«Μέρες της αρμύρας κι ο ήλιος πάντα εκεί Χίλια μύρια κύματα μακριά τ’ Αϊβαλί…»
Όταν ξεκινάς το ταξίδι σου για πρώτη φορά από την προβλήτα της Μυτιλήνης για τα απέναντι παράλια, τα συναισθήματα είναι σίγουρα ανάμεικτα. Το μέρος που πρόκειται να πας, σου είναι εξαιρετικά οικείο, μια εικόνα γνώριμη. Είναι εκείνη η στεριά που αντικρίζεις όταν τραβάς το βλέμμα σου καθημερινά στη θάλασσα, στο δρόμο προς το Πανεπιστήμιο ή στη βραδινή βόλτα στο λιμάνι της πόλης. Ωστόσο, μπορεί να έχουν περάσει ολόκληρες γενιές από τότε που η γη αυτή ήταν Ελληνική, μπορεί η καταγωγή σου να μην είναι καν από τις «αλησμόνητες πατρίδες», όμως θελημένα ή μη φέρνεις στο νου σου τον όμορφο σκοπό, κείνο το λυπητερό αργό τραγούδι που βαστάει πάντα μέσα του ολάκερη την πίκρα, τον πόνο και την άσβεστη νοσταλγία για εκείνα που χάθηκαν…
Χαρακτηρίστηκε ως η «Παναγιά της Προσφυγιάς», κυρίως όμως για όλους είναι γνωστή ως η «Παναγία του Πόντου». Πώς και πότε έφτασε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Σουμελά στη Βέροια και εγκαταστάθηκε στις πλαγιές του Βερμίου;
Τα δάση χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) αποτελούν «οικοτόπους ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος» και προστατεύονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 92/43. Πρόκειται για τον οικότοπο με κωδικό 9540: «Μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκων της Μεσογείου», που αφορά τα θερμόφιλα πευκοδάση, τα οποία στις περιοχές εξάπλωσής τους απειλούνται από επαναλαμβανόμενες δασικές πυρκαγιές ανθρωπογενούς προέλευσης και από καταπατήσεις με σκοπό την οικιστική ή τουριστική εκμετάλλευση της γης.
Η Αγία Ελέσα καταγόταν από την Πελοπόννησο και ήταν κόρη ενός πλούσιου Έλληνα, που ονομαζόταν Ελλάδιος. Η μητέρα της, Ευγενία, ήταν στείρα, αλλά πολύ θεοσεβής χριστιανή. Έτσι με πολλή προσευχή απέκτησε θαυματουργικά την Ελέσα, την οποία ανέθρεψε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και κάτω από τις δυσκολίες του ειδωλολάτρη συζύγου της. Σε ηλικία 14 χρονών η Ελέσα έμεινε ορφανή από μητέρα. Έμεινε εκείνη κυρία του πλούσιου σπιτιού του πατέρα της. Αμέτρητες ήταν τότε οι ευεργεσίες και οι ελεημοσύνες που έκανε στους στερημένους και πάσχοντες συνανθρώπους της.
Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.
«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..
Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.
Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..
Φολέγανδρος
Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:
«Κι εγώ μέσα στους αχινούς στις γούβες στ’ αρμυρίκια, σαν τους παλιούς θαλασσινούς ρωτούσα τα τζιτζίκια: Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι, γεια σας κι η ώρα η καλή! Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί: -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».
Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη. Ήταν 31 Ιουλίου 1920 όταν ένοπλη ομάδα φανατικών βενιζελικών τον συνέλαβε στους Αμπελοκήπους και τον σκότωσε μπροστά στους περαστικούς, στο πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο Χίλτον. Στο σημείο της δολοφονίας έχει τοποθετηθεί αναθηματική στήλη. Ήταν μία πράξη εκδικήσεως για την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι, με την οποία ο Δραγούμης έπεσε θύμα του φανατισμού και του Εθνικού Διχασμού.
«Eιρηνικώς έζησας Eιρήνη πάλαι, και νυν κατοικείς ένθα ειρήνη βρύει»
Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για τη σωματική της ωραιότητα και την ευγενή ανατροφή της. Την είχε ζητήσει σε γάμο κάποιος διακεκριμένος άνδρας του παλατιού και έτσι εκείνη ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο πολύ ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της και πούλησε τα υπάρχοντά της βοηθώντας πολλούς φτωχούς. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία. Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνησή της, ορίστηκε διάδοχός της. Από τη νέα της θέση επετέλεσε τα καθήκοντά της άριστα. Ο Θεός μάλιστα την επροίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από δαιμόνια και από διάφορες ασθένειες.
