Το καράβι στη λαϊκή τέχνη, την παράδοση και τον πολιτισμό

Καλὸ ταξίδι, ἀλαργινὸ καράβι μου, στοῦ ἀπείρου
καὶ στῆς νυχτὸς τὴν ἀγκαλιὰ, μὲ τὰ χρυσὰ σου φῶτα!
Νἄμουν στὴν πλώρη σου ἤθελα, γιὰ νὰ κοιτάζω γύρου
σὲ λιτανεία νὰ περνοῦν τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα…
Κώστας Καρυωτάκης

Συνέχεια

Zalipie, ένα ζωγραφισμένο χωριουδάκι στην Πολωνία!

Το χωριό Zalipie, στην Πολωνία, μπορεί να είναι μικρό και απομονωμένο αλλά δεν παύει να είναι διάσημο τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Ο λόγος; Η ζωγραφική που κάνουν οι γυναίκες του χωριού στους τοίχους, που αποτελεί πραγματικό αριστούργημα. Όλα τα σπίτια, κάθε τετραγωνικό τσιμέντου, σοβά ή ασβέστη, είναι ζωγραφισμένα στο χέρι, τόσο περίπλοκα που εκπλήσσουν τον επισκέπτη.

Συνέχεια

O ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

Ο ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος
γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 21 Οκτωβρίου 1907

Συνέχεια

Χιονιαδίτης είσαι; Ζωγράφος είσαι..!

Οι ξακουστοί Χιονιαδίτες ζωγράφοι της Ηπείρου και η ιστορία τους

Η λιθόστρωτη πλατεία των Χιονιάδων με τη βρύση και τον πλάτανο

Χιονιάδες, το λίκνο μιας θαυμαστής παράδοσης!

Η περιοχή των Μαστοροχωρίων υπήρξε για αιώνες, μαζί με το Καπέσοβο και τα Σουδενά στο Ζαγόρι, η γνωστή «τριάδα – φυτώριο» λαϊκών ζωγράφων στην Ήπειρο. Στους Χιονιάδες, τελευταίο χωριό της επαρχίας της Κόνιτσας κοντά στα αλβανικά σύνορα, σε υψόμετρο 1.100 μέτρων, στις πλαγιές του Γράμμου, ο δρόμος σταματά. Μια ελληνική σημαία ακμαία στον ιστό, η πλατεία του χωριού πλακόστρωτη με ψηλά πέτρινα πεζούλια, όπως επιβάλλει το επικλινές έδαφος, με τη βρύση και τον υπέροχο πλάτανο. Στο πάνω μέρος της πλατείας το σχολείο κλειστό από το 1968. Τα σπίτια του χωριού, πετρόχτιστα, απλώνονται σε δύο μαχαλάδες εκατέρωθεν της πλατείας.

Συνέχεια

Η Αποκριά και τα Κούλουμα

Δημήτρης Χαρισιάδης, Aγόρι με αετό, Στύλοι Ολυμπίου Διός 1955
(Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη)

Συνέχεια

Θεατρίνοι, παλιάτσοι και γελωτοποιοί στην Τέχνη

Zinaida Serebriakova, «Pierrot»,
Self portrait in the costume of Pierrot,
Art Nouveau, 1911

Η Commedia dell’ arte

Μεταξύ 16ου και 18ου αιώνα ήκμασε στην Ιταλία η περίφημη Commedia dell’arte (Κομέντια ντελ άρτε), μορφή λαϊκής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας, η οποία έγινε σύντομα ιδιαίτερα δημοφιλής και έξω από τα σύνορα της Ιταλίας. «Commedia dell’arte» σημαίνει «Κωμωδία της τέχνης», όχι με την έννοια της καλλιτεχνίας, αλλά με αυτήν της τεχνικής και του επαγγελματισμού. Η κωμωδία δηλαδή που δημιουργείται από «δεξιοτέχνες», επαγγελματίες ηθοποιούς, σε αντίθεση με τους ερασιτέχνες της λόγιας κωμωδίας. Επρόκειτο για ένα σύνολο λαϊκών θεατρίνων που, δημιουργώντας μόνοι τους το κοστούμι τους, τη μάσκα τους, τις ιδιαιτερότητες της φωνής τους και τη στάση του σώματός τους, έπλαθαν τους χαρακτήρες της.

