Το καράβι στη λαϊκή τέχνη, την παράδοση και τον πολιτισμό

Καλὸ ταξίδι, ἀλαργινὸ καράβι μου, στοῦ ἀπείρου
καὶ στῆς νυχτὸς τὴν ἀγκαλιὰ, μὲ τὰ χρυσὰ σου φῶτα!
Νἄμουν στὴν πλώρη σου ἤθελα, γιὰ νὰ κοιτάζω γύρου
σὲ λιτανεία νὰ περνοῦν τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα…
Κώστας Καρυωτάκης

Ζαγοριανά καράβια (fb)

Το καράβι το γέννησε η ανάγκη, μα αυτή η σκληρή, η αναίσθητη, η αγέλαστη ανάγκη μεταπλάσθηκε, κατά κάποιον μυστηριώδη τρόπο, σε αγάπη, σε παλληκαριά, σε ενθουσιασμό, σε μεράκι, κι από ένα δεμάτι ξύλα, βουβό και άψυχο, δίχως εμορφιά, δίχως πνοή, γίνηκε σιγά – σιγά, το εμορφότερο έργο των χεριών του ανθρώπου, έργο τέλειο, ολοζώντανο, που τον κάνει να το χαίρεται και να το θαυμάζη, σαν να μην το έκανε αυτός. Το καράβι είναι σαν τον άνθρωπο, που ο Θεός πρώτα έπλασε το κορμί του κι ύστερα του φύσηξε την ψυχή «και εγένετο εις ψυχήν ζώσαν».

Χαρακτικά του Τάσσου (αριστερά) και του Φώτη Κόντογλου (δεξιά)

Και αυτή η «ζώσα ψυχή» των καραβιών, που αναφέρει ο Φώτης Κόντογλου στον Γιαβά τον θαλασσινό, με την σειρά της έχει εμπνεύσει τους καλλιτέχνες σε όλες τις μορφές της τέχνης.

Καράβι στα κύματα του Δημ. Μυταρά (αριστερά) (paletaart.wordpress.com.gr). Δεξιά: Συριανό καράβι του Νικ. Χριστόπουλου (ebooks.edu.gr)

Τα θέματα κάθε κλάδου δεν έχουν ενιαία μορφολογική αντίληψη, αλλ’ αποδίδονται σύμφωνα με κανόνες που υπαγορεύει κάθε φορά το υλικό, η τεχνική και η τοπική παράδοση και τα οποία πολύ συνοπτικά παρουσιάζουμε εδώ.

Λαϊκές ζωγραφιές σε ξύλο

Λιθογλυπτική

Η λιθογλυπτική ασχολήθηκε κυρίως με τρία θέματα: το καράβι, το ψάρι και την γοργόνα. Η απόδοση εδώ είναι αφαιρετική και περιορίζεται στις κύριες γραμμές. Την συναντάμε στους σκαλιστούς φεγγίτες, σε υπέρθυρα οικιών, σε μπαλκόνια, σε καμάρες, σε μνημεία, αλλά και σε τάφους καραβοκύρηδων.

Αριστερά: Κεραμικό υπέρθυρο (clayart.gr). Κέντρο: Μαρμάρινο υπέρθυρο σε Τηνιακή κατοικία (tinosvoice.gr). Δεξιά: Μαρμάρινο υπέρθυρο (tinos360.gr)

Μεταλλοτεχνία

Τα τάματα των ναυτικών σε ώρες χαράς ή κινδύνου, που κρέμονται στα εικονοστάσια των μοναστηριών και των εκκλησιών, είναι συνήθως αργυρά ή επάργυρα ομοιώματα των πλοίων τους κατασκευασμένα από λεπτά επίπεδα φύλα, τα οποία με κτυπήματα κυρτώνονται, για να δώσουν την ανάγλυφη μορφή στα πανιά και στο σκαρί. Σπανιότερα, αλλά με πλήρη πλαστική απόδοση των λεπτομερειών, συναντάμε και κοσμήματα με την προσθήκη ημιπολύτιμων λίθων.

