Όταν ο στρατός κατοχής έμπαινε στην πρωτεύουσα, τον Απρίλη του 1941, είχε πια συμπληρωθεί το έργο της απόκρυψης των αρχαίων θησαυρών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ). Έξι ολόκληρους μήνες, όσο κράτησε το Αλβανικό έπος, χρειάσθηκαν για να φυλαχθούν τα αρχαία μας που για την τύχη τους τόσο ανησύχησε ο λαός μας, στο άκουσμα του πολέμου. Η όψη του μουσείου τον Απρίλη του 1941, γυμνωμένου από όλο το περιεχόμενό του, ήταν μια εικόνα ερήμωσης. Οι τοίχοι γυμνοί, τα δάπεδα πολλών αιθουσών σκαμμένα για να ταφούν μερικά αγάλματα, οι προθήκες άδειες… Μιλώ για το παλαιό κτήριο του Ziller· η νέα πτέρυγα της οδού Μπουμπουλίνας μόλις είχε παραδοθεί.
Οι άδειοι χώροι του παλαιού κτηρίου έγιναν σύντομα πολύτιμοι με την κατάληψη πολλών υπηρεσιών από τις δυνάμεις της κατοχής. Όλες οι υπηρεσίες του Κεντρικού Ταχυδρομείου μεταφέρθηκαν στις αίθουσες του Μουσείου δεξιά από τα προπύλαια και εκεί έμειναν ως το τέλος του πολέμου. Στο μεγάλο κεντρικό τμήμα του, εκεί που ήταν η Μυκηναϊκή και Αιγυπτιακή αίθουσα, στεγάστηκε η Κρατική Ορχήστρα. Σε μια αίθουσα της μεσημβρινής πλευράς προς την οδό Τοσίτσα, απομονωμένη με τοίχο από τις άλλες του Ταχυδρομείου, φυλάχτηκαν κιβώτια με αρχαία της αιγυπτιακής συλλογής και άλλα.
Στη δυτική πλευρά, αριστερά από τα προπύλαια, καθώς και σε όλη τη βορεινή, τάφηκαν ένα πλήθος αρχαία, πρώτος ο κολοσσιαίος κούρος του Σουνίου, όσα δεν μεταφέρθηκαν στα υπόγεια. Πώς έγινε αυτό, θα το εξηγήσω αμέσως. Τα πατώματα του Μουσείου με τα ωραία μωσαϊκά του 19ου αι. ήσαν στρωμένα πάνω σε επίχωση. Αυτή η επιχωμάτωση ύψους αρκετών μέτρων αποτελούσε το μόνο στερεό βάθρο του κτηρίου, που το συγκρατούσαν οι εξωτερικοί τοίχοι. Καθιζήσεις γίνονταν παροδικά στις παρυφές δύο αιθουσών και για την εξασφάλιση των μεγαλυτέρων αγαλμάτων είχαν σφηνωθή στα μέλη τους βαριά σίδερα.
Καθώς λοιπόν το παλαιό κτήριο δεν είχε υπόγεια αλλά μόνο χώμα, σωτήρια για τη φύλαξη των αρχαίων στάθηκαν τα υπόγεια κυρίως της νέας πτέρυγας (ισόγεια από την εσωτερική αυλή) προς την οδό Ηρακλείου και Μπουμπουλίνας. Εκεί, έξι ολόκληρους μήνες, συγκεντρώνονται τα γλυπτά, τα χάλκινα και τα πήλινα (αγγεία και ειδώλια). Πολύ πρωί, πριν να δύση η σελήνη, συγκεντρώνονταν στο Μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη, νύκτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους.
Η φύλαξη των γλυπτών έγινε ανάλογα με τη σημασία του καθενός, μέσα σε κάθε κιβώτιο ή πάνω στο χώμα. Αρκετά σπουδαία αγάλματα μεταφέρθηκαν σε φυσικά κρησφύγετα της Αθήνας για να αποφευχθεί η συγκέντρωση σε έναν τόπο. Τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα σκεπάστηκαν, πριν ταφούν, με μαύρα πισσόχαρτα, με πίσσα αλείφτηκαν μέσα και έξω οι κάσσες, μια αναγκαία προφύλαξη από την υγρασία. Όλο το πλήθος των μικρών χαλκίνων φωτογραφήθηκε πριν από τον εγκιβωτισμό τους. Αυτά γίνονταν κάτω στα υπόγεια, ενώ ψηλά, στο παλαιό κτήριο, ο παλαίμαχος μακαρίτης γλύπτης Ανδρέας Παναγιωτάκης εφρόντιζε για το κατέβασμα κολοσσικών αγαλμάτων σε βαθείς λάκκους.
Ο τότε Έφορος των γλυπτών Γιάννης Μηλιάδης κατεύθυνε και ρύθμιζε την εργασία αυτή. Αλλά προβλήματα παρουσίασαν οι πολλές χιλιάδες της Συλλογής αγγείων και μικροτεχνημάτων και δεν θα ήταν δυνατόν το περιτύλιγμα τόσου πλήθους μικρών αντικειμένων χωρίς την αυθόρμητη βοήθεια και λίγων ξένων αρχαιολόγων. Το όνομα του μακαρίτη Otto Walter, Διευθυντού του Αυστριακού Ινστιτούτου, αξίζει να μνημονευθή με ξεχωριστή ευγνωμοσύνη, όπως και του Άγγλου Allan Wace, για τη συμπαράστασή τους στη φύλαξη των αρχαίων της Μυκηναϊκής Συλλογής.
Σε όλη την εργασία του ξεριζώματος και του εγκιβωτισμού των αρχαίων της συλλογής, αγγείων και μικροτεχνημάτων, πρωτοστατούσε ο μακαρίτης αρχιτεχνίτης Γεώργιος Κοντογιώργης, ένας από τους τεχνίτες του Μουσείου που τόσα πρόσφεραν και προσφέρουν στην ανάδειξη και την ασφάλεια των αρχαίων. Ξεχωριστή μέριμνα δόθηκε στη συγκέντρωση και τον εγκιβωτισμό των πολυτίμων αντικειμένων της συλλογής, χρυσών, δακτυλιολίθων κ.ά. Αφού κλείστηκαν σε κάσσες, σφραγίσθηκαν και στάλθηκαν μαζί με τις κάσσες των πολυτίμων της Μυκηναϊκής Συλλογής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στα βαθειά υπόγειά της φυλάχθηκαν όλοι οι θησαυροί αυτοί στα χρόνια του πολέμου και ύστερα, έως ότου τελείωσαν οι κτηριακές εργασίες.