Συνέχεια

Έφυγε από τη ζωή ο ζωγράφος μας Παύλος Σάμιος

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2021 23:20

Έφυγε την Πέμπτη από τη ζωή ο ζωγράφος Παύλος Σάμιος, σε ηλικία 73 ετών

Ο Παύλος Σάμιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με την παραδοσιακή ζωγραφική και την αγιογραφία. Παρακολούθησε προπαρασκευαστικά μαθήματα σχεδίου στο εργαστήριο του Πάνου Σαραφιανού και το 1969 εισήχθη στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου σπούδασε ζωγραφική, κοντά στους σπουδαίους δασκάλους Νίκο Νικολάου και Γιάννη Μόραλη, ως το 1972.

Συνέχεια

Ο Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων στην εκκλησιαστική παράδοση της Ηπείρου

Μετά και της ιεράς Παρακλήσεώς του

1. Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις στην αγιογραφία της Ηπείρου

Δημήτρης Καμαρούλιας

Συνέχεια

Το καράβι στη λαϊκή τέχνη, την παράδοση και τον πολιτισμό

Καλὸ ταξίδι, ἀλαργινὸ καράβι μου, στοῦ ἀπείρου
καὶ στῆς νυχτὸς τὴν ἀγκαλιὰ, μὲ τὰ χρυσὰ σου φῶτα!
Νἄμουν στὴν πλώρη σου ἤθελα, γιὰ νὰ κοιτάζω γύρου
σὲ λιτανεία νὰ περνοῦν τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα…
Κώστας Καρυωτάκης

Συνέχεια

Η Ελληνική παιδεία στα Φάρασα της Καππαδοκίας

Στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. ως «Μικρά Ασία» ορίζεται η γεωγραφική περιοχή που βρέχεται στα Δυτικά από το Αιγαίον Πέλαγος, Βόρεια από την Μαύρη Θάλασσα, Νότια από τη Μεσόγειο και Ανατολικά από τους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη. Επαρχίες της Μ. Ασίας είναι οι ακόλουθες: Αιολίδα, Βιθυνία, Γαλατία, Ιωνία, Καππαδοκία, Καρία, Κιλικία, Λυδία, Λυκαονία, Λυκία, Μυσία, Παμφυλία, Παφλαγονία, Πισιδία, Πόντος (παραλιακός), Πόντος (Μεσογειακός), Φρυγία, Χώρα πηγών και Άνω Ρου Ευφράτη ποταμού, Χώρα πηγών και Άνω Ρου Τίγρη ποταμού.

Συνέχεια

Αποχαιρετώντας το καλοκαίρι στο νησί

Γιάννης Μόραλης, «Κορίτσι που δένει το σανδάλι του», 1973

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο του 2015 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27/2017 του περιοδικού «Αιγιναία», στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ζωγράφου μας Γιάννη Μόραλη, που έζησε και δημιούργησε στην Αίγινα.

Συνέχεια

Η Ορθόδοξη διάσταση στην ποίηση και στα εικαστικά του Οδυσσέα Ελύτη

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1998)

Ὁ Ἐλύτης ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν ὑπερρεαλισμὸ καὶ δανείστηκε στοιχεῖά του, τὰ ὁποῖα ὡστόσο ἀναμόρφωσε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του ποιητικὸ ὅραμα, ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὸ λυρικὸ στοιχεῖο καὶ τὴν ἑλληνικὴ λαϊκὴ παράδοση.