Ασημένια τάματα ναυτικών στην Παναγία Τήνου

Τάμα καπετάνιου στην Παναγία Χρυσοπηγή Σίφνου (protagon.gr)

Ξυλογλυπτική

Τ’ αγέρι του χαρίζει πρίμου καιρού φτερά
κι’ η πλώρη του αφρίζει στα γαλανά νερά.
Καράβι παιχνιδίζει σε θάλασσα πλατειά
χαρούμενο γυρίζει από την ξενιτιά…
Παραδοσιακό Κεφαλονιάς

Πλούσια σε μορφές, πολύτροπη σε τεχνικές και πολύμορφη σε χρήσεις. Επιβλητική παρουσία της τα μεγάλα σκαλιστά ακρόπρωρα που στόλιζαν την πλώρη των ξύλινων ιστιοφόρων, πολλά από τα οποία σώζονται σήμερα στα μουσεία, αλλά μόνο μια αμυδρή εικόνα της ομορφιάς τους μπορούν να δώσουν, αφού το ακρόπρωρο λειτουργεί αισθητικά μόνο στη θέση του, στην πλώρη του καραβιού, με την κανονική του κλίση και προπαντός, μέσα στο θαλασσινό του περιβάλλον.

Αριστερά: Ξύλινο ομοίωμα παλαιού ιστιοφόρου του Δημ. Μάρα (kathimerini.gr). Δεξιά: ξύλινο παλαιό ακρόπρωρο σε μπαλκόνι του Γαλαξιδίου (pinterest)

Άλλη κατηγορία ξυλόγλυπτων κατασκευών αποτελούν τα ομοιώματα καραβιών, ειδικά εκείνων που συναρμολογούνται μέσα στα λεπτόλαιμα μπουκάλια, ενώ καράβια ψάρια και γοργόνες σκαλίζονται σε νησιώτικα έπιπλα και κασέλες, ακόμα και σε τέμπλα εκκλησιών.

Αριστερά: Ακρόπρωρο από Γαλαξιδιώτικο σκαρί (travelshare.gr). Κέντρο: Το ακρόπρωρο του πλοίου «Άρης» του Ανδρέα Μιούλη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο) (wiki). Δεξιά: Ελληνικό ακρόπρωρο από κορμό πεύκου που συντηρήθηκε πρόσφατα από το Μουσείο Μπενάκη (lifo.gr)

Κέντημα – Υφαντό

Ξεχωριστή θέση στο νησιώτικο κέντημα και υφαντό κατέχουν τα θαλασσινά θέματα, κυρίως το καράβι, η γοργόνα και το ψάρι. Μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, τα πλουμισμένα καράβια, οι φιλάρεσκες γοργόνες και τα πολύχρωμα ψάρια γειτονεύουν με πουλιά, λουλούδια, ήλιους, κυπαρίσσια, ανθρώπους. Αυτό το ετερόκλητο υλικό συντίθεται σε άρτιο και οργανωμένο σύνολο, όπου το μέγεθος, το σχήμα και η θέση καθορίζονται από τις διακοσμητικές ανάγκες πέρα από κάθε λογική. Φημισμένα στον τομέα αυτό τα σκυριανά κεντήματα με τις γοργόνες.

Παραδοσιακά κεντήματα και υφαντά (πρωτότυπα και αντίγραφα) από την Σκύρο, την Κύπρο και τη Θράκη

Κεραμική

Φιλντισένιο καραβάκι στ’ όνειρό μου ήρθε μιαν αυγή
και με πήρε ταξιδάκι να γυρίσουμε τη γη…
Καραβάκι μου ξεκίνα πάμε πάλι στην Αθήνα
τραγουδάνε τα πουλιά στην Αττική.
Πάμε πάλι στο Παγκράτι που ‘ναι οι δρόμοι του γεμάτοι
με χαρούμενες φωνές την Κυριακή.
Νίκος Γκάτσος

Το καράβι και το ψάρι είναι παραδοσιακά θέματα της ελληνικής λαϊκής κεραμικής. Το τρικάταρτο καράβι που πλέει σε ταραγμένη θάλασσα εμφανίζεται πολύ συχνά θαυμάσια ζωγραφισμένο σε πιάτα της λεγόμενης «ροδιακής κεραμικής».

Κεραμικά πιάτα από τη Ρόδο και τη Σίφνο (enandro.gr, pli.gr)

Βοτσαλωτά

Σε πολλά νησιά του Αιγαίου (Σπέτσες, Σκύρο, Χίο, Μήλο, Κρήτη, Σύμη κ.ά.) συνήθιζαν να στρώνουν τις αυλές με βότσαλα βυθισμένα ως την μέση περίπου του πάχους τους σε ασβεστοκονίαμα. Με την τεχνική αυτή αποδίδονται ιστιοφόρα που αρμενίζουν με ανοικτά πανιά, ψάρια, γοργόνες που άλλοτε κρατούν προστατευτικά τα καράβια και άλλοτε τα βουλιάζουν, πυξίδες άγκυρες, κανόνια κ.ά.