Ελληνικά καΐκια.. Γεννήματα μοναδικά του μόχθου και της αγάπης του λαού της ναυτοσύνης, κομψοτεχνήματα της παράδοσής μας, κομμάτι της ελληνικής ψυχής, της ιστορίας μας, του απέραντου νησιωτικού και παράκτιου τοπίου της χώρας μας. Κι όμως.. τις τελευταίες δεκαετίες δολοφονούνται συστηματικά εν ψυχρώ. Και όχι απλώς δολοφονούνται, αλλά κατακρεουργούνται. Τα αλιευτικά παραδοσιακά σκάφη, που ομορφαίνουν τις θάλασσές μας, είναι εθνικοί θησαυροί και αναπόσπαστο μέρος της ναυτικής μας παράδοσης και του πολιτισμού μας.
Καταστρέφοντάς τα σβήνουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά και την ιστορία μας. Τελούμε ένα ανοσιούργημα, όπως θα έπρεπε να βλέπουμε κάθε ενέργεια καταστροφής των παραδοσιακών σκαριών του τόπου μας. Αρκεί να αναλογιστούμε τα ιερά για τους Έλληνες λόγια της Πυθίας, που ορμήνευσε σοφά από τους αρχαίους ακόμα καιρούς: «Τα ξύλινα τείχη θα σας σώσουν», εκφράζοντας μοναδικά την τεράστια, καθοριστική επιρροή της θάλασσας και της ναυτιλίας στη ζωή του λαού μας.
Αριστερά: Ζαχαρίας Στέλλας, Πάρος 1958. Δεξιά: Patrick Leigh Fermor, Ψαράδες στη Μάνη, 1955
Ελληνικός Σύνδεσμος Παραδοσιακών Σκαφών
Σύμφωνα με τον «Ελληνικό Σύνδεσμο Παραδοσιακών Σκαφών», από το 1990 έως σήμερα περισσότερα από 12.000 παραδοσιακά σκάφη καταστράφηκαν εξ αιτίας μιας απαράδεκτης νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στόχο έχει μεν τον έλεγχο της υπεραλίευσης, οδηγώντας ωστόσο στην καταστροφή τα παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη. Με την παράδοση της αλιευτικής αδείας του ο δικαιούχος αλιέας λαμβάνει τη σχετική επιχορήγηση, παραδίδοντας ωστόσο και το καΐκι του, το οποίο εν συνεχεία τεμαχίζεται με βαρβαρότητα. Τα καΐκια αρχικά πριονίζονταν, ωστόσο για τον φόβο μήπως …επανασυγκολληθούν από τους ιδιοκτήτες τους, πλέον ισοπεδώνονται με μπουλντόζες. Αν μάλιστα, όπως συμβαίνει συχνά, η καρίνα είναι ανθεκτική και δεν καταστραφεί από τη μπουλντόζα, την τεμαχίζουν με αλυσοπρίονο!..
«Εν τω μεταξύ», όπως τονίζει ο Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου, Πλοίαρχος Ε.Ν. κ. Μάνος Βερνίκος, «η υπεραλίευση συνεχίζεται με τις ανεμότρατες να σαρώνουν στο πέρασμα τους ακόμα και τον γόνο των ελληνικών θαλασσών και με τους “ισχυρούς” της αλιείας να αλωνίζουν. Και την πληρώνουν ποιοι; Οι “μικροί”, τα ελληνικά καΐκια, που έριχναν τα δίχτυα τους, από αρχαιοτάτων ετών έως σήμερα, με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο… Φυσικά, δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι ίδιοι οι ψαράδες, για τους οποίους η επιδότηση της ΕΕ φαντάζει συχνά συμφερότερη από τη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους ή την πώληση του σκάφους τους. Το δε ελληνικό κράτος έχει τεράστια ευθύνη …».