Συνέχεια

Φώτης Κόντογλου: «Δροσίσετε την ψυχή σας στην αγιότητα»

Σαν σήμερα, την 13η Ιουλίου του 1965, έφυγε ο σπουδαίος αγιογράφος, ζωγράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου

Φώτης Κόντογλου (1895-1965)

Ο Φώτης Κόντογλου (Φώτιος Αποστολλέλης) γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας, στις 8 Νοεμβρίου 1895, τέταρτο παιδί του Νικολάου Αποστολλέλη και της συζύγου του Δέσποινας, το γένος Κόντογλου. Είχε μια αδερφή και δυο αδερφούς. Σε ηλικία μόλις ενός έτους ορφάνεψε από πατέρα και την οικογένεια ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου, που ήταν Ηγούμενος στην ιερά μονή Αγίας Παρασκευής, στην κηδεμονία του οποίου ανάγεται και το όνομα Κόντογλου. Τα μαθητικά του χρόνια ο μικρός Φώτης τα πέρασε στο μετόχι της Αγίας Παρασκευής και στις Κυδωνίες και το 1913 εισήχθη, κατόπιν εξετάσεων, στο τρίτο έτος της Σχολής Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα εγκατέλειψε τη σχολή και έφυγε για να συνεχίσει τις εικαστικές σπουδές του στο Παρίσι με οικονομική βοήθεια από τον θείο του.

Στο Παρίσι παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, συνεργάστηκε με το γαλλικό περιοδικό «Illustration», σε διαγωνισμό του οποίου βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του έργου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα», και εργάστηκε ως εργάτης σε πολεμική βιομηχανία για να ζήσει. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Το 1919, μετά το τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου διορίστηκε ως καθηγητής γαλλικών και ιστορίας τέχνης στο Παρθεναγωγείο, ανέπτυξε πνευματική δραστηριότητα και ίδρυσε τον σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι».

Το 1921 έλαβε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία και μετά την καταστροφή, το 1922, κατέφυγε αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα. Είχε προηγουμένως επισκεφτεί το Άγιον Όρος, όπου ξαναπήγε το 1923, για να μελετήσει τη βυζαντινή τέχνη και να δημιουργήσει αντίγραφα αγιογραφιών, τα οποία παρουσίασε σε εκθέσεις στη Μυτιλήνη και στην Αθήνα. Το 1926 παντρεύτηκε τη Μαρία Χατζηκαμπούρη και επισκέφτηκε για τρίτη φορά το Άγιον Όρος. Την περίοδο 1930-1931 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Από το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο Αμερικανικό Κολλέγιο, όπου γνωρίστηκε με τον Κάρολο Κουν και είχε μαθητές του τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Νίκο Εγγονόπουλο.

Η πρώτη εμφάνιση του Κόντογλου στα γράμματα πραγματοποιήθηκε το 1918 με την έκδοση της νουβέλας του «Πέδρο Καζάς» σε περιορισμένα αντίτυπα. Το 1928 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ταξείδια» και το 1935 ο «Αστρολάβος». Εντονότερη παρουσιάζεται η συγγραφική του δραστηριότητα (θρησκευτικής κυρίως θεματολογίας) στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ως το τέλος της ζωής του.

Το 1935 του ανατέθηκε η οργάνωση του βυζαντινού τμήματος του Μουσείου της Κέρκυρας. Ανέλαβε τη συντήρηση των τοιχογραφιών του Μυστρά, την εικονογράφηση πολλών εκκλησιών, τη διακόσμηση του Δημαρχείου της Αθήνας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αγιογράφησε την πρώτη εικόνα των νεοφανέντων Αγίων μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, και το 1962 εκδίδεται το βιβλίο του «Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θερμής», που αποτελεί την πρώτη επίσημη καταγραφή του βίου τους και της ευρέσεως των ιερών λειψάνων τους στη Θερμή της Λέσβου.