Επιτροπές από άλλους ανωτάτους υπαλλήλους παραλάμβαναν από τους υπευθύνους του Μουσείου τα αρχαία πριν εγκιβωτιστούν. Η αρίθμηση των κιβωτίων γινόταν με προσοχή, πρωτόκολλα σχηματίζονταν. Για το ενδεχόμενο βομβαρδισμού του Μουσείου, όλα τα υπόγεια όπου αποτέθηκαν τα γλυπτά, τα μικροτεχνήματα και τα χάλκινα σκεπάστηκαν έως ψηλά με ένα παχύ στρώμα στεγνής άμμου, ενώ εξωτερικά όλα τα παράθυρα εκρύφθηκαν με απανωτούς σάκκους άμμου.
Όσες γωνιές του Μουσείου απόμειναν ελεύθερες χρησιμοποιήθηκαν σιγά – σιγά για διαφόρους σκοπούς. … Για τα γραφεία των υπαλλήλων του Μουσείου έμεινε μόνο το πρώτο πάτωμα της νέας πτέρυγας, προς την οδό Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας. Εκεί συγκεντρώθηκε και η άχρηστη πια σκευή του, το πλήθος των άδειων προθηκών, αλλά και τα κιβώτια με το περιεχόμενο ενός άλλου Μουσείου, του Εθνολογικού Μουσείου του Αγώνα. … Αρκετοί πίνακες της Εθνικής Πινακοθήκης, μικροί και μεγαλύτεροι, καθώς και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ασφαλίστηκαν στους φιλόξενους χώρους του Εθνικού Μουσείου. …
Η σημαντικότερη ζημία έγινε στο παλαιό κτήριο τις ημέρες του Δεκεμβριανού εφιάλτη. Βόμβες έπεσαν στη στέγη που ήταν όλη ξύλινη, δεν έφθασαν όμως έως τα αρχαία μάρμαρα τα θαμμένα βαθειά στο χώμα. Μια τελευταία περιπέτεια δεν κράτησε ευτυχώς πολύ. Όταν το Υπουργείο Προνοίας έφυγε από το επάνω πάτωμα της νέας πτέρυγας, χρησίμευσε όλο τούτο, ύστερα από τα Δεκεμβριανά, για φυλακές των κρατουμένων. Διάλυση, χάος, ερήμωση του σεβαστού κτηρίου, αβάσταχτο κρύο στους χειμώνες της πείνας, η ανία του ατέλειωτου καλοκαιριού, δεν ήταν ωστόσο αρκετά για να διώξουν την πίστη τη ριζωμένη βαθειά, ούτε να κλονίσουν τη συναίσθηση της υποχρέωσης να φρουρηθούν τ’ αρχαία μας από την ανθρώπινη μανία της καταστροφής. Αντίθετα, τόνωναν τον ενθουσιασμό των υπευθύνων και όταν τελείωσαν τα δεινά, άναψε η θέρμη για τον ξαναγεννημό του Εθνικού Μουσείου.
* Αποσπάσματα από κείμενο της αρχαιολόγου Σέμνης Καρούζου, που είχε δημοσιευτεί στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Αθήνα, 30 Μαρτίου – 3 Απριλίου 1967).
Η Σέμνη Καρούζου, το γένος Παπασπυρίδη, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964). Η γεννηθείσα το 1897 Καρούζου υπήρξε σύζυγος του διακεκριμένου αρχαιολόγου και ακαδημαϊκού Χρήστου Καρούζου, διευθυντή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (ΕΑΜ) από το 1942 έως το 1964. Η Καρούζου, αφού εργάστηκε αρχικά ως επιμελήτρια αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, διετέλεσε έφορος της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνίας του ΕΑΜ από το 1933 έως το 1964.
«Δυστυχώς ήλθε ο πόλεμος και οι Έλληνες αρχαιολόγοι υπέστησαν τη σκληρή δοκιμασία να ξηλώσουν οι ίδιοι με τα χέρια τους τα Μουσεία μας δια να κρύψουν και διαφυλάξουν τα αρχαία από τους κινδύνους του πολέμου»
Ένα συγκλονιστικό βίντεο ντοκουμέντο για την επιχείρηση κατάχωσης των αρχαίων αγαλμάτων και θησαυρών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου σε υπόγειους και πλαϊνούς χώρους του κτηρίου από τους υπαλλήλους του, τον Δεκέμβρη του 1940, προκειμένου να σωθούν από τη λεηλασία, τη βαρβαρότητα και τους βομβαρδισμούς του πολέμου που ξεκινούσε… Τα αρχαία, αφού καταχώθηκαν με κάθε προφύλαξη και προσοχή, καταγράφηκαν σε λεπτομερείς καταλόγους που τηρούσαν οι άνθρωποι του μουσείου και έμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής σκεπασμένα με τόνους χώμα και άμμο, προκειμένου να κρυφτούν από τον εχθρό και να αντέξουν σε πιθανούς κραδασμούς από βομβαρδισμούς και επιθέσεις. Όταν οι Ναζί μπήκαν στην Αθήνα βρήκαν το μουσείο άδειο. Το κτήριο επιτάχθηκε και κατέστη χώρος υπηρεσιών των Γερμανών. Στα υπόγεια και μέσα στους σκαμένους τοίχους του τα αρχαία αγάλματα αναπαύονταν προφυλαγμένα περιμένοντας -και αυτά- την ώρα της λευτεριάς!
Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα∙ πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια. Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.
Ξεχωριστή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας είναι όσοι έλαβαν μέρος στις Μεγάλες Οικουμενικές Συνόδους, στις οποίες, με την καθοδήγηση και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, καθόρισαν τα όρια της σωστικής ορθοδόξου πίστεώς μας. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Αχίλλειος, επίσκοπος Λαρίσης, ο οποίος είχε τη δική του συμβολή στις εργασίες της Αγίας Α’ Οικουμενικής Συνόδου.
Φορητή εικόνα του πρωτομάρτυρος της Χίου Αγίου Ισιδώρου του 19ου αιώνος από τον ομώνυμο Ιερό Ναό Αγίου Ισιδώρου Πετροκοκκίνων Κάμπου Χίου
Το Νεχώρι είναι ένα μαστιχοχώρι λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Χίου. Εκεί, κατά την παράδοση, άφησε την τελευταία του πνοή, μετά από σκληρά βασανιστήρια, ο Άγιος Ισίδωρος, το έτος 250 μ.Χ. Ήταν τότε αυτοκράτορας του ρωμαϊκού κράτους ο Δέκιος. Ο Ισίδωρος, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από Χιώτη πατέρα ειδωλολάτρη, ήταν ναύτης μιας μοίρας του στόλου των Ρωμαίων, που αγκυροβόλησε εκείνον τον χρόνο στο νησί της Χίου. Εκεί καταγγέλθηκε στον ναύαρχο του στόλου Νουμέριο, ότι ο ναύτης Ισίδωρος ήταν Χριστιανός. Είχε μάλιστα επαφές με την υπάρχουσα στη Χίο χριστιανική κοινότητα.
