Το εντυπωσιακό αντικαθρέφτισμα της Δίκτης στα νερά του Οροπεδίου
Έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Μα εγώ θα κάνω τον καθρέφτη μου κομμάτια ξέρω ότι αυτό που κρύβει πίσω του είσαι εσύ Εσύ που ψάχνεις μες τα μαύρα σου τα μάτια να καθρεφτίσεις μόνο εμένα στη ζωή…
«Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού»
Μπήκαμε πια για τα καλά στο καλοκαίρι και η μεγάλη πρωταγωνίστρια των διακοπών, του ρεμβασμού, των ξένοιαστων ημερών και των ονειρεμένων ταξιδιών, η θάλασσα, είναι και πάλι εδώ! Αιώνια, αέναη, απέραντη, γαλάζια και διάφανη, δροσερή, παιχνιδιάρα, πλανεύτρα και ερωτική, με χίλιους τρόπους ντύνει στο χρώμα της και στους κυματισμούς της τις ωραιότερες στιγμές και αναμνήσεις μας από το καλοκαίρι! Ας την απολαύσουμε και φέτος μέσα από μικρές ή μεγαλύτερες αποδράσεις στην αγκαλιά της, στις ακρογιαλιές της, στην ανεμελιά της! Ας δούμε ακόμα πώς την αποτύπωσε ο λόγος των ποιητών και των στιχουργών μας, μέσα από μερικά πολυαγαπημένα τραγούδια που μιλούν για αυτή τη Ρήγισσα των διακοπών μας:
Αγία Μαρίνα, Αίγινα
Μυρτιά
Είχα μια θάλασσα στο νου κι ένα περβόλι, περιβόλι τ’ ουρανού. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Στα παραθύρια τα πλατιά χαμογελούσε μια μυρτιά. Κουράστηκα να περπατώ και τη ρωτώ και τη ρωτώ.
Πες μου, μυρτιά, να σε χαρώ Πού θα βρω χώμα, θα βρω χώμα και νερό να ξαναχτίσω μια φωλιά για της αγάπης τα πουλιά;
Στα παραθύρια τα πλατιά είδα και δάκρυσε η μυρτιά. Την ώρα π’ άνοιγα πανιά για την απάνω γειτονιά.
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ Γιά να σε κοιμηθῶ(3) παράνομα Καί να βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου Κομμάτια πέτρες τα λόγια τῶν Θεῶν Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου.(4)
(Οδυσσέας Ελύτης, «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά», εκδ. Ίκαρος 1971)
Λεξιλόγιο: (1) άψινθος: αρωματικό φυτό, (2) Και μετά την καταστροφή της Σμύρνης (1922) ο ελληνικός πολιτισμός επιβιώνει ως μνήμη και ως αίσθηση της ζωής. (3) «Να σε κοιμηθώ·» η έκφραση από τον Μακρυγιάννη: να ενωθώ ερωτικά μαζί σου. (4) Ηράκλειτος· ο περίφημος Εφέσιος φιλόσοφος (540-480).
Στη «Μικρή Πράσινη Θάλασσα», από τα πιο λεπτά και ευαίσθητα ποιήματα του Ελύτη, η Κόρη – Ποίηση οδηγεί τον ποιητή προς μία ερωτική βίωση της ελληνικής παράδοσης. Στο ποίημα αυτό είναι πολύ φανερή η θαλασσινή οντότητα της Κόρης, όπως η αντίστοιχη καταγωγή της ποίησης του Ελύτη. Επιθυμία του ποιητή είναι το μικρό κορίτσι να μαθητεύσει εκεί που έθαλλε το κάλλος και η σπιρτάδα της ιωνικής σκέψης που τόσο έχει ελκύσει τον Ελύτη. Η επανάληψη της τρυφερής επίκλησης οδηγεί την Κόρη στο μυστήριο του φωτός, κεντρικό θέμα στην ποίησή του, και στο πώς μπορεί να κατανοήσει τη μεταφυσική του ήλιου. Να μάθει να προσεγγίζει τον κόσμο με τις αισθήσεις (ακούσεις, κρατούν) και να δεθεί με την παράδοση, τόσο τη μακρινή όσο και τη χτεσινή, των γονιών του (στ. 13-14) κι ακόμη εκείνη της Ορθοδοξίας (στ. 15-16), αλλά και της ελληνικής φύσης (στ. 17-18). Στο τέλος του ποιήματος με μία αντιστροφή των πραγμάτων μαθητής γίνεται ο ποιητής, ο οποίος μέσα από τη μυητική διαδικασία του έρωτα θα μπορέσει να ψηλαφήσει και να μάθει τα όσα ελάχιστα έχουν φτάσει ως αυτόν» (πηγή: Στέφανος Διαλησμάς, «Η ποίηση και ο ποιητής στον Ελύτη», ΠΕΦ, Σεμινάριο 23, Οδυσσέας Ελύτης, Αθήνα, 1977, σ. 74-85, σε: ebooks.edu.gr).