Βοτσαλωτά δάπεδα σε αρχοντικά των Σπετσών (aegeanwoodenwalls.blogspot.com, myadventurelandagis.blogspot.com)

Αγιογραφία

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή…
Νίκος Καββαδίας

Η θάλασσα στη βυζαντινή ζωγραφική είναι μια βαθυγάλαζη επιφάνεια που αυλακώνουν λευκές σπείρες ή κυματιστές γραμμές, πυκνά και ρυθμικά βαλμένες για να παραστήσουν τον κυματισμό της από την πιο μεγάλη ηρεμία ως την πιο φοβερή τρικυμία. Λιμάνια και πολιτείες, όταν ζωγραφίζονται, δεν απεικονίζουν συγκεκριμένους τόπους. Μόνο στα καράβια ο ζωγράφος σταματά περισσότερο και ζωγραφίζει με λεπτομέρειες την ιστιοφορία τους, τα σχοινιά και τους ναύτες σε δουλειές του καραβιού και όλα αυτά φιλτραρισμένα με τη ματιά του Βυζαντινού, που το συγκεκριμένο το κάνει αφηρημένο.

Αγιογραφίες με παραστάσεις θαυμάτων των Αγίων Νικολάου (αριστερά) και Σπυρίδωνος (δεξιά)

Οι περισσότερες παραστάσεις έχουν ως θέμα τις σωτήριες επεμβάσεις του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνα, του Αγίου Διονυσίου. Υπάρχουν επίσης και οι μικρού μεγέθους εικόνες – δεήσεις, όπου στο πάνω μέρος ζωγράφιζαν την Παναγία ή τον προστάτη Άγιο και στο κάτω μέρος το καράβι ν’ αρμενίζει, αλλά και οι εικόνες – αφιερώματα, που ιστορούσαν διασώσεις καραβιών από θανάσιμους κινδύνους χάρη στην επέμβαση της Παναγίας και των θαλασσινών Αγίων.

Τα λιμάνια του Ρεθύμνου (αριστερά) και των Κυδωνιών (Αϊβαλί) (δεξιά) σε γκραβούρες εποχής

Αριστερά: Καράβι κεντημένο με χάντρες (pinterest). Δεξιά: «Βυζαντινό καράβι», ψηφιδωτό του Γιώργου Φέσσα (bulevart.gr)

Θαλασσογραφία

Ένα τρεχαντηράκι, βοριάς το ‘μπόδισε
και μια μελαχρινούλα, τζόγια μου
Αμάν, το κληρονόμησε…
Παραδοσιακό Κωνσταντινούπολης

Με το θέμα της απεικόνισης των καραβιών ασχοληθήκαν, εκτός από τους κορυφαίους Νεοέλληνες ζωγράφους, και ένας μεγάλος αριθμό ταπεινών και αυτοδίδακτων ζωγράφων, που στα πολυσύχναστα λιμάνια, όπως και κάποτε στις κατ’ εξοχήν ναυτικές περιοχές, συχνά παρουσιάζονταν με τα σύνεργά τους στον καπετάνιο (που πολλές φορές ήταν ο πλοιοκτήτης) κάποιου καραβιού και συνήθως εκλιπαρούσαν για κάποια παραγγελία, που πρέπει να φανταστούμε ότι -έστω και με τη χαμηλή αμοιβή που ζητούσαν- τις περισσότερες φορές δεν επετύγχαναν. Αυτοί λοιπόν οι βασανισμένοι βιοπαλαιστές, οι οποίοι συνήθως προέρχονταν από το ναυτικό επάγγελμα που για διάφορες αιτίες είχαν εγκαταλείψει, είναι οι κυρίως «πλοιογράφοι», αυτοί που εργάστηκαν στα διάφορα ναυτικά κέντρα της Ελλάδος και χάρη στους οποίους διασώθηκε ένα σημαντικό κεφάλαιο ναυτικής παράδοσης και κληρονομιάς.

Ανδριώτικο και Γαλαξιδιώτικο ιστιοφόρο (enandro.gr, maxitisartas.gr)

Ελληνικά ελλιμενισμένα πλοία (δεξιά: έργο του Κωνστ. Βολανάκη) (atexnos.gr, texni-zoi.blogspot.com)

Εκτός από αυτούς έχουμε πάντα και τους ναυτικούς εκείνους που, είτε μέσα στα καράβια όπου εργάζονταν είτε στη στεριά, ζωγράφιζαν ερασιτεχνικά για να κάμουν το κέφι τους. Αλλά και στα λιμάνια του εξωτερικού παρόμοιες καταστάσεις επικρατούσαν, αν και στα μεγάλα κέντρα το επίπεδο της παραγωγής ήταν αρκετά υψηλό και ορισμένοι ζωγράφοι δεν διέθεταν μόνο τεχνική εμπειρία, αλλά και πραγματικό ταλέντο. Η Χίος αντιπροσωπεύεται επάξια από ομάδα πλοιογράφων με κορυφαίους μεταξύ τους τον Αριστείδη Γλύκα και τον Χριστόφορο Κυλαδίτη.