Ας πάμε εμπρός Τα πρωινά κελεύσματα των τοξοτών καταλαμβάνουν το κέντρον της καρδιάς μας Σπόρος ο λόγος των ποιητών Και το τριφύλλι των παιδιών στο στήθος των μανάδων χαρμόσυνον σαν άφιξις λευκών ιστιοφόρων
Μια σύμβαση η ομορφιά, μια παραδοξότητα την οποία προσκυνούμε όλοι. Το Αστερόπαιδο, όσο ήταν ένας άγγελος ομορφιάς, είχε έναν τραγικά κακό χαρακτήρα. Όταν το προπέτασμα της ισχύος αυτής καταρρέει, καθώς συνειδητοποιεί ότι είναι γέννημα μιας ρακένδυτης και άσχημης ζητιάνας, η εξωτερική του ομορφιά χάνεται και ο κόσμος του συντρίβεται μέσα σε λίγα λεπτά. Και τότε ξεκινά το απείρως ομορφότερο εσωτερικό ταξίδι της αληθινής, της πνευματικής και ηθικής του αναγέννησης. Μια ιστορία που ξεφεύγει από το συμβατικό, ξεκάθαρο τέλος. Που συντρίβει τον ήρωά της, προκειμένου στο τέλος να τον εξαγνίσει. Που σε βάζει σε σκέψεις για το δράμα και το μυστήριο της ύπαρξης, το θαύμα της ομορφιάς, το βάθος της μητρικής αγάπης, τη μετάνοια, τη συγνώμη, την απώλεια, τη συνείδηση…
Με Νίκο Γκάτσο («Δροσουλίτες») κλείσαμε τόσο προχθές αλλά και χθες -Κυριακή πρωί («Αμοργός»), ετούτη εδώ τη στήλη και με Νίκο Γκάτσο συνεχίζουμε και σήμερα και ..καλή μας εβδομάδα! Το υπουργείο της παιδείας επέλεξε το πλέον λυρικό δίδυμο της μεταπολεμικής Ελλάδας «Νίκο Γκάτσο & Μάνο Χατζιδάκι» για το φετινό θέμα των Πανελληνίων εξετάσεων στο μάθημα της Έκθεσης. Ήταν μια επιλογή που μας ξάφνιασε, πρωί-πρωί, ποιητικά και ευχάριστα! Ευχόμαστε πως δεν πρόκειται για απλό «πυροτέχνημα» αλλά ολόκληρη η παιδεία μας να κατακλυστεί από τους Έλληνες Ποιητές και τους μεγάλους μας Λογοτέχνες, καθώς τα σχολικά εγχειρίδια των τελευταίων ετών έχουν καταστεί «κρανίου τόπος», όσον αφορά την τεράστια λογοτεχνική μας παράδοση και όσα έχει να δώσει. Ευχόμαστε ακόμα ολόκληρη η σχολική χρονιά να είναι στο εξής μια -επί της ουσίας- μέθεξη στο έργο και στην ανεκτίμητη προσφορά των Ελλήνων λογοτεχνών στο χώρο του πνεύματος και να μη ζητείται από τα παιδιά μόνο την ώρα των Πανελληνίων να καταγράψουν λίγες φτωχές και μηχανικά «τακτοποιημένες» σκέψεις -προσαρμοσμένες στις ανάγκες των συγκεκριμένων εξετάσεων, γι’ αυτούς τους αληθινά μεγάλους της πατρίδας μας που «μάτωσαν πάνω από τα γραπτά και τα χαρτιά τους», όπως θα έλεγε ο Ελύτης μας!
Το τραγούδι «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά», σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ήταν το εναρκτήριο στον ομότιτλο δίσκο, που κυκλοφόρησε και το θυμόμαστε από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ο «Σείριος» ξεκινούσε το μεσουράνημά του στον μουσικό ουρανό της πατρίδας μας γεμάτος από την αδαμάντινη λάμψη πολυαγαπημένων μουσικών δημιουργών που «έγραφαν στίχους κι -ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί- κεντούσαν με συνθήματα τους τοίχους». Την ίδια εποχή, η μεταπολιτευτική Ελλάδα εισερχόταν στη δεκαετία του ’90 που έκοβε τις γέφυρες με την παράδοση και υποκλινόταν στην κυριαρχία των τεχνοκρατών και των οικονομικών δεικτών που γιγαντώθηκαν στη διάρκειά της και έκτοτε καθορίζουν σταθερά τη ζωή μας με ό,τι έχουμε δει και βιώσει να σημαίνει αυτό. Όμως στον «Σείριο» υπάρχουνε ακόμη παιδιά να μας θυμίζουν την αληθινή μας φύση, και -ευτυχώς για μας- επιμένουν να ντύνουν με τους αιώνιους στίχους και τις μελωδίες τους την κάθε μέρα μας και να μας αποκοιμίζουν γλυκά το βράδυ. Εξαρτάται με ποιους επιλέγεις να είσαι και να παραμένεις σε πείσμα των καιρών.
Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά
Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά ποτέ δε βάλαν έγνοια στην καρδιά δεν είδανε πολέμους και θανάτους και πάνω απ’ τη γαλάζια τους ποδιά φοράν τις Κυριακές τα γιορτινά τους.
Τις νύχτες που κοιτάν τον ουρανό ένα άστρο σαν φτερό θαλασσινό παράξενα παιδεύει το μυαλό τους τους φαίνεται καράβι μακρινό και πάνε και ρωτάν το δάσκαλό τους.
Αυτή τους λέει παιδιά μου είναι η γη του σύμπαντος αρρώστια και πληγή εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους.
Στο Σείριο δακρύσαν τα παιδιά και βάλαν από κείνη τη βραδιά μιαν έγνοια στη μικρούλα τους καρδιά.