Μαθητής ακόμη του Γυμνασίου στις Κυδωνίες είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό «Μέλισσα», όπου εικονογραφούσε ο ίδιος. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού «Φιλική Εταιρεία», μαζί με τους Κώστα Βάρναλη, Δημήτρη Πικιώνη, Στρατή Δούκα και Βάσο Δασκαλάκη, που κυκλοφόρησε από το 1924 ως το 1925, και του περιοδικού «Κιβωτός», μαζί με τον Βασίλη Μουστάκη. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά (1929), «Νέα Εστία», «Ελληνική Δημιουργία», «Εκκλησία», «Εφημέριος» και την εφημερίδα «Ελευθερία» (από το 1949 ως το τέλος της ζωής του) και εξέδωσε μελέτες για τη βυζαντινή τέχνη και έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πεζογραφίας.

Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1959), για το βιβλίο του «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας», με το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των Δώδεκα (1963) για το βιβλίο του «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», με το Βραβείο του Ταξιάρχη του Φοίνικα καθώς και με το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών (1965) για το σύνολο του έργου του.

Το 1963 τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα με τη σύζυγό του και έμεινε κατάκοιτος για πέντε μήνες. Πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα, από μετεγχειρητική μόλυνση μετά από χειρουργική επέμβαση στην κύστη.

Ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε ένας πραγματικός μαχητής της Ορθοδοξίας που έδωσε πολλά  και τα λόγια του είναι μία αιώνια παρακαταθήκη για όλους μας. Διαισθανόταν πού βαδίζει η κοινωνία και προειδοποιούσε:

«Σὲ βεβαιώνω πὼς αἰσθάνομαι στεναχώρια καὶ θλίψη ὅποτε δημοσιευθεῖ τίποτα γιὰ μένα. Ἀνέκαθεν ἀπέφευγα τὰ δοξάρια. Πολὺ φτηνὸ πράγμα. Ἀφοῦ εἶπα πολλὲς φορὲς νὰ μὴ γράψω πιὰ νὰ μὲ ξεχάσουν. Τί ὄμορφο πράγμα νὰ ζεῖς ξεχασμένος..

Τό κάθε τι εἶνε τυλιγμένο μέσα σὲ μυστήριο. Αὐτὸ τὸ μυστήριο θέλουνε νὰ βγάλουνε οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Μὰ ξεγυμνώνουνε τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ κάθε βαθὺ αἴσθημα. Ἀφοῦ καὶ οἱ Χριστιανοὶ τῆς σήμερον θέλουνε νὰ κάνουνε τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς μυστήρια, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό. Ἂν δὲν νοιώθεις μυστήριο σὲ ὅ,τι βλέπεις, σὲ ὅ,τι ἀκοῦς, σὲ ὅ,τι πιάνεις, εἶσαι στ᾿ ἀλήθεια πεθαμένος ἄνθρωπος…

Θυμᾶμαι τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα πιὸ φυσικὴ ζωή, πὼς ὅλα μὲ κάνανε νὰ βουτῶ βαθειὰ μέσα μου καὶ νὰ βρίσκω κάποια ἀλλόκοτα πετράδια, καὶ κάποια μαργαριτάρια μιᾶς ξωτικῆς θάλασσας…

Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Δὲν τὰ μεταχειρίστηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίστηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ.

Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο, ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸ ἀγώνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας. Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή, μὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὅλα γαληνεύουν, ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία …».

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

– Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Η θεωρία και η πράξη της αφηγηματικής τέχνης του Φώτη Κόντογλου», εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986.

– Αλεξίου Έλλη, «Φώτης Κόντογλου – Μικρός το δέμας αλλά …», Έλληνες λογοτέχνες, δοκίμια, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1982, σ. 51-64.

– Βαλσαμάκης Πάνος, «Μνήμη Φώτη Κόντογλου». Ένωσις Κυδωνιωτών, Αθήνα.

– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Φώτης Κόντογλου· εν εικόνι διαπορευόμενος· εκατό χρόνια από τη γέννησή του και τριάντα από την κοίμησή του», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1995.

– Βιβιλάκης Ιωσήφ, «Βιογραφικές παρατηρήσεις για τον Φώτη Κόντογλου», Νέα Εστία, 1.11.1995, ετ. ΞΘ’, αριθ. 1640, σ. 1413-1418.