Έργα του Παναγιώτη Τέτση (αριστερά) και Τάσου Μαντζαβίνου (δεξιά) (hydra.gr, huffingtonpost.gr)

Η Χαλκιδική του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (αριστερά) και η Σύμη της Σοφίας Καλογεροπούλου (δεξιά) (pinterest, bonhams.com)

Ζωγραφική

Η νεοελληνική λόγια θαλασσογραφία, που εμφανίζεται σύγχρονα περίπου με την δημιουργία του Ελληνικού κράτους, δεν άντλησε από την πλούσια λαϊκή παράδοση, αλλ’ από την τέχνη της Δύσης, όπου σπούδασαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί της. Τα μεγάλα καράβια του Βολανάκη και του Χατζή, τα περήφανα ιστιοφόρα του Αλταμούρα, δίνουν την θέση τους στα μικρά ιστιοφόρα και κυρίως στη βάρκα, στα έργα των Λύτρα, Τσόκλη, Βυζάντιου, Αξελού, Αστεριάδη, Χατζηκυριάκου – Γκίκα, Τέτση, Παπαλουκά, Κόντογλου και Οικονόμου, μέχρι τον Νίκο Γιαλούρη, τον Μπάμπη Κοιλιάρη, τον Αντώνη Τσατσαρώνη κ.ά.

Έργα του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα (αριστερά) και του Σπύρου Παπαλουκά (δεξιά)

Έργα του Σπύρου Βασιλείου (αριστερά) και της Μαρίας Πωπ (δεξιά)

Φωτογραφία

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς, βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.
Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ, τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο.
Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε, χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε, μπήκαμε μέσ’ στα όλα και περάσαμε.
Οδυσσέας Ελύτης, Το Τρελοβάπορο

Η Ελλάδα είχε την τύχη να τραβήξει το ενδιαφέρον αρκετών πρωτοπόρων φωτογράφων, όπως του Giuseppe Berinda και του Frederic Boissonnas, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τον 20ό αιώνα αρκετοί Έλληνες φωτογράφοι ασχολήθηκαν με εθνολογική φωτογραφία, όπως η Nelly’s, ο Π. Παπαχατζηδάκης, ο Ν. Μακάς και λίγο αργότερα, στα μέσα του αιώνα, η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Σπύρος Μελετζής, ο Τάκης Τλούπας, ο Κώστας Μπαλάφας, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, ο Κωνσταντίνος Μάνος και άλλοι. Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν και τα αρχεία των τοπικών φωτογράφων, όπως των Πάχων για τη Σύμη, του Μάρκου Δροσάκη για τη Σάμο και του Σ. Χουτζαίου για τη Λέσβο.

Τα λιμάνια του Πειραιά (αριστερά) και της Κερύνειας (δεξιά) στις αρχές του 20ού αιώνα (fb)

Η θάλασσα και τα πλεούμενα του Αιγαίου αποτελούν ένα σημαντικό μέρος αυτού του φωτογραφικού υλικού, το οποίο μας δίνει μια αληθινή εικόνα της ναυτικής παράδοσης στην Ελλάδα πριν από μερικές δεκαετίες. Βλέποντας αυτές τις παλιές φωτογραφίες φαίνεται απίστευτο πόσο έχει αλλάξει η εικόνα αυτής της χώρας μέσα σε λίγα μόνο χρόνια. Ναυτικοί, ψαράδες και καραβομαραγκοί, θαυμάσια ιστιοφόρα, σκαριά που μοιάζουν να ξεχάστηκαν στα νερά του Αιγαίου από τη Βυζαντινή εποχή ή ακόμη παλαιότερα, όλα αποτυπωμένα πάνω στις φωτογραφίες, όπου λες και οι δημιουργοί τους κατάφεραν να σταματήσουν -για μία και μόνο στιγμή- τον πανδαμάτορα χρόνο.