Ο Σείριος είναι το πιο λαμπρό αστέρι στον νυχτερινό ουρανό, σε απόσταση περίπου 8,6 έτη φωτός από τη Γη. Στην ελληνική Μυθολογία, ο Σείριος συνδέεται στενά με τον αστερισμό του Ωρίωνα, στου οποίου τις φτέρνες είναι ξαπλωμένος. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Ωρίωνας επέσυρε την οργή της θεάς Αρτέμιδας, όταν καυχήθηκε πως είχε σκοτώσει όλα τα άγρια θηρία στην Κρήτη. Τότε η Άρτεμις έβγαλε έναν σκορπιό από τη γη και με αυτόν σκότωσε και τον Ωρίωνα και τον σκύλο του, τον Σείριο, που μεταφέρθηκαν αμέσως στους ουρανούς. Έκτοτε, οι αστερισμοί του Ωρίωνα και του Σκορπιού έχουν πάντα θέσεις διαμετρικά αντίθετες στο στερέωμα, για να μη μπορέσουν ποτέ ξανά να συναντηθούν.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δημιούργησε, το 1985, στην Αθήνα, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» με σκοπό την ανάδειξη καλλιτεχνών και μουσικών δημιουργιών επί τη βάσει μη εμπορικών κριτηρίων. Παράλληλα παρουσίαζε επιλεγμένα μουσικά έργα και καλλιτέχνες στη μπουάτ «Σείριος» (Ζουμ) στην Πλάκα. Στον δίσκο «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά» (1988) περιλαμβάνονται συνολικά τριάντα τρία (33) τραγούδια: Γιώργος Νταλάρας, «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά» / Έλλη Πασπαλά, «Συνέβη στην Αθήνα» / Έλλη Πασπαλά, «Υμηττός» / Νίκος Ξυδάκης, «Σου-Μι-Τζού» / Νίκος Ξυδάκης, «Το φίλημα» / Ρος Νταίηλυ, «Αράβικο Σαζ Σεμάι» / Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, «Κορίτσια της Συγνώμης» / Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, «Νύχτωσε Νύχτα» / Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Έφυγες νωρίς» / Ελευθερία Αρβανιτάκη, «Σαν βασιλιάς» / Χάνομαι γιατί ρεμβάζω, «Je Reviens Toujours» / Δήμητρα Γαλάνη, «Dedication» / Νίκος Παπάζογλου, «Αύγουστος» / Νίκος Παπάζογλου, «Ραγίζει απόψε» / Αφροδίτη Μάνου, «Ο βασιλιάς κι’ εγώ» / Αφροδίτη Μάνου, «Η νύχτα» / Ανδρέας Καρακότας, «Κάποια μάννα αναστενάζει» / Βασίλης Λέκκας, «Τριαντάφυλλο» / Βασίλης Λέκκας, «Αρθούρε Ρεμπώ» / Μελίνα Τανάγρη, «Άσε με ‘δω» / Μελίνα Τανάγρη, «Θανατηφόρος πυρετός» / Φατμέ, «Πέστο κι’ έγινε» / Φατμέ, «Υπάρχει λόγος» / Αλίκη Καγιαλόγλου, «Amado mio» / Αλίκη Καγιαλόγλου, «Balada para un loco» / Ηλίας Λιούγκος, «Μαννούλα μου» / Ηλίας Λιούγκος, «Ξημερώνει» / Λουδοβίκος των Ανωγείων, «Η εύμορφη βοσκοπούλα» / Νένα Βενετσάνου, «Πρωινό τσιγάρο» / Νένα Βενετσάνου, «Το μήλο» / Δυνάμεις του Αιγαίου, «Το παιδί που περιμένει» / Δυνάμεις του Αιγαίου, «Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα» / Θέμις Μαρσέλλου, «Το τραγούδι της στειρότητας».
Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοε. 1911 – 18 Μαρτίου 1996)
Ειδικά για τον Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο τον συνέδεε βαθιά φιλία, ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει στο κεφάλαιο «Το Χρονικό μιας δεκαετίας» από το έργο του «Ανοιχτά Χαρτιά» (εκδ. Ίκαρος, 1987, σελ. 365-367, 395, 399):
«Κι όμως, να που μια μέρα, ένα βράδυ μάλλον, εκεί που χάζευα έξω από τα ζαχαροπλαστεία των Χαυτείων, μου έπεσε από τον ουρανό ένας απροσδόκητος ομοϊδεάτης … Ήταν ο ποιητής Νίκος Γκάτσος. Δεν μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή ποιος μας σύστησε· ούτε αν είχα ποτέ μου ακούσει το όνομά του. Ψηλός, λιγνός, μελαχρινός, με μάτια μεγάλα που έμελλαν, στις δεκαετίες που ακολούθησαν να κάψουν πολλές καρδιές, όμως πάντα λίγο ερεθισμένα σαν από μια μόνιμη αϋπνία, έστεκε εκεί καταμεσής στο πλήθος, ελαφρά σκυφτός από φυσικού του, κάτω από μια μακριά μπεζ καμπαρντίνα με ανασηκωμένο το γιακά, σφίγγοντας κάτω από τη μασχάλη του ένα μάτσο ξένα κινηματογραφικά περιοδικά, γαλλικά κι αμερικάνικα τα περισσότερα. Κάπνιζε αδιάκοπα ενώ άκουγε αυτά που του έλεγα μ’ ένα ύφος αποσπασμένο, που δεν μπορούσα να καταλάβω εάν σήμαινε υπεροψία ή αδιαφορία μόνο.
Ο Οδυσσέας Ελύτης με τον Νίκο Γκάτσο
Ώσπου να φθάσουμε στη στάση Αγγελοπούλου -και είχαμε πάρει το δρόμο με τα πόδια ως εκεί, μια που κι εκείνος, όπως μου είπε, καθότανε στην Κυψέλη- με είχε κοσκινίσει κάνοντας αντεπίθεση, βάζοντας μεθοδικά ερωτήσεις, ανιχνεύοντας τις γνώμες μου και τις προτιμήσεις μου, αναφέροντας απίθανες λεπτομέρειες από ελάχιστα γνωστά κείμενα που, παρ’ όλα αυτά, στάθηκε αδύνατον να μ’ αιφνιδιάσουν, απεναντίας με κούρδιζαν, μ’ έβαζαν να του ανταποδίδω κι εγώ με τη σειρά μου τα ίδια. Το παιχνίδι αυτό βάσταξε ώσπου αράξαμε σ’ ένα μικρό καφενείο και πιάσαμε σε χείλη μας τα Μανιφέστα του Breton. Δόξα να ΄χει ο Θεός, ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στο νόημα. Ήταν ο δεύτερος μετά τον Εμπειρίκο. Κι ίσαμε σήμερα που γράφω, και που έχουνε περάσει τρεις δεκαετίες σχεδόν, είναι ένας από του πέντε ή έξι σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (μαζί με το Νικήτα Ράντο, το Νίκο Εγγονόπουλο και το Νάνο Βαλαωρίτη) που αποδειχτήκανε κάτοχοι πραγματικοί του μυστικού. Θέλω να πω: της γοητείας, του θαύματος, και όχι των γνώσεων που σήμερα διδάσκονται στα Πανεπιστήμια και βρίσκονται σ’ όλες τις Εγκυκλοπαίδειες.