– Ζήρας Αλεξ., Σπητέρης Τ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.

– Καλαμαράς Βασίλης, «Εργοβιογραφία Φώτη Κόντογλου», Διαβάζω, 27.2.1985, σ. 10-15.

– Καρούζος Ν.Δ., «Ο Φώτης Κόντογλου ο ριζορθόδοξος», Σύνορο, Φθινόπωρο 1965, σ. 106-108.

– Μαστροδημήτρης Π.Δ., «Το πεζογραφικό έργο του Φώτη Κόντογλου», Πέντε δοκίμια για τη νεοελληνική πεζογραφία, εκδ. Λύχνος, Αθήνα 1987, σ. 69-91.

– Μητσάκης Κάρολος, «Φώτης Κόντογλου», Νεοελληνική πεζογραφία· Η γενιά του ‘30, Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 1977, σ. 37-39.

– «Μνήμη Κόντογλου· Δέκα χρόνια από την κοίμησή του», Αθήνα 1975.

– Μουστάκης Βασ., «Κόντογλου Φώτης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα.

– Παγανός Γ.Δ., «Φώτης Κόντογλου», Η μεσοπολεμική πεζογραφία· Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Ε’, εκδ. Σοκόλης, Αθήνα 1992, σ. 48-121.

– Πάσχος Π.Β., «Κόντογλου – Εισαγωγή στη λογοτεχνία του μ’ ένα επίμετρο – ανθολόγιο κειμένων του», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1991.

– Πάσχος Π.Β., «Φώτης Κόντογλου – 25 χρόνια από την κοίμησή του», Τήνος, 1990.

– Σαρδέλης Κώστας, «Η ρωμιοσύνη και ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1982.

– Σαχίνης Απόστολος, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι -1942, Ο θεός Κόνανος – 1943, Ιστορίες και περιστατικά – 1944», Η πεζογραφία της κατοχής, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1948, σ. 25-39.

– Σκοτεινιώτη Ελένη, «Οι ηθικές και θρησκευτικές αρχές του Κόντογλου· “Σηματώρος και κήρυκας” του έργου του», Νέα Εστία, 1.5.1998, ετ. ΟΒ’, αριθ. 1700, σ. 615-625.

– Σπητέρης Τώνης, Ζήρας Αλεξ., «Κόντογλου Φώτης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986.

– Τσιάμης Μ.Ν., «Φώτης Κόντογλου· Ένας ερημίτης ασκητής της τέχνης και της ζωής», Αθήνα, 1971.

– Φώτης Κόντογλου, «Σημείον αντιλεγόμενον», εκδ. Αρμός, Αθήνα 1998.

– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Φώτιος Κόντογλου· Η ζωή και το έργο του», εκδ. Γραμμή, Αθήνα 1977.

– Χατζηφώτης Ι.Μ., «Κόντογλου ο Μεταβυζαντινός», Δοκίμιο, Αθήνα 1978.

– Χατζίνης Γιάννης, «Φώτη Κόντογλου: Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», Νέα Εστία, ετ. ΙΖ’, 15.1.1943, αριθ. 375, σ. 121-123.

Αφιερώματα περιοδικών

«Νέα Εστία», ετ. ΛΘ’, 1.8.1965, αριθ. 914, σ. 1016-1030.

«Διαβάζω», 27.2.1985.

«Ζυγός», 1978.

«Αιολικά Γράμματα», 11-12/1971, αριθ. 22-23.

«Κριτικά Φύλλα», 22-23, 4-5/1975.

«Παράδοση», 21-22, 5-8/1980.

«Τετράδια Ευθύνης» (Μνημονάριον του Φώτη Κόντογλου), 1985.

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

I. Πεζογραφία:

«Pedro Cazas», Αϊβαλί, τυπ. Αιολικός Αστήρ, 1918.

«Η τέχνη του Άθω – Αντιγραφή και ανασυγκρότηση του Φώτη Κόντογλου», τα ξυλογραφήματα εφιλοτεχνήθησαν από τον Άγγελο Θεοδωρόπουλο, εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1923.