Αριστερά: Το λιμάνι της Ύδρας, δεκαετία 1960. Δεξιά: Δημήτρης Χαρισιάδης, Κάλυμνος, δεκαετία 1950

Επάνω: «Καράβι» του Πέτρου Μπρούσαλη (Φωτογραφικά Αρχεία Μουσείου Μπενάκη) (αριστερά). «Παραλία Λίνδου» της Τζένης Πιπακή (δεξιά) (fb). Κάτω: «Αγάντα γιαλέσα»… γρι γρι στο λιμάνι της Θερμής Λέσβου, το 1952 (αριστερά) (fb) και εμπορικό πλοίο στο Πλωμάρι (δεξιά) (politikalesvos.gr)

Καράβια της προσφυγιάς

Η τέχνη της φωτογραφίας αποτύπωσε και τη ζωή, αλλά και την μαρτυρική πορεία του Ελληνισμού της Μικρασίας. Βαθιά συνυφασμένο με τη μοίρα του λαού μας, το πλοίο έγινε για τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Μικρασιατικών παραλίων, το κύριο μέσο σωτηρίας και διαφυγής από τη μανία των Τούρκων κατά τις φρικτές ημέρες των ανηλεών διωγμών και της ανείπωτης καταστροφής και του ξεριζωμού, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Ψαράδες στην παραλία της Φώκαιας το 1913 (αριστερά) και η Σκάλα Βουρλών πριν τη Μικρασιατική καταστροφή (δεξιά) (fb)

Οι Έλληνες, λαός που κυριάρχησε επί χιλιάδες χρόνια, με το θαλάσσιο εμπόριο και την απαράμιλλη ναυτοσύνη του, στις θάλασσες του Αιγαίου, στη Μικρασία, στον Πόντο, στο Βόσπορο και τον Μαρμαρά, στην Κύπρο, ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα -όσοι μπόρεσαν να γλιτώσουν το θάνατο. Έχοντας βιώσει την πιο σκληρή και ωμή όψη της τουρκικής θηριωδίας και τους διωγμούς από τις πατρογονικές εστίες τους, ακολουθώντας το θαλάσσιο δρόμο, πάνω σε όσα καράβια έσπευσαν σε βοήθεια, έφυγαν προς τα λιμάνια της Θεσσαλονίκης, της Μυτιλήνης, του Πειραιά και αλλού, αποχαιρετώντας τις αλησμόνητες πατρίδες τους.

Αφήνοντας τη Μικρασία… Φωκιανοί (αριστερά) και Σμυρνιοί (δεξιά) πρόσφυγες σε πλοία προς την Ελλάδα (pontos-news.gr)

«Μικρασία χαίρε…». Η Κιβωτός της προσφυγιάς (Αδελφότης Βιθυνών/fb)

Το ολόφωτο καραβάκι των Χριστουγέννων

Έθιμο πανάρχαιο της ναυτικής πατρίδας μας μαζί με τα κάλαντα, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, τα γλυκίσματα, τα δώρα και τα καλούδια των ημερών, το καραβάκι σηματοδοτεί κι αυτό τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Το ελληνικό στολισμένο καραβάκι αποτελεί παράδοση των παλαιών εποχών της χώρας μας, όταν τα παιδιά με αγάπη, χαρά και δημιουργικό νου κατασκεύαζαν τα παιχνίδια τους. 

Αποτελούσε όμως και ένα είδος τιμής και καλωσορίσματος στους ναυτικούς μας, που τέτοιες μέρες επέστρεφαν από τα ταξίδια τους. Στις αρχές και στα μέσα του 20ού αιώνα, έως και την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, συναντούσαμε το καραβάκι σε πολλά ελληνικά σπίτια, αλλά και στα χεράκια των παιδιών που έλεγαν τα κάλαντα κρατώντας το. Σήμερα, η παράδοση αυτή τείνει να εξαφανιστεί, μιας και έχει αντικατασταθεί από το ξενόφερτο, βορειοευρωπαϊκό έλατο.

Εν τούτοις, σε πολλές περιοχές, ιδίως της νησιωτικής και παράκτιας Ελλάδας, εξακολουθούν να τηρούν το παλαιό αυτό έθιμο, ως φόρο τιμής στους ναυτικούς μας και κρατώντας ζωντανή τη λαϊκή μας παράδοση. Δεκάδες τεχνίτες βάζουν όλη την τέχνη και τη μαστοριά τους δημιουργώντας κάθε χρόνο, με ιδιαίτερη προσοχή και υπομονή, αληθινά κομψοτεχνήματα που κοσμούν τα σπίτια μας, τους δημόσιους χώρους, τα καταστήματα και τις καθιερωμένες εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών αυτών.