Ο Νίκος Γκάτσος “είχε ακούσει τη φωνή”. Ενδιαφερότανε για το τυχαίο και την πιθανή αλλ’ ασύλληπτη νομοτέλειά του, όχι μόνο στην ποίηση, αλλά το ίδιο και στη ζωή, στον έρωτα, στο παιχνίδι, στα καθημερινά γεγονότα. Τον τραβούσε η άπειρη συνδυαστική της φαντασίας. Βρισκότανε πέραν από τις προκαταλήψεις, κι ας είχε δημιουργήσει άλλες δικές του, προσωπικές. Πολύ φυσικό να γίνουμε γρήγορα φίλοι. Ανταλλάξαμε βιβλία, ποιήματα, μυστικά. Μαζί, αργότερα, ιδρύσαμε το πρώτο φιλολογικό καφενείο της γενιάς μας, το “Ηραίον”, στη διασταύρωση των οδών Αγίου Μελετίου και Πατησίων, που το ενισχύσανε αμέσως ο Καραντώνης, ο Σαραντάρης και η πολυθρύλητη παρέα τους. Στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, όταν το “Ηραίον” έκλεινε, ολόκληρο εκείνο το μπουλούκι ξεχυνότανε στην παρθένα τότε ακόμα λεωφόρο Φωκίωνος Νέγρη κι άρχιζε τις ατέλειωτες συζητήσεις κάτω από τους ευκαλύπτους, συχνά ως τις τρεις και τέσσερις το πρωί. Η Jeune Parque, τα Τραγούδια του Mardolor, η Έρημη Χώρα, ηχούσανε μαζί με τα υπόγεια νερά του υδραγωγείου ενώ οι αστυφύλακες της 4ης Αυγούστου μας παρακολουθούσανε με βλοσυρό και καχύποπτο μάτι…
Στο Πανεπιστήμιο, προσκαλεσμένοι, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Νίκος Γκάτσος κι εγώ, παρακολουθούσαμε ατέλειωτες συζητήσεις των φοιτητών γύρω από το θέμα (ενν. το έργο και την προσωπικότητα του ποιητή Ανδρέα Κάλβου και την επιρροή του στη γενιά του ποιητή). Το μικρό αμφιθέατρο, σα να το βλέπω ακόμα, έλαμπε από τα φωτισμένα πρόσωπα, οι διάδρομοι, τα σκαλοπάτια ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Μια νεολαία χωρίς πικάπ, χωρίς τρανζίστορς, χωρίς ντίβες του κινηματογράφου, ανακάλυπτε ξαφνικά πως δεν είναι η στέρηση της ευμάρειας που κάνει τη δυστυχία μας τόσο αποτρόπαιη. Κι έτρεχε με τρύπιο παπούτσι, που δεν την ενοχλούσε καθόλου, οπουδήποτε μια φωνή έδειχνε ότι θα τα καταφέρει μέσα τους καλύτερα ν’ αντιδικήσει με τα τεχνάσματα και τα σιδερικά του διαβόλου. Οι διαλέξεις, οι ομιλίες σε στενό κύκλο, οι συγκεντρώσεις σε σπίτια φιλικά, πίσω από κλειστά παράθυρα, με χαρτί μπλε στα τζάμια για τη συσκότιση, έπαιρναν κι έδιναν. … Με τον Νίκο Γκάτσο είχαμε τώρα στήσει το στρατηγείο μας καταμεσής της οδού Σταδίου, στο πατάρι του «Λουμίδη». Εκεί κουβαλούσαμε τις καινούργιες αγάπες μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, θέλω να πω τις καινούριες ποιητικές συλλογές και τις καινούριες φιλενάδες μας. Στα διπλανά τραπέζια, η μαύρη αγορά έπαιρνε κι έδινε, απίθανοι τύποι έκλειναν παρτίδες ζάχαρη και παρτίδες κονσέρβα, υπογράφανε χαρτιά και παραδίνανε πελώριες βαλίτσες, παστωμένες από ετοιμοθάνατα εκατομμύρια …».
Αγία Άννα, Αμοργός
Αλλά και στο μεταγενέστερο έργο του «Εν Λευκώ» (εκδ. Ίκαρος, 1992, σελ. 295-301), στο κεφάλαιο «Τα μικρά Έψιλον» και στο κείμενο που αφιερώνει στον Νίκο Γκάτσο με τίτλο «Σκοποί στο ένα δάχτυλο για τον Νίκο Γκάτσο», ο Οδυσσέας Ελύτης, μεταξύ άλλων, αναφέρει για εκείνον:
«Όπως και να το δοκιμάσεις, ο Νίκος Γκάτσος δεν πιάνεται με τίποτα. Είναι συνεχώς παρών χωρίς να τον απασχολεί διόλου το παρόν, και, με μιαν ελαφρότατα δαιμονική, μαγνητική δύναμη, εξακολουθεί να επηρεάζει όλα τα σωματίδια που κινούνται μέσα στη σφαίρα της ελληνικής πνευματικής ζωής. Το ιδιότυπο σχήμα που πήρε από μιας αρχής και που το διατηρεί με αξιοθαύμαστη συνέπεια ως τις μέρες μας του επιτρέπει να ασκεί την ποίηση λιγότερο με λόγια και περισσότερο με μια πειθώ μαγική που αλλοιώνει τη γύρω του πραγματικότητα, όπως εκείνος ο μυστηριώδης Jacques Vaché, όπου εκκολάφθηκε για κάμποσο διάστημα το αυγό της μοντέρνας ποίησης εωσότου το σπάσουν και το ανοίξουν ο André Breton και οι φίλοι του.
Ακόμη και στην ιστορία της λογοτεχνίας μας δυσκολεύεται, πιστεύω, να ενταχθεί ο Νίκος Γκάτσος. Τη συνοψίζει όλη, από το πολύ να την έχει αφομοιώσει, πάντοτε όμως περισσεύει κατά τι. Κείνο το λίγο της υπεροχής που μας ενοχλεί, όπως ο αθλητής που αφήνει να τον νικήσουμε, όχι γι’ άλλο λόγο αλλ’ από απλή γενναιοδωρία. Κυριολεκτικά και μεταφορικά ιδού: αυτό είναι και το κυριότερό του γνώρισμα. Να πετάει από το παράθυρο (έτσι, για τη χαρά της αφιλόκερδης χειρονομίας) προσόντα που άλλοι θα τα έβαζαν στον τόκο για να εισπράττουν σε όλη τους τη ζωή. Όμως εκείνος τη ζωή δεν μπόρεσε ποτέ του να τη δει παρά σαν ένα παιχνίδι. Τραγικό ίσως παιχνίδι και μάταιο, αλλά παιχνίδι. Κι εξακολουθεί να ποντάρει, με τη βεβαιότητα ότι θα χάσει (κι ας διαθέτει τους τέσσερις άσσους), αποβλέποντας σε μιαν άλλου είδους ικανοποίηση: να προκαλεί την τύχη όχι μόνο στον συνδυασμό των λέξεων αλλά και στο συνδυασμό των ψυχικών καταστάσεων που διαδραματίζονται σ’ ένα δεύτερο ή τρίτο επίπεδο και παραμένουν εσαεί αθέατες από τους άλλους.