Το αποτέλεσμα είναι η εξαφάνιση των παραδοσιακών σκαριών, αυτών των έργων τέχνης της λαϊκής μας παράδοσης και τεκμηρίων ελληνισμού, που αποτελούν μοναδικά κομμάτια, αφού κανένα δεν είναι ίδιο με το άλλο. Προκειμένου δε να παύσει να συντελείται το συστηματικό αυτό έγκλημα της καταστροφής των παραδοσιακών σκαριών ο Σύνδεσμος, από κοινού με όσους πλαισιώνουν τη δράση του κατά τα τελευταία χρόνια, συνέβαλε τα μέγιστα στην προώθηση ενός μέτρου, όπως αναλυτικά αναφέρεται ακολούθως, με βάση το οποίο παρέχεται η δυνατότητα, αντί να καταστρέφεται το σκάφος, να μπορεί πλέον να διασωθεί ως στοιχείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και να αλλάξει η χρήση του.
Η καταστροφή βήμα – βήμα… (noam.gr)
Το παραδοσιακό καΐκι στην τέχνη
Τα αλιευτικά παραδοσιακά σκάφη, που ομορφαίνουν τις θάλασσές μας, είναι εθνικοί θησαυροί και αναπόσπαστο μέρος της ναυτικής μας παράδοσης και του πολιτισμού μας. Καταστρέφοντάς τα σβήνουμε την πολιτισμική μας κληρονομιά και την ιστορία μας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Καπετάν Νικόλας Λιβανός, μέλος του Συλλόγου Ερασιτεχνών Αλιέων Πειραϊκής «Ο Άγιος Νικόλαος»: «Το παραδοσιακό, ξύλινο καΐκι, έχει ομορφιά, χάρη και φυσικά καλύτερη πλεύση και στη μπουνάτσα και στον καιρό. Τα ξύλινα σκάφη απευθύνονται σε ανθρώπους που αγαπάνε περισσότερο τη θάλασσα, τη ναυτοσύνη και γενικότερα τα σκάφη, διότι έχουν γνώση και ξέρουνε. Όλα τα άλλα είναι πολυτέλεια και άνεση. Δεν έχεις τόσο μεγάλη επαφή με τη θάλασσα και τη φύση. Το ξύλινο, ακόμα και το πλατσούρισμα που κάνει στη θάλασσα, έχει διαφορά. Όταν ξαπλώνεις να ξεκουραστείς, άλλο ήχο έχει το ξύλινο. Βέβαια, αυτά είναι ψιλά γράμματα, μόνο για εκείνους που ξέρουν, που έχουν μεράκι, πάθος».
Αριστερά: Robert McCabe, Τρεχαντήρι, δεκαετία ’50. Δεξιά: Δημήτρης Χαρισιάδης, Ψαράδες στη Λέσβο το 1958
Κατά τα τελευταία χρόνια μια σειρά εκδηλώσεων και πολιτιστικών παρεμβάσεων έχουν συντελεστεί με σκοπό την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και τη λήψη αποφάσεων για τη διάσωση των παραδοσιακών σκαριών. Ξεχωριστά συνέβαλε στην προσπάθεια αυτή η ομαδική καλλιτεχνική έκθεση με θέμα: «Τα Καΐκια που πληγώναμε», που φιλοξενήθηκε το 2018 στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά και στη Δημοτική Καπναποθήκη Καβάλας, με έργα σημαντικών δημιουργών. Όπως μοναδικά ανέφερε ο εικαστικός καλλιτέχνης Τζίμης Ευθυμίου, στην παρουσίαση της Έκθεσης στην Καβάλα: «Καταστρέφοντας ένα καΐκι, που δεν είναι μόνον ένα αλιευτικό εργαλείο, καταστρέφεται η περηφάνεια μας, ο εαυτός μας, η παράδοσή μας. Κόβουμε τις ρίζες μας.. Και καθώς τρέχει η παγκοσμιοποίηση, καταστρέφοντας τις ρίζες σου δεν έχεις μέλλον αν δεν συνδέεσαι με το παρελθόν …».
Το παραδοσιακό καΐκι, άρρηκτα συνδεδεμένο με το ελληνικό νησιωτικό, θαλάσσιο τοπίο και την ελληνική παράδοση, αποτέλεσε καλλιτεχνικό θέμα και στην τέχνη της φωτογραφίας, αποδίδοντας μοναδικής αξίας έργα σπουδαίων φωτογράφων που μαγεύτηκαν από μιαν Ελλάδα που χάνεται και την αποτύπωσαν μέσα από την ιδιαίτερη καλλιτεχνική ματιά τους με τον φακό τους.
