Στις 18 Ιανουαρίου 1953 η Ελένη Σκούρα άνοιξε την πόρτα της Βουλής στις γυναίκες. Η καθολική ψήφος για τις γυναίκες κατοχυρώθηκε το 1952, αλλά η πλήρης συμμετοχή τους στα κοινά ήρθε με την πάροδο του χρόνου και μετά από μακροχρόνιους αγώνες.
Με τόνους νερό και τις μάνικες να δουλεύουν στο φουλ, τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Νοέμβρη 1973 η Χούντα των συνταγματαρχών επιχειρούσε άρον-άρον να σβήσει τα ίχνη της εισβολής του τανκ στον χώρο του Πολυτεχνείου και να διαγράψει τα εγκλήματά της από τη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού. 51 χρόνια μετά, σε καιρό «κατ’ επίφασιν δημοκρατίας» μέσα από μίαν άνευ προηγουμένου μεθοδική επιχείρηση συγκάλυψης της κυβερνητικής ευθύνης και αντίστοιχης αποσιώπησης και διαστρέβλωσης της αλήθειας, σβήνονται τα ίχνη της τραγωδίας των Τεμπών που συγκλονίζει ολόκληρη τη χώρα με 57 αθώα, κυρίως νεαρά θύματα, που χάθηκαν υπό φρικτές συνθήκες τις οποίες μια ολόκληρη κοινωνία ακόμα αναζητά. Το δυστύχημα στα Τέμπη είναι μια απτή όσο και τραγική απόδειξη ότι όλα τα κυρίαρχα συνθήματα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου για δημοκρατία, ελευθερία, δικαιοσύνη, ανεξαρτησία, ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, στήριξη της παιδείας και των ιδεωδών του λαού μας, παραμένουν προδομένα όσο ποτέ.
Ένα βιβλίο καταγράφει την εμπειρία της κράτησης στην ΕΣΑ στη Χούντα
«Θα σε φουντάρω, ρε, αφού δεν μιλάς. Κι έπειτα, σε εκατό χρόνια που θα’ ρθει ο κοινοβουλευτισμός, ας γίνεις πλατεΐτσα στην Κοκκινιά, για να πηδιούνται τα ζευγαράκια».
Η κατάλυση του Συντάγματος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη Χούντα των συνταγματαρχών
Μια εικόνα χίλιες λέξεις… Από τη στρατοκρατούμενη Αθήνα του Νοέμβρη του 1973
Η περίοδος 1967-1974 υπήρξε η πιο επώδυνη θεσμικά και συνταγματικά περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας και πρέπει να μας υπενθυμίζει πάντα την αξία της περιφρούρησης και της διαφύλαξης του θεμελιώδους νόμου της Πολιτείας. Το Σύνταγμα και η δημοκρατική αρχή, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ο δικαστικός έλεγχος, οι ατομικές ελευθερίες, η πολιτική ισότητα καθώς και κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμότητας παραβιάσθηκαν, καταλύθηκαν, καταστρατηγήθηκαν και αποστεώθηκαν από το καθεστώς που επιβλήθηκε στη χώρα μας από τη χούντα των συνταγματαρχών.
Το «άθλημα της πόλης», δηλαδή η υπεύθυνη και σοβαρή ενασχόληση με τα κοινά, έχει ανάγκη από ανθρώπους χαρισματικούς και αξιόπιστους. Ο Μέγας Φώτιος, η κορυφαία αυτή μορφή της Βυζαντινής Αναγέννησης, μας έχει υποδείξει, ήδη από τον Μάιο του 861 μ.Χ., όλους τους αναγκαίους κανόνες τη «χρηστής διοίκησης», καταδεικνύοντας μοναδικά και πώς οι θεμελιώδεις αρχές της αρχαιοελληνικής δημοκρατίας και του χριστιανισμού είχαν ενσωματωθεί στο Βυζαντινό πολίτευμα.