Απ. Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013
Η κρυπτότητά του είναι συνάμα παγίδα και άμυνα. Ώσπου να καταλάβει κανείς -δοκιμάζοντας να τον πλησιάσει βαθύτερα- ότι πήρε λανθασμένο δρόμο, μετατρέπεται κιόλας σε έναν αιχμάλωτο. Τέτοιοι αιχμάλωτοί του είμαστε όλοι μας κάτω από το φως της μεγάλης, της τρομακτικής αντίληψης που διαθέτει. Και αυτή, αποτελεί το δεύτερο χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Επειδή το μειονέκτημά του –αν θέλει κανείς να το βλέπει έτσι- απέναντι σ’ εμάς που γράψαμε πέντε ή δέκα βιβλία δεν είναι ότι εκείνος έγραψε μόνον ένα ή δύο· είναι ότι δεν είχε τη δική μας «δύναμη αυταπάτης» να γράψει περισσότερα. Η μεγάλη αντίληψη, με το να φωτίζει τόσο άπλετα το οπτικό του πεδίο, καθιστά ίσα ίσα και πιο ευκρινή τα όρια που δε γίνεται ποτέ του να περάσει ο άνθρωπος. Και ο Παράδεισος του ποιητή, που αποτελείται από καίριες αλήθειες και τελειότητες, φεύ, κείται πέραν. Αυτόν τον παράδεισο ξεκινήσαμε να κατακτήσουμε κάποτε.
Τα χρόνια εκείνα η Αθήνα δεν είχε νερό μήτε δωρεάν παιδεία. Είχε όμως μια Φωκίωνος Νέγρη σε πρωτόγονη κατάσταση, με πολλούς ήχους νερών και πολλές κρυφές πρασινάδες. Εκεί κάπου, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μπορούσες να συναντήσεις τον Νίκο Γκάτσο και να βολτάρεις μαζί του, συζητώντας για ποίηση, ως το πρωί. Που βέβαια, εάν ήταν Σάββατο, εκείνος βρισκότανε κιόλας στη Δευτέρα. Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει στα δεκαοχτώ του από την Ασέα της Αρκαδίας. Με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια τη δημοτική παράδοση, που, αυτή, κυκλοφορούσε στο αίμα του και αναπηδούσε πίσω από κάθε του κρίση, κάθε του αντίδραση, αρκεί να πατούσες το κουμπί στην κατάλληλη στιγμή. Το τι μυριάδες τσιγάρα και καφέδες καταναλώθηκαν αργότερα, λίγο πιο πάνω στο τέρμα της οδού Σετσών όπου βρισκότανε το μικρό του σπίτι, το τι ολονυχτίες εξαντλητικές διαδέχονταν η μία την άλλη στα χρόνια της 4ης Αυγούστου ή της Γερμανικής Κατοχής ή του Εμφυλίου, με συνεχή ανεβοκατεβάσματα Σολωμών και Καβάφηδων, Βαλερύδων και Ελουάρδων, δεν περιγράφεται. Ίσως χωρίς το μπουλούκι εκείνο των ενθουσιώντων νέων, που το πάθος τους για τα ποιήματα, ωστόσο, το μετρούσανε στην πλάστιγγα των χρυσοχόων κι όχι καθόλου των πολιτικών σκοπιμοτήτων, το μοντέρνο ποιητικό κίνημα να μην είχε πάρει ποτέ τις προεκτάσεις που γνωρίζουμε και να μην είχε κρυφά συνδεθεί με τις υπόγειες φλέβες που διατρέχανε την παράδοση και που ανεβάζανε στην επιφάνεια εικόνες του ομαδικού υποσυνειδήτου, μοραΐτικες, νησιώτικες μακεδονικές, κάτι άγνωστο στους αλλοδαπούς συναδέλφους με τις ομοιόμορφες -μόλις πέντε ή έξι αιώνων- μορφές πνευματικής κληρονομιάς που διαθέτανε.
Πρέπει, φαίνεται, να κρατάς την Ποίηση σε απόσταση, αν θες να τη βλέπεις να ‘ρχεται από μόνη της κοντά σου, όπως οι γάτες ή όπως οι γυναίκες. Τα “φιλολογικά ζώα” βέβαια, εκείνα, βουτάν με τα μούτρα και δεν παύουν να γλείφονται. Είναι όμως αμφίβολο εάν ένας χημικός θ’ ανακάλυπτε ποτέ στη σίελό τους τον θείο ιό. Η αλήθεια (ή πραγματικότητα;) βρίσκεται πάντοτε παραδίπλα στο νόημα, όπως η μαγεία παραδίπλα στο εκάστοτε γραπτό που την εκφράζει.
Κάπου εκεί κοντά, σ’ έναν τέτοιο τρόπο αντίληψης (που ή τον υποψιάζεσαι, και τότε βγάνεις, ακόμη κι από μπλε με κίτρινο, το πράσινο που σου χρειάζεται, ή αλλιώς μένεις διά παντός έξω από το παιχνίδι) συναντηθήκαμε πριν από μισόν περίπου αιώνα με τον Νίκο Γκάτσο. Τα χρώματα ίσαμε σήμερα δεν ξεβάψανε.
Ν. Γκάτσος
Κοντά στον μόχθο του για τον επιούσιο, είναι περίεργο αλλά κάποτε ο άνθρωπος επιμένει να μοχθεί και για κάτι επιπλέον ακόμη. Όσο μάλιστα λιγότερο απαραίτητος μοιάζει ο λόγος που τον ωθεί τόσο πιο ακατανόητο βρίσκουμε το φαινόμενο. Και ας είναι αυτό, ίσως, το μοναδικό γνώρισμα της ευγένειάς του.
Έχω δει τον Νίκο Γκάτσο να εξαναγκάζει σε αναβολή πρεμιέρες και να ξημερώνεται για μια λέξη. Όχι καν λέξη σε ποιητικό κείμενο· σε απλό θεατρικό διάλογο, προορισμένον να διαρκέσει μερικά δευτερόλεπτα. Τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοιου είδους επιμονή; Ευσυνειδησία; σχολαστικότητα; αίσθηση ευθύνης; μανία της τελειότητας; Ερευνήσετε στα εδάφη του Διονυσίου Σολωμού για να βρείτε το μυστικό και να εξηγήσετε την ολιγογραφία του.