Ξεχωριστή αναφορά οφείλεται στις ασπρόμαυρες καλλιτεχνικές φωτογραφίες του αμερικανού φωτογράφου Robert McCabe, με κύριο θέμα τις ελληνικές θάλασσες, τους Έλληνες ναυτικούς και τα καΐκια τους, που αποτελούν πλέον συλλεκτικά τεκμήρια μιας ολόκληρης εποχής, αποτυπώνοντας το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον της Μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Robert McCabe βρέθηκε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’50, με σκοπό να επισκεφθεί έναν φίλο του στη Σαντορίνη και στη συνέχεια ως απεσταλμένος της National Georaphic, προκειμένου να καταγράψει εικόνες από τις τότε αναξιοποίητες τουριστικά Κυκλάδες. Οι εντυπωσιακές φωτογραφίες του εκτέθηκαν το 2016, στο πλαίσιο της έκθεσης «Αιγαιοπελαγίτικα Καΐκια, 1954-64», στη γκαλερί Citronne στον Πόρο, τα έσοδα από την οποία διατέθηκαν στον Ελληνικό Σύνδεσμο Παραδοσιακών Σκαφών. Μοναδικής αξίας καλλιτεχνικές φωτογραφίες με θέμα τα ελληνικά παραδοσιακά καΐκια έχουν δημιουργήσει και οι σπουδαίοι Έλληνες φωτογράφοι Δημήτρης Χαρισιάδης και Ζαχαρίας Στέλλας καθώς επίσης και ο φιλέλληνας συγγραφέας Patrick Leigh Fermor.
Οι αφίσες των εκδηλώσεων
Το νέο μέτρο για τη διάσωση των παραδοσιακών σκαφών
Από τα τέλη του 2018 ένα νέο μέτρο ισχύει για τη διάσωση των παραδοσιακών σκαριών. Πρόκειται για τη Δράση «Διατήρηση Παραδοσιακού Ξύλινου Αλιευτικού Σκάφους, με σκοπό τη διαφύλαξη της ναυτικής κληρονομιάς», η οποία εντάσσεται στο Μέτρο 6.1.10 του «Επιχειρησιακού Προγράμματος Αλιείας και Θάλασσας 2014-2020» (ΕΠΑΛΘ 2014-2020).
Από το 1994, οπότε ξεκίνησε η εφαρμογή του Μέτρου 6.1.10, που αφορά τη Δράση «Διάλυση αλιευτικού σκάφους», υπολογίζεται ότι αποσύρθηκαν σταδιακά χιλιάδες αλιευτικά σκάφη στη χώρα μας, παράκτια και μέσης αλιείας (μηχανότρατες και γρι-γρι). Ελάχιστα από αυτά δεν καταστράφηκαν, αλλά κατάφεραν να διασωθούν ως παραδοσιακά και αποκλειστικά για μουσειακή χρήση. Το συγκεκριμένο μέτρο εφαρμόζεται, βάσει της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ, σε όλα τα κράτη μέλη της, με στόχο τη μείωση της αλιευτικής πίεσης στα ιχθυοαποθέματα, συνεπιφέροντας ωστόσο κατά την εφαρμογή του το ολέθριο αποτέλεσμα της καταστροφής των παραδοσιακών σκαριών. Για την Ελλάδα όμως τα παραδοσιακά σκάφη έχουν σπουδαία πολιτιστική και ιστορική αξία και για τον λόγο αυτό τροποποιήθηκε, ειδικά όσον αφορά τη χώρα μας, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, προκειμένου να διασφαλίζεται η διάσωσή τους.
Αριστερά: Κωνσταντίνος Μάνος, Η οικογένεια του ψαρά, Τρίκερι 1964. Δεξιά: Robert McCabe, Καΐκι και παιδί, Σποράδες, δεκαετία ’50
Συγκεκριμένα με την υπ’ αριθ. πρωτ. 4619/14.11.2018 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων «Τροποποίηση της υπ’ αριθ. 1710/07.11.2017 απόφασης “Πρόσκληση υποβολής προτάσεων χρηματοδότησης για την ένταξη πράξεων στο Μέτρο 6.1.10 – Οριστική παύση αλιευτικών δραστηριοτήτων, της Ενωσιακής Προτεραιότητας 1, του Επιχειρησιακού Προγράμματος Αλιείας και Θάλασσας 2014-2020”», τονίστηκε η αναγκαιότητα διάσωσης των χαρακτηρισμένων παραδοσιακών ξύλινων αλιευτικών σκαφών για τους σκοπούς διατήρησης της ναυτικής κληρονομιάς και αποφασίστηκε η τροποποίηση της ως άνω αποφάσεως, δυνάμει της οποίας στην περίπτωση των παραδοσιακών ξύλινων αλιευτικών σκαφών, παρέχεται πλέον οικονομική ενίσχυση για την οριστική παύση των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους χωρίς διάλυση, με σκοπό τη διατήρηση της ναυτικής κληρονομιάς. Στην απόφαση προσδιορίζονται αναλυτικά οι όροι και η διαδικασία εφαρμογής των ρυθμίσεών της καθώς επίσης και οι σχετικές υποχρεώσεις του φορέα διατήρησης του παραδοσιακού σκάφους.