«Ταξείδια – Σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής, περιγραφικά του τι απόμεινε από τα χρόνια των Βυζαντινών, των Φράγκων, των Βενετσάνων και των Τούρκων», εκδ. Γανιάρης, Αθήνα 1928.

«Icones et fresques d’ art Byzantine», Αθήνα 1932.

«Τοιχογραφίες των βυζαντινών εκκλησιών του Υμηττού», Ελληνική Τέχνη, Αθήνα 1933.

«Ο Αστρολάβος – Βιβλίο παράξενο γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Κέρκυρα, 1935.

«Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι – Βιβλίο ιστορικό γραμμένο από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Αετός, Αθήνα 1942.

«Ο θεός Κόνανος και το Μοναστήρι του το λεγόμενο Καταβύθιση· Ιστορία γραμμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1943 (μαζί «Τα Δαιμόνια της Φρυγίας» και το «Εξ’ Ανατολών πνεύματα οργισμένα»).

«Ιστορίες και περιστατικά· κι άλλα γραψίματα λογής – λογής γραμμένα από τον Φώτη Κόντογλου», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1944.

«Ιστορία ενός καραβιού που χάθηκε απάνου σε μια ξέρα· Όπως την ταίριαξε από κάποια παληά χαρτιά ο Φώτης Κόντογλου», εκδ. Πήγασος, Αθήνα 1944.

«Η Αφρική και οι θάλασσες της νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.

«Ο μυστικός κήπος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1944.

«Έλληνες θαλασσινοί στις θάλασσες της Νοτιάς», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944.

«Ο κουρσάρος Πέδρο Κάζας· Ιστορία απίστευτη βγαλμένη από κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο Οπόρτο· Τυπωμένη και ζωγραφισμένη από το Φώτη Κόντογλου», εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1944 (έκδοση γ’).

«Οι Αρχαίοι Άνθρωποι της Ανατολής», εκδ. Σπ. Νικολόπουλος, Αθήνα 1945.

«Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του διά Χριστόν Σαλού», εκδ. Ι.Δ. Κολλάρος, Αθήνα 1947.

«Βίος και Άσκησις του οσίου Πατρός ημών Αγίου Μάρκου του Αναχωρητού του εξ Αθηνών», Αθήνα 1947.

«Άνθος, ήγουν λόγια ανθολογημένα από τους Πατέρας», Αθήνα 1949.

«Πηγή ζωής, ήγουν λόγοι των θεοφόρων εξηγημένοι κατά δύναμιν», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1951.

«Εικόνες της Παναγίας», εκδ. Κιβωτός, Αθήνα 1953.

«Βίος του Αγίου Ιερομάρτυρος Θεράποντος του θαυματουργού», Θεσσαλονίκη 1955.

«Η βυζαντινή τέχνη ή Η λειτουργική ζωγραφική», Αθήνα 1956.

«Η αγιασμένη Ελλάδα», Αθήνα 1957.

«Όρη άγια», Αθήνα 1958.

«Οι άγιοι Ραφαήλ και Νικόλαος και η εικόνα του Χριστού οπού ευρέθη εις την Καρυάν της Θέρμης (Λέσβου)», Μυτιλήνη 1961.

«Η απελπισία του θανάτου – Εις την θρησκευτικήν ζωγραφικήν της Δύσεως και η ειρηνόχυτος και πλήρης ελπίδος ορθόδοξος εικονογραφία», Αθήνα 1961.

«Σημείον μέγαν, ήγουν τα θαύματα της Θέρμης», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.

«Θάλασσες, Καΐκια και καραβοκύρηδες», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.

«Ο Καστρολόγος», επιμ. Ι.Μ. Χατζηφώτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 1977.

«Ευλογημένο καταφύγιο», επιμ. Π.Β. Πάσχος, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.

«Μικρό εορταστικό», εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1985.