Προσωπικά, έχω καταλήξει από καιρό στο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει ταλέντο ποιητικό· υπάρχει απλώς «ορθή αίσθηση του ποιητικού». Δεν υπάρχει γνώση της γλώσσας· υπάρχει «ορθή αίσθηση της γλώσσας». Και λοιπόν, να κρίνουμε τον Νίκο Γκάτσο από την Αμοργό και τις μεταφράσεις του; Ωστόσο, αν ένας μάγος μπορούσε να μεταφυτεύσει σ’ όλους τους σύγχρονους Έλληνες τι «στέκει» και τι «δε στέκει», όπως βγαίνει από τη μικρή εκείνη ποιητική συλλογή, καθώς και το τι περνάει και τι δεν περνάει από τη γλώσσα μας, όπως βγαίνει από τα ποιητικά έργα που μεταγλώττισε, θα βλέπαμε ποια και πόση μπορεί να είναι η συνεισφορά του. Αλλ’ εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, τις αφομοίωσε μαζί με το «γάλα της μητρός του», που θα ‘λεγε ο Σολωμός. Ακόμη και στους στίχους που για βιοποριστικούς λόγους έγραψε (αλλά και γιατί προτιμότερη βρίσκει την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί παρά την υψηλή που σκονίζεται στα ράφια), οι αρετές του περνάνε, τις περισσότερες φορές, σχεδόν ατόφιες, μείον τη διαφορετική κλίμακα. Και θα μου επιτραπεί να υποστηρίξω πως μερικοί στίχοι που έγραψε για τη Μυθολογία του Μάνου Χατζιδάκι, για τους Δροσουλίτες του Χριστόδουλου Χάλαρη και, τώρα τελευταία, για το Ρεμπέτικο του Σταύρου Ξαρχάκου ξεπερνούν κατά πολύ μερικά μεγαλεπήβολα σύγχρονα ποιητικά μας έργα και διδάσκουν τι πάει να πει αρρενωπότητα της δημοτικής παράδοσης, οργανική λειτουργία της ομοιοκαταληξίας, ήθος της ελληνικής.
Όταν δεν μετράς με κουκιά, οι αναλογίες του κόσμου παρουσιάζονται διαφορετικές, αν όχι -φαινομενικά τουλάχιστον- αναποδογυρισμένες. Ο εξοικειωμένος με τα άπιαστα δεν απορεί. Προϋποθέτει φυσιολογική μια πραγματικότητα όπως αυτή, κι απάνω της κινείται με άνεση. Αυτό κάνει, εδώ και χρόνια, ο Νίκος Γκάτσος, που δεν προσπάθησε ποτέ του να διορθωθεί, θέλω να πω να απαλείψει ακατανόητες λογικά συνήθειες ή έξεις, για να ευθυγραμμισθεί με ό,τι αποτελεί την «κοινή αντίληψη». Κι ευτυχώς. Εκατομμύρια ιδιοφυών ανθρώπων χάνουν την ταυτότητά τους «καθ’ οδόν». Γιατί; Για να μην κακοχαρακτηρισθείς από τους κουτούς, αξίζει τόσο που να καταθέτεις στα πόδια τους την ευφυΐα σου; Κι ύστερα ποια ευφυΐα; Εδώ μιλάμε για την ποιητική· που τρέπει σε φυγή το σύνολο των αστών κι ένα μέρος των επαναστατών, που όλα τα ‘καψαν μείον τον καθωσπρεπισμό, κι ας νομίζουν ότι τον απέβαλαν μαζί με την πανάθλια γραβάτα τους.
Αν εξακολουθούμε να παραμένουμε ζωντανοί, πιστεύω, είναι χάρη στην αυταξία ορισμένων στιγμών που υποσυνείδητα επιλέγουμε κι επανασυνδέουμε, δημιουργώντας μια δεύτερη ροή, όπου η φθορά δεν προχωρεί και οι πέτρες δε μαλλιάζουν. Απ’ αυτή την άποψη, επιστρέφω τις ρυτίδες μου και κρατώ την ψυχή μου στην άκρη κάποιου στίχου ή μιας μελωδίας ή ενός φωτεινού κοριτσίστικου χαμόγελου.
Ο τρόπος που μιλάς για το παρελθόν χωρίς να γίνεσαι ύποπτος νοσταλγίας, δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να φορτώνεσαι το χρόνο και να τον μεταφέρεις μαζί με τις ρυτίδες σου και άλλο να κυκλοφορείς μέσα του πίσω μπρός, με την ευκολία που μόνον η ποίηση επιτρέπει.
Με τον Νίκο Γκάτσο συνδέθηκα και συμπορεύτηκα, επειδή κι εκείνος, πίσω από τα χαμόγελα και τις μελωδίες, είχε ακούσει τη φωνή που κηρύττει και στις παραμονές του θανάτου και πάνω από τις καταιγίδες».
Μάνος Χατζιδάκις (23 Οκτ. 1925 – 15 Ιουν. 1994)
Για τη γνωριμία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, που έγινε στο σπίτι του φίλου του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, επίσης στο έργο του «Ανοιχτά Χαρτιά» (ό.π., σελ. 401), ο Ελύτης αναφέρει:
«… Εκεί ο Μάνος Χατζιδάκις -αυτός ήταν ο νέος συνθέτης-κάθισε στο πιάνο. Δεν έχει πια καμία σημασία τι μας έπαιξε εκείνο το απομεσήμερο. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, δεν υπήρχε τίποτα συγκεκριμένο στο νου του, απλώς αυτοσχεδίασε. Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει, και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου -φτάνει που βρέθηκαν τα δάκτυλά του επάνω στα πλήκτρα- να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θα ‘λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν άλλου είδους γοητεία.
Ο Μάνος Χατζιδάκις στο πιάνο του
Και βέβαια η συναναστροφή του με τους ποιητές της γενεάς αυτής τον βοήθησε. Πανέξυπνος καθώς ήταν, μπήκε αμέσως στο κλίμα τους, εργάστηκε πάνω στα μοτίβα τους, και χρησιμοποίησε, τουλάχιστον στις πρώτες του δημιουργίες, την ίδια γλώσσα των κοινών συμβόλων που, ανεξάρτητα από την προσωπική εμπειρία του καθενός, είχε η ελληνική υπερρεαλιστική παράταξη θέσει σε κυκλοφορία. Είναι ένα παράδειγμα που αναφέρω ετούτη τη στιγμή, χωρίς να βρίσκω ότι έχει άλλη ευρύτερη σημασία, δείχνει όμως χαρακτηριστικά πόσο, στις εποχές που ένα καινούριο πνεύμα αναπτύσσεται και ανεβαίνει, αφήνει στον αέρα μερικά κοινά σύμβολα που ο καθένας αισθάνεται το δικαίωμα να εκμεταλλευθεί, χωρίς για τούτο να προδίδει ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους. Αυτό δεν αφορά καθόλου τον Μάνο Χατζιδάκι που χωρίς να ‘χει καμιά σχέση με τη θάλασσα έγραψε μουσική Για μια μικρή αχιβάδα. Ο Νίκος Γκάτσος δεν είχε ζήσει ποτέ του σε νησί όταν έδινε στο ποιητικό του έργο τον τίτλο Αμοργός, και ο άλλος νέος συνθέτης, που φανερώθηκε αργότερα, ο Μίκης Θεοδωράκης, καμιάν ανάλογη εμπειρία όταν προσεταιριζότανε για τα τραγούδια του τη μαγική λέξη Αρχιπέλαγος. Αλλά δε χωράει συζήτηση ότι μονάχα για τους minores η τέχνη περιοριζότανε στην παρατήρηση και στην εξομολόγηση. Για κάθε βήμα πιο πέρα τον πρώτο λόγο έχει μια δύναμη που ξέρει να οικειοποιείται την ευαισθησία της εποχής και να ενσωματώνει στην έκφρασή της, οδηγημένα σε αντικειμενική κατάσταση κι εκείνα, τα προσωπικά βιώματα …».