Είναι η μέρα, είναι οι απώλειες, είναι η περιρρέουσα οξύμωρη φτώχεια μέσα στην τόση ευμάρεια και τον «πολιτισμό», είναι κι αυτή η αγιάτρευτη, επίμονη εθνική μας μοναξιά …που φέρνουν και πάλι σήμερα στον νου τούτο το παλιό, χιλιοειπωμένο τραγούδι με την αγαπημένη, μοναδική φωνή του Γιώργου Νταλάρα. Σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς που ό,τι κατακτούσε ήταν καρπός συλλογικότητας, ξεσηκωμού και μαζικών κινητοποιήσεων, αλλά και γεμάτο παράπονο για όλα εκείνα που μας λείπουν και που πάντα είναι τόσο κοντά μας αλλά και τόσο ξένα από μας. Μπλέκεται με την αξέχαστη μελωδία και τους στίχους του Κουγιουμτζή ξανά στα χείλη και στην καρδιά μας μαζί με την ανάμνηση κείνης της μαγικής εποχής της μεταπολίτευσης που το γέννησε, της τόσα πολλά υποσχόμενης και τόσο προδομένης…
«Το περιβάλλον είναι ένας τομέας όπου μπορούμε να κάνουμε πολλά. Εκείνη την εποχή ένιωθες χρήσιμος πολεμώντας τη χούντα. Σήμερα μπορείς να νιώσεις χρήσιμος προωθώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα που συνδέονται με την ποιότητα ζωής. Αυτό είναι το Περιβάλλον»
Victor Jara (28 Σεπτεμβρίου 1932 – 16 Σεπτεμβρίου 1973)
Ο Βίκτορ Χάρα υπήρξε Χιλιανός ποιητής, τραγουδιστής, συνθέτης, θεατρικός σκηνοθέτης και συγγραφέας, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του μουσικού – πολιτικού κινήματος «Nueva Canción Chilena», που αποτέλεσε τη φωνή των φτωχών και των δημοκρατών στη Χιλή της δεκαετίας του 1960 και των αρχών του ’70. Με την επικράτηση του πραξικοπήματος του στρατηγού Πινοσέτ, στις 11 Σεπτέμβρη 1973, ο εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας, Σαλβαδόρ Αλιέντε ανετράπη, ενώ ο Χάρα συνελήφθη την επομένη του πραξικοπήματος, μεταφέρθηκε στο Στάδιο της Χιλής, μαζί με πολλούς ακόμα πολιτικούς κρατουμένους, και αφού υπέστη βασανιστήρια, δολοφονήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1973.
Πίστη (fides) – Ελπίδα (spes) – Αγάπη (caritas). Οι τρεις μεγάλες αξίες του Χριστιανισμού σε ένα θαυμάσιο βιτρό του Edwards Burne Jones στον Καθεδρικό ναό Σωτήρος Χριστού της Οξφόρδης
Ο φωτογράφος Γιόζεφ Κουντέλκα και ο φοιτητής Γιαν Πάλατς σφράγισαν με τις μορφές τους την Άνοιξη της Πράγας, ο πρώτος αποτυπώνοντας μοναδικά με τον φακό του τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν για την ένοπλη καταστολή της από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας στις 20 Αυγούστου 1968 και ο δεύτερος αυτοπυρπολούμενος, με τη θυσία του να γίνεται μια εμφαντική πράξη αντίστασης και διαμαρτυρίας για τη σοβιετική εισβολή και την ανελευθερία στην πατρίδα του
Αλέξανδρος Παπαναστασίου (Τρίπολη Αρκαδίας, 8 Ιουλίου 1876 – Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1936)
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπήρξε πολιτικός επιστήμονας, κοινωνιολόγος και ηγέτης του δημοκρατικού φιλελεύθερου χώρου, υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, το 1924 και το 1932, ο ιδρυτής του πολιτεύματος της Αβασίλευτης Δημοκρατίας στην Ελλάδα, τον Μάρτιο του 1924.
Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με τη ντοπολαλιά της περιοχής) της Νάξου, στις 9 Σεπτεμβρίου 1922. Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).
Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα κείτεται -δεκαοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε. Για να ‘χω εγώ πουλιά – φτερά στα χέρια μου και συ στο σπιτάκι σου μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Ξεκινώντας δίχως τουφέκι – σπαθί, μονάχα με τον ήλιο στο μέτωπο λάμπετε τόσο ψηλά που η ποίηση θα μείνει χρεώστης σας. Υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το ποίημα. Απλώνοντας το χέρι μου δε φτάνει ως εκεί που ωραία λουλούδια σε υψηλό λειμώνα τις μορφές σας λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου! Μπροστά σ’ αυτό το Ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
Εδώ ληξιαρχείο. Καταγραφή ονομάτων. Με τη σειρά ή ανάκατα. Άτσαλα. Εδώ σταθμός. Πάγκοι παλιοί, ξύλινοι. Στη σειρά, περιμένουν. Συγγενείς και φίλοι. Πιο πολύ, μένουν. Όχι περιμένουν. Μένουν. Απλά. Σαν να είναι μια σειρά από σπασμένα. Στα δύο. Στα οχτώ. Στα δεκάξι. Παλιά ενθύμια για να διαιωνίζεται η μνήμη. Και μια φωτογραφία με ήλιο.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]