Χριστουγεννιάτικο καραβάκι στα νερά του Σακουλέβα στη γιορτινή Φλώρινα (fb)

Ελληνικός Κινηματογράφος

Το απέραντο νησιωτικό τοπίο της Ελλάδας, οι θρύλοι, οι ιστορίες και οι παραδόσεις που αφορούν τη θάλασσα και τους ανθρώπους της, δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορη την τέχνη του κινηματογράφου, που από πολύ νωρίς δημιούργησε τα δικά της αριστουργήματα με φόντο τις ελληνικές θάλασσες και τον κόσμο της ναυτοσύνης. Ανάμεσα σε ένα πλήθος αγαπημένων ταινιών, διαλέξαμε τέσσερις χαρακτηριστικές και αξέχαστες, που προβάλλουμε ακολούθως, ως ένα μικρό αφιέρωμα για το καράβι στην έβδομη τέχνη:

«Μανταλένα»

Του Ντίνου Δημόπουλου (1961), με τους αλησμόνητους Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Παντελή Ζερβό, Δέσπω Διαμαντίδου, Λαυρέντη Διανέλλο, Θανάση Βέγγο, Σπύρο Καλογήρου και Βασίλη Καΐλα. Η «Μανταλένα» γράφτηκε πάνω σε μια αληθινή ιστορία από την Αντίπαρο, όπου γυρίστηκε, που αφορούσε τον έρωτα του γιού μιας εύπορης οικογένειας του νησιού για μια φτωχή και ορφανή, αλλά συνάμα περήφανη και γενναία κοπέλα, τη Μανταλένα.

Το νησί θα έβλεπε για πρώτη φορά στους δρόμους του να κυκλοφορεί ένα αυτοκίνητο του Φίνου, πρώτη φορά ένα πιάνο που μεταφέρθηκε εκεί για τον Μάνο Χατζιδάκι, που έγραψε για την ταινία ένα από τα καλύτερα soundtrack του ελληνικού σινεμά, πρώτη ταινία να γυρίζεται εξ ολοκλήρου εκτός στούντιο με σύγχρονο ήχο, πρώτη φορά δύο μεγάλους σταρ: την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ να πρωταγωνιστούν σε μια ταινία που θα έφτανε μέχρι το Φεστιβάλ Καννών και θ’ αποτελούσε την κύρια αιτία της μετέπειτα τουριστικής ανάπτυξής του.

«Διχασμός»

Ερωτικό – κοινωνικό δράμα του 1965, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, με την Έλλη Φωτίου και τον Πέτρο Φυσσούν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, πλαισιωμένους από μια ομάδα εκλεκτών ηθοποιών. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στον Μόλυβο της Μυτιλήνης, από όπου καταγόταν ο παραγωγός Τζέημς Πάρις, το φιλμ έχει εξαιρετικά εξωτερικά πλάνα σε φυσικούς χώρους και αποδίδει μοναδικά τη ζωή των Ελλήνων ναυτικών, τις δυσκολίες και τους κινδύνους της δουλειάς των σφουγγαράδων.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σ’ ένα νησί του Αιγαίου, όπου οι σφουγγαράδες ετοιμάζονται για το επόμενο ταξίδι τους. Τα περισσότερα καΐκια ανήκουν στην αρχόντισσα του νησιού, η οποία τους εκμεταλλεύεται σκληρά, μέχρι που ένας απ’ τους σφουγγαράδες, ο Κωσταντής, εξεγείρεται κατά της άπληστης και αυταρχικής γυναίκας. Όταν η αρχόντισσα μαθαίνει ότι τη μικρότερη κόρη της, τη Θάλεια, την αγαπάει ο φίλος του Κωσταντή, ο Γιωργής, το αναπάντεχο νέο δημιουργεί βαθειά ρήξη στο σπιτικό της και η κατάσταση παίρνει ακόμα πιο δυσάρεστη τροπή, όταν η Θάλεια ομολογεί πως στην πραγματικότητα θέλει τον Κωσταντή και όχι τον Γιωργή. Η νεαρή κοπέλα αντιστέκεται σθεναρά στη θέληση της μάνας της, η οποία την αρραβωνιάζει παρά την θέλησή της με τον Γιωργή, και δεν διστάζει να κλεφτεί με τον αγαπημένο της. Έτσι οι δύο φίλοι έρχονται αντιμέτωποι, ενώ βγαίνουν μαχαίρια για να ξεπλυθεί η ατίμωση. Στο τέλος, οι δύο άντρες αλληλοσκοτώνονται μπροστά στα μάτια των νησιωτών, αλλά και της άμοιρης Θάλειας, η οποία σπαράζει από οδύνη μη μπορώντας να αντέξει τη συντριβή του πεπρωμένου της.