Ήδη το Μέτρο έχει αποδώσει στον χρόνο ισχύος του και μέσω της αξιοποίησής του από ιδιοκτήτες και ενδιαφερομένους φορείς αρκετά διασωθέντα και καλοδιατηρημένα παραδοσιακά σκαριά κοσμούν ήδη δημόσιους χώρους της πατρίδας μας. Συγκεκριμένα εκτίθενται: δύο σκάφη στον χώρο του Μουσείου Ναυτικής Παράδοσης στο Πέραμα (φορέας διάσωσης: Μουσείο Ναυτικής Παράδοσης), ένα σκάφος στην Κεντρική Αγορά Αθηνών (φορέας διάσωσης: Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας – ΟΚΑΑ), ένα σκάφος στην ιχθυόσκαλα Νέας Μηχανιώνας (φορέας διάσωσης ΟΚΑΑ), ένα σκάφος στην είσοδο του λιμανιού Καλύμνου (φορέας διάσωσης: Δήμος Καλύμνου), ένα σκάφος στη νήσο Κρανάη της δημοτικής κοινότητας Γυθείου – παλαιό καρνάγιο (φορέας διάσωσης: Δήμος Ανατολικής Μάνης), ένα σκάφος στη θέση Μανιάτικα στο Πλωμάρι – Μαρίνα Πλωμαρίου (φορέας διάσωσης: Πολιτιστικός Σύλλογος Πλωμαρίου), ένα σκάφος στην Κεντρική Πλατεία Καλύμνου μπροστά από το Ναυτικό Μουσείο (φορέας διάσωσης: Δήμος Καλύμνου) και ένα σκάφος στην ιχθυόσκαλα Καλύμνου (φορέας διάσωσης: ΟΚΑΑ).
Καΐκια αραγμένα στους λιμένες της Λευκάδας και της Αίγινας
Με τον τρόπο αυτό σκάφη που κατασκευάστηκαν με σεβασμό στην παράδοση και στην καλαισθησία καθίστανται διατηρητέα, διασώζοντας παράλληλα και την παραδοσιακή ναυπηγική τέχνη που τα ανέδειξε και θα μπορέσει έτσι να μεταλαμπαδευτεί στις επόμενες γενιές Ελλήνων, εμπνέοντας τους νέους δημιουργούς και τεχνίτες σκαφών στη χώρα μας. Στόχος βέβαια και ευχή θα πρέπει να είναι όχι μόνο η διάσωση και διατήρηση των παραδοσιακών σκαριών ως μουσειακών εκθεμάτων στη στεριά, αλλά η καθ’ εαυτό επανένταξή τους στη ναυτική ζωή του τόπου μας με τη δραστηριοποίησή τους εκεί όπου παραδοσιακά ανήκουν.. στις ελληνικές θάλασσες.