Στύρα Ευβοίας
Εφάπαξ
Όλη μου τη ζωή, κρυβόμουνα γιατί το ‘θελα μα φοβόμουνα να φύγω. Κάποτε αγάπη έλεγα αυτή την ενοχή μα τώρα μ’ εκδικείται λίγο-λίγο.
Όλη μου τη ζωή μου ‘βγαινε η ψυχή κάτι να θυμηθώ, κάτι ν’ αρχίσω. Να ‘ναι καλοί οι φίλοι κι οι λογαριασμοί και να μη χρειαστεί να τα σκαλίσω, κάτι να θυμηθώ κάτι ν’ αρχίσω.
Μου ‘μάθαν να μισώ, ν’ αρκούμαι στο μισό να χάνω, να κερδίζω, να ποντάρω. Να παίρνω διαταγές, να σπάω επιταγές, σε κάθε ευκαιρία να κορνάρω.
Κύθηρα, Κυριακουλού
Να σφίγγω τα λουριά, με τόση μαστοριά, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι, να κλείνω τα παντζούρια και μόνη συντροφιά, να σφίγγω πιο πολύ το μαξιλάρι, να βρίσκω μία λύση στο ποδάρι.
Όλη μου τη ζωή, μια δεύτερη κρυφή, αγέννητη η ζωή μ’ ακολουθούσε. Δεν κοίταζε στα μάτια, δεν ήταν φορτική, δε μίλαγε μα όλα τα ζητούσε, μια θάλασσα μικρή μ’ ακολουθούσε.
Θάλασσα, θάλασσα τους θαλασσινούς θαλασσάκι μου Μην τους θαλασσοδέρνεις, θαλασσάκι μου και φέρε το πουλάκι μου.
Ροδόσταμο, ροδόσταμο να γίνεσαι θαλασσάκι μου Τη ρότα τους να ραίνεις θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
Ύδρα
Θάλασσα, θάλασσα που τον έπνιξες ωχ αμάν αμάν Της κοπελιάς τον άντρα θαλασσάκι μου ναι συ ‘σαι το μεράκι μου.
Κι η κοπελιά κι η κοπελιά είναι μικρή ωχ αμάν αμάν Και δεν της παν τα μαύρα θαλασσάκι μου φύσα μαϊστραλάκι μου.
Θάλασσα θαλασσώνουμαι για σένα ξημερώνουμαι. Θάλασσα κι αλμυρό νερό να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
(Παραδοσιακό Μυκόνου, Ερμηνεία: Αιμιλία Χατζηδάκη, Πλάνα από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Το κορίτσι με τα μαύρα», με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν)
Λουτράκι Κορινθίας
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή
Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Πού θα με βγάλεις το πρωί σε ποια στεριά μου ξένη. Αχ θάλασσά μου σκοτεινή, θάλασσα αγριεμένη.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω. Τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
Πούντα Αιγιαλείας (φωτ. Στέλιος Δρόσης)
Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Αχ θάλασσά μου εσύ βαθιά που κρύβεις το νησί μου Μέσα στα μαύρα σου νερά κομμάτια η ζωή μου.
Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω τι να τα κάνω τώρα πια απόψε που σε χάνω.
(Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Νίκος Πορτοκάλογλου)
Χίος, Βολισσός
Fata Morgana
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Ο χριστιανός άγιος του έρωτα που γιορτάζεται στα Ανώγεια
«Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει τα μεσημέρια παίρνει την Κρήτη στα φτερά, τον έρωτα στα χέρια Κατηφορίζει το βουνό, το μονοπάτι παίρνει κι ο ήλιος μόλις τον κοιτά χαμογελά και γέρνει Ο Άγιος Υάκινθος ανοίγει παραθύρια, σμίγει τα στήθια, τα κορμιά και χτίζει τα γιοφύρια Ν’ αγαπηθούν οι άνθρωποι, να ομορφύνει ο κόσμος, ν’ ανθίσει ο βασιλικός, η ρίγανη κι ο δυόσμος!»
«Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες», λέει ο ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης. Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης, αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης, Φουσκομηνάς, Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες, που ίσχυαν τον Ιούλιο, για κάθε τόπο.
«Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ’ άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά».
«Ακόμα μια φορά μέσα στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλη σου. Ακόμα μια φορά μέσα στις φυτικές αιώρες τ’ αρχαία σου όνειρα. Μια φορά μέσα στ’ αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται. Μέσα σ’ αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κόσμου Τα μυστικά του κόσμου»
Οδυσσέας Ελύτης, «Η συναυλία των Γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)
Μπήκαμε στον Ιούνιο! Καλώς ήρθες καλοκαίρι! Και όπως λέει και ο σοφός λαός: «Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές!». Ο Ιούνιος, ο λεγόμενος και «Θεριστής», είναι ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού, αν και όπως σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος («Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των») «ως προς τον χρόνο της ελεύσεως του θέρους οι κάτοικοι της υπαίθρου είναι δύσπιστοι. Ασφαλή και βεβαιαν θεωρούν την είσοδό του μόνο όταν ακούσουν το τραγούδι των τεττίγων», δηλαδή των τζιτζικιών, τα οποία:
Μία από τις πλουσιότερες περιοχές σε ολόκληρη τη γη ως προς την ποικιλία σε αγριολούλουδα είναι η Ελλάδα, που φέτος θα γιορτάσει την Πρωτομαγιά υπό ιδιαίτερες συνθήκες.
Ο Μάιος είναι ο πέμπτος μήνας του ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Αρχικά ήταν ο τρίτος μήνας του δεκάμηνου Ρωμαϊκού ημερολογίου (Majus) και πήρε το όνομά του, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, από τη θεότητα Μαία (λατινικά Μάγια), μητέρα του θεού Ερμή. Ήταν η θεά της γονιμότητας και ετιμάτο με θυσίες χοιριδίων στο βωμό της.
Ανθισμένη κουτσουπιά στον περίβολο της ιεράς μονής Παναγίας Μολυβδοσκέπαστης στην Κόνιτσα
Ετούτες οι μέρες κάθε χρόνο, είναι από τις ελάχιστες περιόδους που η φύση καταφέρνει να επικρατήσει ακόμα και στους πιο πολυσύχναστους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, χάρη στην παρουσία των πανέμορφων δέντρων της Κουτσουπιάς, που ολάνθιστα κατακλύζουν την πρωτεύουσα και πολλές ακόμα πόλεις της χώρα μας, αλλά και τις εξοχές μας. Είναι η εποχή που η φύση ντύνεται το μωβ του μοναδικού αυτού δέντρου που μεταμορφώνει σε πίνακες ζωγραφικής τους δρόμους, τις γειτονιές και τα τοπία μας.
«Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Οι λέξεις του Γιώργου Σεφέρη πετούν σαν χελιδόνια πάνω από το κεφάλι μας, γνώριμα και αγαπημένα -αλλά και παντοτινά ζητούμενα. Σε αυτά τα χρόνια του φόβου, της κόπωσης, του πάγου και των απανωτών αδιεξόδων, τα λόγια αυτά μπορεί ν’ ακούγονται απόκοσμα ή και σαρκαστικά.. Μπορεί, όμως, με την απόλυτη απλότητά τους, να είναι και σημαία ομορφιάς και αισιοδοξίας σε τούτη τη σκοτεινή και δύσκολη εποχή της απραξίας και της μεγάλης μελαγχολίας. «Λίγο ακόμα / θα ιδούμε τις αμυγδαλιές να ανθίζουν / τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο / τη θάλασσα να κυματίζει». Η χώρα μας είναι και η χαρά μας, και έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να τη χαρούμε. Αλλ’ αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση -να αγωνιστούμε για να φθάσουμε εκεί όπου μπορούμε να δούμε τι έχουμε: τη φύση, τον ρου της Ιστορίας και των εποχών. Για να δούμε, πρέπει να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα. Όταν δούμε, ίσως αλλάξουμε. Ίσως η προσπάθεια είναι αυτό που μας λείπει. Ίσως η έλλειψη προσπάθειας είναι αυτό που μας λυγίζει, μας γονατίζει…
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]