«Φαίδρα»

Η Μελίνα Μερκούρη πιο λαμπερή από ποτέ, στην ταινία «Φαίδρα» (Phaedra), που γυρίστηκε από τον Ιούλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1961 στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στην Αθήνα και στην Ύδρα και προβλήθηκε, για πρώτη φορά, στις 25 Μαΐου 1962 σημειώνοντας τεράστια επιτυχία. Το σενάριο της ταινίας ανήκει στη συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη και αποτελεί μια ανασκευή, για κινηματογραφική μεταφορά, του αρχαίου δράματος του «Ιππολύτου» του Ευριπίδη, δοσμένου μέσα από τη ζωή των μεγάλων εφοπλιστικών οικογενειών της Ελληνικής Ναυτιλίας. Η ταινία αποτελεί μια πολύτιμη καταγραφή του μοναδικού για τη λιτότητα και την ομορφιά του τοπίου της Ύδρας της δεκαετίας του ’50-60 και των ηθών της εποχής. Η σκηνοθεσία είναι του Jules Dassin, η φωτογραφία του Jacques Nateau, τα σκηνικά του Max Douy και τα κοστούμια της Ντένη Βαχλιώτη, με εξαίρεση ένα κοστούμι για την Μ. Μερκούρη από τον Christian Dior. Την αξέχαστη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Μίκης Θεοδωράκης. Το τραγούδι «Σε πότισα ροδόσταμο» σε στίχους Νίκου Γκάτσου καθώς και το βασικό θέμα της ταινίας «Αγάπη μου», έγιναν και παραμένουν μεγάλες επιτυχίες που χιλιοτραγουδήθηκαν παγκοσμίως και ερμηνεύτηκαν κατά καιρούς από πολλούς καλλιτέχνες. Στο φιλμ έπαιξαν οι: Μελίνα Μερκούρη, Anthony Perkins, Raf Vallone, Jules Dassin, Ανδρέας Φιλιππίδης, Νίκος Τζόγιας, Τζ. Καρούσος, Ζωρζ Σαρρή, Ολυμπία Παπαδούκα κ.ά.

Η ιστορία περιγράφει τη ζωή της Φαίδρας, μιας γυναίκας παντρεμένης με τον εφοπλιστή Θάνο, ο οποίος μετά την καθέλκυση του 60ού πλοίου του, που το ονόμασε «Φαίδρα», προς τιμήν της συζύγου του, την πιέζει να μεταβεί στο Λονδίνο και να πείσει τον Αλέξη, τον γιό του από τον πρώτο του γάμο, να εγκαταλείψει τη ζωγραφική και ν’ αφοσιωθεί στα οικονομικά. Η συνάντησή τους γεννά έντονη έλξη που καταλήγει σε έναν παθιασμένο έρωτα, όταν οι δύο τους θα μείνουν μόνοι στο Παρίσι. Η Φαίδρα αποφασίζει να γυρίσει στον Θάνο μολονότι, κατά βάθος, είναι κι εκείνη ερωτευμένη και ο Αλέξης την παρακαλά να μείνει μαζί του. Το καλοκαίρι ο Αλέξης έρχεται στην Ύδρα για διακοπές, βασανίζεται από ενοχές, αποφεύγει τη Φαίδρα και αρχίζει να φλερτάρει την Έρση. Ο Θάνος ονειρεύεται τον γάμο των δύο νέων, που θα φέρει και μια σημαντική ναυτιλιακή ένωση. Όταν η Φαίδρα μαθαίνει ότι ο γάμος έχει πια αποφασιστεί, λέει την αλήθεια στον Θάνο, την ώρα μάλιστα που εκείνος έχει μόλις μάθει για το ναυάγιο του «Φαίδρα». Οι εξελίξεις είναι μοιραίες και καταστροφικές για τους ήρωες: Ο Θάνος ξεσπά στον Αλέξη γρονθοκοπώντας τον άσχημα, ο Αλέξης φεύγει, η Φαίδρα τον παρακαλεί να την πάρει μαζί του, όμως ο Αλέξης σκοτώνεται τρέχοντας εκτός ελέγχου με το σπορ αμάξι του και η Φαίδρα παίρνει μια μεγάλη δόση υπνωτικών.

«Μια αιωνιότητα και μια μέρα» – Το γράμμα της Άννας

«Το γράμμα της Άννας» το έγραψε ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος για την ταινία του «Μια αιωνιότητα και μια μέρα». Η ταινία βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Κανών, το 1998. Στο στιγμιότυπο, η Isabelle Renauld και ο Bruno Ganz αρμενίζουν στ’ ανοιχτά, αγκαλιασμένοι, στην πλώρη της βάρκας τους. Ακούγονται οι ηθοποιοί Πέμυ Ζούνη και Πέτρος Φυσσούν. Η υπέροχη μουσική είναι της Ελένης Καραΐνδρου. Κατά τη γνώμη μας, μία από τις ωραιότερες στιγμές του παγκόσμιου κινηματογράφου…