Όπως πολύ εύστοχα επεσήμανε ο συγγραφέας – ερευνητής Χάρης Τζάλας σε σχετική παρέμβασή του στο πλαίσιο Ημερίδας για το παραδοσιακό ξύλινο σκάφος, που διοργανώθηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, την 29/05/2019: «Η προστασία του ξύλινου παραδοσιακού Ελληνικού σκάφους δεν είναι μόνο μια συναισθηματική πράξη, μια δήλωση αγάπης στη ναυτοσύνη του Έλληνα. Η συνέχιση της ναυπήγησης και το ταξίδεμα του Ελληνικού ξύλινου παραδοσιακού πλοιαρίου μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη για την Ελληνική οικονομία. Εάν δοθούν κίνητρα και παρακαμφθούν τα εμπόδια, η Ελλάδα θα επωφεληθεί ποικιλοτρόπως από τη συνέχιση αυτής της δραστηριότητας. Τα παραδοσιακά καρνάγια θα επανδρωθούν πάλι με μαστόρους και βοηθούς καραβομαραγκούς, με αρμαδόρους και πανάδες, με καλαφάτες -ειδικότητες που τείνουν να εξαφανιστούν. Και ο τουρισμός μας θα κερδίσει από την παρουσία αυτών των ωραίων σκαφών που θα ομορφύνουν τους κόλπους και τα λιμάνια μας.. Στην Ελλάδα δυστυχώς ό,τι έχει σχέση με τη ναυτική μας παράδοση δεν έτυχε ποτέ της κατάλληλης μέριμνας και προστασίας. Υπερηφανευόμαστε ότι είμαστε ναυτικός λαός και πράγματι η Ελλάδα χρωστά πολλά στην τέχνη του ναυτικού και του καραβομαραγκού. Ο ελληνικός πολιτισμός, που με τόσο ζήλο προστατεύουμε κάθε ορατό του ίχνος, μεταφέρθηκε στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου με καράβια. Και το ότι ο Ελληνικός εμπορικός στόλος είναι σήμερα ο μεγαλύτερος στον κόσμο δεν το χρωστάμε μόνο στην καπατσοσύνη των Ελλήνων εφοπλιστών, αλλά προπαντός στη μακρότατη και άρρηκτη αλυσίδα της ναυτοσύνης μας, που πάει πίσω στα βάθη των αιώνων. Η Ελλάδα ακουμπά στη Θάλασσα».
Καΐκια στη Χώρα Σφακίων, 1977
Η εικόνα της καταστροφής που πληγώνει (noam.gr):
«Αγάντα Γιαλέσα»: ο καπετάν Παντελής Γκίνης με το τσούρμο του τραγουδούν τον παραδοσιακό σκοπό που συνόδευε τις τράτες του Αιγαίου:
«Θάλασσα πλατιά σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις …» – Η αξέχαστη Μανταλένα με το καΐκι της, στην Αντίπαρο του 1960
Η Ιερά Μονή Παναχράντου – Αγίου Παντελεήμονος Άνδρου, σαν να αναδύεται από το ίδιο το βουνό, περιστοιχίζεται από μεγάλους βραχώδεις όγκους, που ο αέρας με το πέρασμα των αιώνων σμίλεψε πάνω τους εκατοντάδες μικρές σπηλιές, οι μεγαλύτερες των οποίων χρησιμοποιήθηκαν ως ασκηταριά από παλαιότερους μοναχούς. Η μονή παρουσιάζει, κατά τον τύπο των βυζαντινών μοναστηριών, όψη φρουρίου και η έκταση που καταλαμβάνει είναι αρκετά μεγάλη, με τα κτήριά της να είναι κτισμένα σε παραλληλόγραμμη διάταξη, έχοντας μήκος κατά πολύ μεγαλύτερο από το πλάτος της. Λόγω του απόκρημνου τοπίου η Μονή έλαβε αυτή τη στενόμακρη διάταξη και δίνει σήμερα την εντύπωση λαβυρίνθου, αφού εκτός του στενού κεντρικού διαδρόμου της, μόνο μικρά δρομάκια και περάσματα οδηγούν στους λοιπούς χώρους της και στα κελιά.
Γονείς του Αγίου Παντελεήμονος ήταν ο Ευστόργιος και η Ευβούλη, ένα από τα πλούσια αντρόγυνα της Νικομήδειας, καθ’ όσον ο άντρας ήταν μέλος της Συγκλήτου, αλλά ειδωλολάτρης. Αντίθετα η γυναίκα του η Ευβούλη άνηκε στη χριστιανική κοινότητα της Νικομήδειας. Από αυτό λοιπόν το αντρόγυνο του ειδωλολάτρη Ευστόργιου και της πιστής χριστιανής Ευβούλης γεννήθηκε ο Παντολέων. Όπως ήταν φυσικό, η μεν μητέρα του από πολύ ενωρίς έσπειρε στην ψυχή και στον νου του παιδιού της τη χριστιανική πίστη και ζωή, ο δε πατέρας προσπάθησε να του εμφυσήσει τη λατρεία των ειδώλων. Η μητέρα του τον άφησε ορφανό, αφού έφυγε ενωρίς από την παρούσα ζωή.
Εγκύκλια και ιατρική μόρφωση
Ο Παντολέων μαθήτευσε κοντά στον Ευφρόσυνο, που ήταν ο πιο διακεκριμένος γιατρός της Νικομήδειας και προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας βλέποντας τα σπάνια προσόντα του νεαρού Παντολέοντα, υπέδειξε στον Ευφρόσυνο να του διδάξει την ιατρικήν πάσαν, προκειμένου αργότερα να τον προσλάβει ως ιατρό εις τα βασίλεια.