«Γίγαντες ταπεινοί», επιλογή από άρθρα για αγίους δημοσιευμένα στις εφημερίδες, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1991.

ΙΙ. Μεταφράσεις:

Λεωνίδα Ουσπένσκη, «Η εικόνα· Λίγα λόγια για τη δογματική έννοιά της», μτφρ. Φώτη Κόντογλου, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1952.

Κάρολος Τζόνσον, «Οι φημισμένοι Κουρσάροι», μτφρ. Φώτη Κόντογλου, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1942.

ΙΙΙ. Συγκεντρωτικές εκδόσεις:

«Έργα Α’, Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.

«Έργα Β’, Αδάμαστες ψυχές», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1962.

«Έργα Γ’, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1963.

«Έργα Δ’, Γιαβάς ο θαλασσινός», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1965.

«Έργα Ε’, Πέδρο Κάζας, Βασάντα και άλλες ιστορίες», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1968.

«Έργα Στ’, Μυστικά άνθη», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1977.

«Έργα Ζ’, Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1987.

«Έργα Η’, Βίος και Πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1976.

«Έργα Θ’, Ταξείδια», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1981.

«Έργα Ι’, Ο μυστικός κήπος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1944.

«Έργα ΙΑ’, Ο Αστρολάβος», εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1935.

Χειρόγραφα του λογοτέχνη φυλάσσονται στο Γενικό Αρχείο του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.).

Η μελαγχολία των Παλαιολόγων (Φώτης Κόντογλου)

Μυστράς

Τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα στὸν Μυστρᾶ, τύχαινε πολλὲς φορὲς νὰ βρεθῶ μοναχὸς μέσα στὴν Περίβλεπτο. Τ’ ἀπόγεμα ἡ ἐκκλησία σκοτείνιαζε κι ἀγρίευε. Ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὴν σκαλωσιὰ ἄκουγα πατήματα. «Κανένα φάντασμα θὰ περπατᾷ», συλλογιζόμουνα, καὶ γύριζα τὸ κεφάλι μου πάντα κατὰ τὸ μέρος ποὺ στεκόντανε ζωγραφισμένοι οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ πολεμάρχοι. Στεκόντανε στὴ σειρὰ ἕνα γῦρο, λίγο ψηλότερα ἀπὸ τὸ χῶμα, οἱ περισσότεροι μὲ βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στὸ στῆθος, πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς κομματιασμένοι ἀπὸ τὶς σπαθιές. Σὲ πολλὰ κεφάλια εἶχε ἀπομείνει γερὸ ἕνα μάτι μοναχά, μὰ κεῖνο τὸ μάτι ἔβλεπε σὰν δέκα ζωντανά.

Συνέχεια

Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ

Νικόλαος Λύτρας, Το ψάθινο καπέλο, 1925

Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!

Ὀδ. Ἐλύτης – Προσανατολισμοί

Σοφία Δατσέρη: Τα τοπία μου είναι «συναισθηματικοί τόποι»

Η ζωγράφος από την Κρήτη μιλάει για την τέχνη της

Σοφία Δατσέρη, Τοπίο

«Τα τοπία μου είναι «συναισθηματικοί τόποι». Δε με απασχολεί να αποδώσω ρεαλιστικά έναν τόπο, όσο το συναίσθημα που δημιουργεί», αναφέρει η καλλιτέχνις Σοφία Δατσέρη στη συνέντευξη που μας παραχώρησε. Με εμπνεύσεις που προέρχονται από το φως και την… ενέργεια της κρητική γης εξηγεί την επιρροή από τη λογοτεχνία και τη λαϊκή τέχνη και τα εφόδια που της δίνει, προκειμένου να εργαστεί πάνω στο τοπίο. Ζωγραφίζει χωρίς ποτέ να σκεφτεί, αν θα θεωρηθεί μοντέρνα. Μιλά ακόμα για την επίδραση της κρίσης στην ελληνική τέχνη θεωρώντας τη ευεργετική, την ανάκαμψή της και το ρόλο των social media στην αγορά της Τέχνης.

Συνέχεια