«20 Σεπτεμβρίου 1966
Κοιμόσουν ακόμα όταν ξύπνησα. Σε κοίταξα δίπλα μου ν’ ανασαίνεις.
Ονειρευόσουν… Αλέξανδρε; Το χέρι σου κουνήθηκε λίγο σα να μ’ έψαχνε…τα βλέφαρά σου έπαιξαν κι έπειτα βυθίστηκες πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα ανάμεσα στα μάτια σου κύλησε και ταξίδεψε… Το μωρό από δίπλα μουρμούρισε ένα σιγανό παράπονο, μια πόρτα έτριξε. Βγήκα στην βεράντα… κι έκλαψα… (…)
Αχ, να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή να την καρφιτσώσω σαν πεταλούδα να μην φύγει. (…)
Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα που απλώνεται… λιπόθυμη. Το σπίτι μυρίζει ζεστό γάλα κι υγρό γιασεμί. Σου γράφω, σου μιλάω… Νιώθω ότι σ’ έχω πλησιάσει τόσο πολύ που μου αντιστέκεσαι.
Απειλώ τον κόσμο σου, Αλέξανδρε;
Κι όμως δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα. (…)
Τη νύχτα σε κοίταζα. Δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες. Φοβόμουν αυτό που μπορούσες να σκέφτεσαι. Φοβόμουν ότι είχα μπει μες στη σιωπή σου. Κι άρχισα να δείχνω εύθραυστη με τον μόνο τρόπο που ξέρω, με το κορμί μου, γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια. Δεν είμαι παρά μια ερωτευμένη γυναίκα, Αλέξανδρε. (…)
Περπάτησα γυμνή στην άμμο. Φυσούσε… Ένα καράβι πέρασε. Αργούσες να ξυπνήσεις. Πάνω μου, η ζεστασιά σου ακόμα. Δεν τολμούσα να ονειρευτώ ότι μ’ ονειρεύεσαι. Αχ, Αλέξανδρε! Αν για μια στιγμή το πίστευα, θα διαλυόμουν σε μια κραυγή. (…)
Προσπαθώ να σε κλέψω ανάμεσα σε δυο βιβλία. Ζεις τη δικιά σου ζωή κοντά μας, σε μένα και την κόρη σου, αλλά όχι μαζί μας. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα φύγεις. Ο άνεμος φυσάει τα μάτια σου μακριά… Όμως, δώσε μου τούτη τη μέρα… Σα να ‘ναι η τελευταία μας. Δώσε μου τούτη τη μέρα. (…)
Πέρα μακριά στο πέλαγο. Το νησί σου ταξιδεύει. Ένα πουκάμισό σου ξεχασμένο ανεμίζει στο μπαλκόνι. Ω, εσύ προφυλαγμένε και μέσα στη σκιά ενός δωματίου, λεηλατημένο από τις φωνές της νύχτας. Σε κοιτάζω με κλειστά τα μάτια. Σ’ ακούω με τ’ αυτιά σφραγισμένα, χωρίς στόμα, σε παρακαλώ. (…)
Σου γράφω μπροστά στη θάλασσα. Ακόμα κι ακόμα… Σου γράφω, σου μιλάω. Όταν… Όταν ξαναγυρίσεις κάποτε σε τούτη τη μέρα, θυμήσου…
Την κοίταξα με όλα τα μάτια.
Τη χάιδεψα με όλα τα χέρια.
Στέκομαι δω και σε περιμένω τρέμοντας.
Δώσε μου τούτη τη μέρα …».

Τραγούδι

Αμέτρητα είναι τα τραγούδια του τόπου μας που αναφέρονται στο καράβι, στη θάλασσα και στους καημούς της, στην ξενιτιά, στα θαλασσινά ταξίδια, αλλά και στη ζωή των ναυτικών μας. Παραδοσιακά, λαϊκά, έντεχνα, παλαιά και νεώτερα, τα θαλασσινά τραγούδια έχουν πάντοτε τον τρόπο τους να μας ταξιδεύουν και να μιλούν στην καρδιά των Ελλήνων, όπως μοναδικά ξέρουν. Στη συνέχεια επιλέξαμε μερικά μόνο από τα πιο γνωστά και αγαπημένα τραγούδια μας, που μιλούν για τα καράβια και τη θάλασσα. Απολαύστε τα:

Πηγές:
– «Τα ξύλινα τείχη», σε: aegeanwoodenwalls.blogspot.com
– Διαμαντής Μπασαντής, «Η ψυχή των σπιτιών της Άνδρου», σε: enandro.gr
– artlessons.gr, mymovie-diary.blogspot.com, greek-movies.com, flix.gr

kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s