Οι διωγμοί – Η γνωριμία με τον Άγιο Ερμόλαο
Στην αυγή του 4ου αιώνα ο Διοκλητιανός εξαπέλυσε τον σφοδρότερο ίσως διωγμό εναντίον του Χριστιανισμού. Μέσα σε αυτό το φοβερό από κάθε άποψη κλίμα άσκησε την ιατρική του τέχνη ο νεαρός ακόμα ιατρός Παντολέων. Θλιβόταν πραγματικά η ψυχή του καθώς έβλεπε να διώκονται ανελέητα οι χριστιανοί. Και η χάρη του Θεού οδήγησε τα βήματά του στη γνωριμία με τρία πρόσωπα, που επρόκειτο να ασκήσουν σημαντική επίδραση στη ζωή του. Παρ’ όλον ότι ο Παντολέων δεν εγνώριζε την ύπαρξη του Ερμολάου, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τον ιερέα του Υψίστου. Διότι ο ιερέας είχε υπόψη του τα σχετικά με τον ταλαντούχο νέο γιατρό, που προοριζόταν για γιατρός των ανακτόρων. Του είχε κάνει εντύπωση η σεμνότητά του και η μεγάλη αγάπη του προς τους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους του. Έτσι, όταν μία μέρα έτυχε εκείνος να περνάει έξω από το σπίτι στο οποίο κρυβόταν, χωρίς να διστάσει, κινούμενος από θεία έμπνευση, έστειλε και προσκάλεσε τον Παντολέοντα να επισκεφθεί όσους κρύβονταν μαζί με τον ίδιο στην οικία εκείνη. Τα γεμάτα αγάπη και χριστιανική σοφία λόγια του Ερμόλαου δεν άργησαν να ηχήσουν λυτρωτικά στην καρδιά του Παντολέοντα. Τόσο την πρώτη αυτή φορά όσο και κατά τις επόμενες επισκέψεις του.
Βαπτίζεται χριστιανός – αργότερα και ο πατέρας του
Ο Παντολέων ζήτησε το θείο Βάπτισμα και ο Ερμόλαος, αφού άκουσε από το στόμα του την ομολογία πίστεως, προχώρησε στη βάπτισή του. Μη θέλοντας μάλιστα να τον συνδέει τίποτα με τα παλαιά, άλλαξε και το όνομά του και αντί Παντολέων ονομάστηκε έκτοτε «Παντελεήμων». Κοντά στους τρεις ιερείς, που παρέμεναν κρυμμένοι, έμεινε μετά τη βάπτισή του ο Παντελεήμων για επτά ημέρες. Την όγδοη επέστρεψε στο πατρικό σπίτι, νέος πλέον άνθρωπος κατά την ψυχή. Και ενώ η βάπτισή του κρατήθηκε για ένα διάστημα μυστική από τους εθνικούς, ακόμα και από τον ίδιο τον πατέρα του, ο Παντελεήμων φλεγόταν από τον ιερό πόθο να γίνει και τοις άλλοις του μυστηρίου διδάσκαλος. Φυσικά, πρώτιστα ενδιαφέρθηκε για τον πατέρα του Ευστόργιο. Ο Παντελεήμων προσευχόταν και δόξαζε τον Θεό, καθώς διαπίστωνε ότι διορθωνόταν σταδιακά «η πατρική πλάνη», ψυχραινόταν η πίστη του Ευστοργίου προς τα είδωλα, αραίωναν οι θυσίες στους ψεύτικους θεούς. Ο πατέρας του Παντελεήμονα δέχθηκε το χριστιανικό βάπτισμα, χάρη στην προσπάθεια του γιου του. Και πολύ σύντομα κλήθηκε να συναντήσει τη γυναίκα του στον ουρανό.
