂς φανταστοῦμε σ’ ἕνα παλαιῶν
καιρῶν ἁλώνι ποὺ μπορεῖ νά ’ναι καὶ σὲ
πολυκατοικία ὅτι παίζουνε παιδιὰ καὶ ὅτι
αὐτὸς ποὺ χάνει

Πρέπει σύμφωνα μὲ τοὺς κανονισμοὺς νὰ
πεῖ στοὺς ἄλλους καὶ νὰ δώσει μιὰν ἀλήθεια
Ὁπόταν βρίσκονται στὸ τέλος ὅλοι νὰ κρατοῦν
στὸ χέρι τους ἕνα μικρὸ
Δῶρο ἀσημένιο ποίημα».

(Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη ὀμορφιά)

«Η Μαρίνα των βράχων» και «Η κόρη που ‘φερνε ο βοριάς», κολάζ του Οδ. Ελύτη

Όταν η ποίηση και το όνειρο γίνονται εικόνες

«Με θραύσματα του ορατού, ο Ελύτης συχνά οικοδομεί το αόρατο …»

Όλοι γνωρίζουμε τον Οδυσσέα Ελύτη από το ποιητικό του έργο, ελάχιστοι γνωρίζουν το εικαστικό του έργο, τα κολάζ («συνεικόνες», κατά τον ίδιο) και τη ζωγραφική.  Η τέχνη του κολάζ συνάντησε τον Οδυσσέα Ελύτη όταν ήταν είκοσι πέντε χρονών. Το 1936 εμφανίζεται με τα πρώτα του κολάζ στην «Α’ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση Αθηνών», ενώ από το 1965 ασχολείται συστηματικά δείχνοντάς τα σε εκθέσεις και τυπώνοντάς τα σε λευκώματα.

Ο ίδιος εξηγούσε λέγοντας: «Σκοπός μου δεν ήταν να παίξω. Ήταν να μεταγράψω την ποιητική μου σ’ ένα επίπεδο αποσπασμένο από τους ήλιους του σταυρού της γλώσσας. Και μου φάνηκε με το πείραμα που έκανα, ότι κρατούσα ίσως στα χέρια μου το κατάλληλο κλειδί. Πολλές παλιές μου ορέξεις άρχισαν σιγά – σιγά, με άλλου είδους απαιτήσεις, ν’ ανεβαίνουν από το βυθό των ποιημάτων μου στην επιφάνεια» (Το δωμάτιο με τις εικόνες, Ίκαρος 1986).

Αλλά για αυτή του την άλλη θέαση της ποίησης δεν θα μπορούσε να μας ταξιδέψει καλύτερα άλλος από την Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης και καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης. Γράφει λοιπόν για τα οπτικά ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη:

«Για τον Ελύτη, το κολάζ είναι μια εναλλακτική γλώσσα της αποκάλυψης. Στα συντακτικά στοιχεία του, είτε προέρχονται από φωτογραφίες είτε από έργα τέχνης, σταχυολογούμε το ευρετήριο του φανταστικού μουσείου του ποιητή. Ένα φανταστικό μουσείο όπου συνοικούν χρώματα, πίνακες ζωγραφικής, ερατεινά και μελλέφηβα σώματα κοριτσιών και αγγέλων, πτυχές κυμάτων και χιτώνων, αγάλματα και μέλη ναών, τα λευκά του ασβέστη και του γάλακτος, από ένα στίχο της Σαπφώς. Η Ακρόπολη, η Πομπηία και η Αγία Σοφία.

Υδατογραφία του Οδ. Ελύτη, 1988

Ο υπερρεαλισμός προγύμνασε τον Ελύτη να υπερπηδά τα σύνορα, τα γεωγραφικά και τα χρονικά. Ορεινά και θαλασσινά τοπία συνεισχωρούν το ένα στο άλλο. Η Ελλάδα υγρή και στερεή, ναυτική και ορεσείβια συνυπάρχει σ’ έναν ειρηνικό συγκριτισμό, όπως συγκατοικούν φίλια τα τοπία της μνήμης. Το ίδιο και η ιστορία καταλύει αλληλουχίες και πρωθύστερα στα καλάζ του Ελύτη. Κούροι και άγγελοι, κόρες και άγιοι αγναντεύονται και νεύουν μέσα σε μια συγχρονία, όπου οι διχασμοί, τα διλήμματα, τα ιδεολογήματα, δεν έχουν καμιάν ισχύ. Τα κολάζ του Ελύτη σε ξεναγούν στην ποιητική του.

Έμμονες εικόνες, τα κορίτσια γυμνά ή ημίγυμνα. Έμονα χρώματα, το λευκό, το πορφυρό, το γαλάζιο, η ώχρα. Ή μετωνυμικά: ο ασβέστης, η θάλασσα και το λουλάκι, η φωτιά, μια κόκκινη βάρκα, το χρυσό δέρας των κοριτσιών, το ξερό χόρτο, νεοκλασικές προσόψεις. Με θραύσματα του ορατού, ο Ελύτης συχνά οικοδομεί το αόρατο. Τα αφηρημένα κολάζ του αφήνουν να διαφανεί μια σπονδύλωση πιο ισχυρή. Μεγάλες σιωπές εναλάσσονται με επεισόδια, σχήματα ήρεμα εμψυχώνονται από αιφνίδιες εντάσεις.

Στην υδατογραφία, που ασκεί πιο συστηματικά στη δεκαετία του ’80 ο ποιητής, παράλληλα με τα πιο αφηρημένα κολάζ, αναδεικνύεται σε αυθεντικό ακόλουθο του Πάουλ Κλέε. Συνθέσεις με γεωμετρική αρμοδεσιά, όπου εισχωρεί πάντα ένα ζωοφόρο στοιχείο ανησυχίας, ένα ανεπαίσθητο αεράκι, φυλλώματα, ιστία, ιμάτια που ανεμίζουν. Η τεχνική πειθαρχεί στη ρευστότητα του υλικού, στην πύκνωση και αραίωση της χρωστικής ύλης, στις αλχημικές κράσεις των χρωμάτων, στις ενδιάμεσες σιωπές και στα αβρά περάσματα από τον ένα τόνο στον άλλον. Το χρώμα, κυματιστό και διάφανο και ιριδίζον, λάμπει, άλλοτε σαν βυθός ηλιόχαρής και άλλοτε σαν πολύτιμο πετράδι.

Η ζωγραφική του Οδυσσέα Ελύτη είναι μια οπτική επαλήθευση της ποίησής του. Ο δεύτερος όρος μιας εξίσωσης, όπου κυριαρχεί η πλατωνική συγγυμνασία των αισθήσεων. Αισθήσεων που έχουν ασκηθεί να συλλαβίζουν τα σκιρτήματα της φύσης και να αποκρυπτογραφούν τα μυστικά της τέχνης σε μια κλίμακα ασυνήθιστη για την ελληνική δημιουργία».

Στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του με τον τίτλο «ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ» που τυπώθηκε τον Οκτώβριο του 1995, τριάντα τρεις τέμπερες, μια υδατογραφία και δώδεκα σχέδια του Οδυσσέα Ελύτη συνοδεύουν με μοναδικό τρόπο τα ποιήματά του!

Πηγές: Σοφία Μουρούτη – Γεωργανά, σε: xee.gr, Ελένη Ματαράγκα, σε: aromalefkadas.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s