Ο Νίκος Γκάτσος με τον Μάνο Χατζιδάκι
Αναμφίβολα η μαγεία εκείνης της εποχής, που περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα από τη γνωριμία και τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο και τον Μάνο Χατζιδάκι, παρ’ όλα τα τεράστια προβλήματα που βίωσε η ελληνική κοινωνία και ο ελληνικός λαός καθ’ όλο το διάβα του 20ού αιώνα, πέρασε μέσα από την πένα των ποιητών μας στην κοινή συνείδηση κι έγινε ένα με τη μοίρα του τόπου, εξακολουθώντας να μας συντροφεύει ως σήμερα. Κληρονομιά βαρύτιμη, που έκλεισε μέσα της μοναδικά ολάκερη την ιστορία, την παράδοση, τα όνειρα, τα βάσανα και τους καημούς της ρωμιοσύνης, και που τώρα περνάει πια στα παιδιά μας με τον πόθο και την ευχή να την κάνουν ουσιαστικά δική τους με τη ζωή τους. Άλλωστε πρέπει να έχουμε παντοτινά στο νου και τα λόγια ενός ακόμα κορυφαίου στιχουργού μας, του Μάνου Ελευθερίου:
«Πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή»
Πηγές: – Οδυσσέας Ελύτης, «Ανοιχτά Χαρτιά», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987, σελ. 365-367, 395, 399. – Οδυσσέας Ελύτης, «Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1992, σελ. 295-301. – «Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού…», σε: mixanitouxronou.gr
Η Αγία Γλυκερία γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη της Θράκης, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161). Ο πατέρας της ονομαζόταν Μακάριος και είχε διατελέσει ύπατος. Σε μικρή ηλικία η Αγία ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική και κατηχητική δράση. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό ο ηγεμόνας Σαββίνος, την εκάλεσε να παρουσιασθεί μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία η Αγία εμφανίσθηκε ενώπιόν του, έχοντας σημειώσει στο μέτωπό της τον Τίμιο Σταυρό και δεν δίστασε να ομολογήσει με παρρησία και σθένος την πίστη της στον Σωτήρα Χριστό.
Ο εκχριστιανισμός των Σλαβικών λαών είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα, τόσο για την Εκκλησία, όσο και για την πολιτική ιστορία. Η μεγάλη ομοεθνία των Σλάβων άφησαν πίσω τους το βάρβαρο και ειδωλολατρικό παρελθόν και εντάχτηκαν στον πολιτισμένο κόσμο και το σπουδαιότερο: γνώρισαν τη σώζουσα αλήθεια του Ευαγγελίου, χάρις στους δύο μεγάλους άνδρες, τους αγίους Θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο. Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος έζησαν τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Ήταν δύο από τα επτά παιδιά ονομαστής οικογένειας της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας τους, Λέων ο δρουγγάριος, ευσεβής άνθρωπος, κατείχε υψηλή στρατιωτική θέση. Φρόντισε να δώσει σπουδαία μόρφωση στα παιδιά του και να τα τοποθετήσει σε ανώτερες κρατικές θέσεις.
«Την είδον τόσαις φοραίς. Και την εκαμάρωσα. Νύμφη του κύματος και των αφρών, και νύμφη των κήπων και των λειμώνων. Αναδυομένην εκ των κυμάτων, την ώρα την γλυκείαν της αυγής, με ένα βαθύχρουν τεφρόν πέπλον σκεπασμένην, τον οποίον σιγά σιγά επανεγείρει η Ανατολή με τας ροδίνους αβράς χείρας της, ίνα αναφανή εις τον κόσμον το υπερφυές θέαμα ναών και παλατίων … αναμμένην θαρρείς, εν θεατρική φωταγωγία εορτής, εις τα υαλώματα και τους χρυσούς ορόφους, επί των οποίων προσήναψε πυρσούς χαράς ο ήλιος. Και πλέουν τότε μέσα εις το πέλαγος φωτός, εξαισίως πανηγυρικού, συνοικισμοί απέραντοι, λόφοι κεκαλυμμένοι με κατοικίας, και ακταί με παλάτια βασιλικά και μέγαρα αρχόντων».
Φως, μέσα στο ειδωλολατρικό σκοτάδι της Ρώμης, ήταν ο Ευφράτιος και η Ευσταθία (επί Διοκλητιανού, 284-304 μ.Χ.). Οι ευσεβείς αυτοί γονείς μεταλαμπάδευσαν το φως αυτό του Ευαγγελίου και στον γιο τους, Μώκιο. Γι’ αυτό από μικρή ακόμα ηλικία ο Μώκιος είχε μεγάλο πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Και ο Θεός τον αξίωσε να εκπληρώσει τον Ιερό αυτό πόθο του. Αφού σπούδασε με ιδιαίτερη επιμέλεια τα Ιερά γράμματα και καταρτίσθηκε, όπως έπρεπε, στη γνώση και μετάδοση των θρησκευτικών αληθειών, σε κατάλληλη ηλικία έγινε κληρικός. Αργότερα, οι άριστες υπηρεσίες του στην Εκκλησία τον ανέβασαν στο αξίωμα του Επισκόπου Αμφιπόλεως (Θράκης).
«Tην αυτή ημέρα, επιτελείται η ανάμνησις των γενεθλίων, ήτοι Eγκαινίων της θεοφυλάκτου και θεομεγαλύντου Kωνσταντινουπόλεως, της εξαιρέτως ανακειμένης τη προστασία της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Mαρίας, και αυτής διασωζομένης».
Κυριακάτικο πρωινό του Μαΐου, έχοντας αφήσει πίσω μας το Δερβένι, ξεκινάμε την ανάβαση προς το χωριό Ευρωστίνη ή Ζάχολη Κορινθίας,που κρατά ακόμη πολλά στοιχεία της παλαιάς μορφής του, με τις βρύσες, τα αλώνια και τα ξωκλήσια του, μα πιο πολύ από όλα με τον υπέροχο ναό του Αγίου Γεωργίου με τους δεκαεπτά τρούλους του, που δεσπόζει πάνω από το χωριό μέσα σε πυκνά δάση και άφθονα τρεχούμενα νερά.
Τα σύκα είναι το φρούτο που οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ως «υπερτροφή» και παραμένει πολύτιμο για την ανθρώπινη υγεία, σύμφωνα και με τη σύγχρονη επιστήμη. Θεωρούνται ένα ιδιαίτερα θρεπτικό φρούτο, πλούσιο σε βιταμίνες και φυτικές ίνες, με μηδενική περιεκτικότητα σε λίπος και ποικίλες ευεργετικές ιδιότητες.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]