Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά από το απέναντι σοκάκι Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει, όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι, όλα είναι σιωπή και φόβος Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.
Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου. Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη. Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής, Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη την περίεργη να το συμμαζέψει Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.
Οι φόβοι που με κυρίευαν άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού. Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε, οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν. Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.
Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη και όταν σε έβλεπα από μακριά μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου. Οι χτύποι της δυνάμωναν και όταν πια συναντιόμασταν τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη… Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου. Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ. Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!
Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…
Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα π.Χ. Το όνομα «Ηλίας» αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός».Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.
«Σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα- Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη· εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα, νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής· κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια: Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε, Νῆσός τις ἔστι …».
Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Κάθε χρόνο η γιορτή της Αγίας Μαρίνας, στην καρδιά του καλοκαιριού, τελείται πανηγυρικά στα ιερά προσκυνήματα που είναι αφιερωμένα στη χάρη Της σε ολόκληρη τη χώρα. Ξεχωριστή ομορφιά έχουν τα μικρά ξωκλήσια, σπαρμένα στην ελληνική ύπαιθρο, όπου η ευωδιά του θυμιάματος στην ιερή ακολουθία της Αγίας σμίγει μοναδικά με το μυρωμένο αγέρι και τη γαλήνη της εξοχής.
Η θαυματουργός ιερά εικόνα της Αγίας Μαρίνας στην Μονή της στην Άνδρο
Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστιανισμό. Όταν έγινε 15 ετών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος εκείνος από αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του. Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.
«Αντηρίδες και στοιβάδες από πέτρα, ριζωμένες μέσα στο λόφο, σαν δαχτυλίδια ή σπείρες μεγάλου απολιθωμένου κοχυλιού μαζεμένες γύρω από την ορχήστρα… Αυτό που γιορτάζανε άλλοτε πάνω σε αυτόν τον λείο και άπιαστο κύκλο, μάτι ορθάνοιχτο προς τον ουρανό με κόρη από πέτρα στη μέση του, την αρχαία θυμέλη -το βωμό του Διονύσου, δεν ήταν παράξενες και εξωτικές λατρείες, τελετές μαγείας ή μανίας, αλλ’ η συνειδητή παντρειά του τραγικού και της λογικής, η θελημένη ένωση πάθους και στοχασμού. Ολόκληρη η ελληνική τραγωδία, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη, αναφέρεται, τελείως αυθόρμητα, σε αυτό που κάνει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σαν να μην ήταν εκείνος σε αυτούς τους τρομακτικούς μύθους που φέρνουν απάνω τους την τιτάνια μνήμη των πραγμάτων. Για να λύσει έτσι ευκολότερα, αντιμετωπίζοντας ανοιχτά τη φρίκη, το αίνιγμα των επιθυμιών και των φόβων μας …».
Τρυγόνα· όνομα γυναικείο, λαοφιλές στους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας, όπως και το τραγούδι. «Η Τρυγόνα η κορώνα» χορεύεται κιόλας· οι κινήσεις μιμούνται τις κινήσεις της τρυγόνας, όταν κρύβεται σε θάμνους.
Παραδοσιακό τραγούδι του ανατολικού Αιγαίου. Ηχογραφήθηκε στην Αθήνα, το 1931, με ερμηνεία του Ευάγγελου Σωφρονίου. Εξαιρετική θεωρείται και η ερμηνεία του τραγουδιού από τον Αντώνη Ν. Παυλίδη. Σε στούντιο ηχογραφήθηκε το 1959. Κυκλοφόρησε στο δίσκο 45 στροφών «Τραγούδια από τα νησιά μας» (Fidelity, 1959) με επιμέλεια Δόμνας Σαμίου και επανακυκλοφόρησε στη συλλογή «Μουσικό οδοιπορικό 1959-1969» (Universal Music, 2008) με επιμέλεια Γιώργου Τσάμπρα.
Στίχοι:
Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι κάτω στο γιαλό κοντή, νεραντζούλα φουντωτή
Ένα όμορφο παραδοσιακό παιδικό τραγούδι του βορείου Αιγαίου, που κατέγραψε η Δόμνα Σαμίου στο Σκουτάρο της Λέσβου, από τη δεκάχρονη Φιλισία Βουρτζούμη και τη γιαγιά της, το 1975
Χώρα Νάξου – Αρχαιολογικό Μουσείο
Στίχοι:
Θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ, θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, καλέ στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα, στ’ άγιου Γιωργιού το δώμα.
Να κόψω δυο γαρίφαλα, να κάνω φροκαλίτσα να φροκαλώ τη θάλασσα, ν’ αράζουν τα καράβια.
Ένα καράβι άραξε στου βασιλιά την πόρτα, ο βασιλιάς δεν ήτανε μόν’ τρεις βασιλοπούλες.
H μια κεντάει τον ουρανό κι η άλλη το φεγγάρι κι απ’ όλες η μικρότερη κεντάει το μαντηλάκι.
Kέντα το κόρη, κέντα το, του ’ρβωνιασ’τκού σ’ μαντήλι να βάλεις μέσα ζάχαρη και κόκκινη μαστίχα.
Να το πηγαίνεις στο σχολειό κι απ’ το σχολειό στο σπίτι.
Kι αν δεν είν’ πόρτα ανοιχτή, ρίχτ’ απ’ το παραθύρι, να βγει ο γαμπρός με τ’ άρματα κι η νύφη με τ’ς αλ’σίδες.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]