Ι.Μ. Αγίου Παντελεήμονος Τήλου και εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονος στην Ανάβυσσο Αττικής
Παντελεήμων, ο ανάργυρος ιατρός
Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Παντελεήμων έμεινε κληρονόμος μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας. Απελευθέρωσε τους δούλους που είχε ο πατέρας του, αφού τους χάρισε ένα μέρος της περιουσίας του η οποία είχε αποκτηθεί χάρη και στη δική τους εργασία, προκειμένου να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Τα δε υπόλοιπα «χείρες είχον πενήτων», τα μοίρασε στα χέρια των φτωχών της Νικομήδειας, δηλαδή σε γέροντες, χήρες, ορφανά, αρρώστους, εγκαταλειμμένους. Ο Παντελεήμων πρόσφερε τις ιατρικές του γνώσεις και υπηρεσίες, κυρίως στους φτωχούς και τους ανήμπορους, χωρίς καμία αμοιβή. Το μόνο που ζητούσε από τους θεραπευομένους ήταν να πιστέψουν στον Ιησού Χριστό για να σωθούν αιώνια. Όταν μάλιστα συνέβαινε να κάνει καλά και κάποιους πλουσίους κι εκείνοι του πρόσφεραν μεγάλες αμοιβές, τους έλεγε: «Αυτά που υποσχεθήκατε να δώσετε σ’ εμένα, πηγαίνετε να τα δώσετε στους φτωχούς». Επιβραβεύοντας ο Θεός την όλη βιωτή, τη φιλάνθρωπη και ανάργυρη δράση του Παντελεήμονα, τον προίκισε με τη χάρη να ενεργεί διάφορα θαύματα, που έγιναν σταδιακά γνωστά στη Νικομήδεια, προκαλώντας τον θαυμασμό των απλών ανθρώπων και την οργή των ειδωλολατρών. Ανάμεσα στα θαύματά του περιλαμβάνονται η ανάσταση ενός παιδιού που είχε πεθάνει μετά από τσίμπημα έχιδνας καθώς και η θεραπεία ενός τυφλού και ενός παραλύτου.
Αρχίζουν οι συκοφαντίες και οι δοκιμασίες του
Η χωρίς αμοιβή άσκηση της ιατρικής εκ μέρους του Αναργύρου Παντελεήμονος κίνησε τον φθόνο των άλλων ιατρών της Νικομήδειας. Ιδιαίτερα τους ενοχλούσε το γεγονός ότι εκείνος με τη χάρη του «ιατρού των ψυχών και των σωμάτων» Χριστού θαυματουργούσε σε δύσκολες περιπτώσεις, ενώ οι ίδιοι παρά την επίκληση των θεών τους τίποτα δεν κατάφερναν. Ο φθόνος τους λοιπόν τους ώθησε να καταγγείλουν στον αυτοκράτορα ότι ο ευνοούμενός του και μελλοντικός -μετά τον Ευφρόσυνο, ιατρός των ανακτόρων, ήταν χριστιανός. Έτσι έδωσε διαταγή ο Διοκλητιανός να συλλάβουν τον Παντελεήμονα. Με υποσχέσεις και καλοπιάσματα θέλησε να τον δελεάσει, να απαρνηθεί τη χριστιανική του πίστη και να θυσιάσει στα είδωλα. Φυσικά τον ρώτησε για να μάθει από ποιον κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη. Ο Παντελεήμων, «μη ειδώς ψεύσασθαι» απάντησε λέγοντας «από τον Ερμόλαο». Οι στρατιώτες του αυτοκράτορα έλαβαν επείγουσα εντολή, συνέλαβαν τον Ερμόλαο μαζί με τους Έρμιππο και Ερμοκράτη, και όταν και οι τρεις «παρρησία τον Χριστόν εκήρυξαν», δέχτηκαν τον διά του ξίφους θάνατο, η δε μνήμη τους τιμάται στις 26 Ιουλίου. Η γεμάτη παρρησία απάντηση του γενναίου ομολογητή του Χριστού στις υποσχέσεις του αυτοκράτορα είχε στόχο να τον πείσει ότι ενώ οι δικοί του θεοί ως ψεύτικοι ήταν εντελώς αδύνατοι, δικός του Θεός ήταν παντοδύναμος. Αν μάλιστα ήθελε να το διαπιστώσει και στην πράξη θα μπορούσε να κάνει μία δοκιμή, πρόκληση την οποία ο αυτοκράτορας αποδέχτηκε.
Η θεραπεία του παραλυτικού και η καταδίκη σε θάνατο
Ο αυτοκράτορας διέταξε να φέρουν ενώπιόν του έναν παράλυτο άνθρωπο και πρόσταξε τους ιερείς των ειδώλων να τον θεραπεύσουν, επικαλούμενοι τους θεούς τους. Εκείνοι προσπάθησαν, ικέτευσαν, επικαλέστηκαν. Πλην ματαίως, αφού τα είδωλα των εθνικών ήταν άφωνα και κουφά! Στη συνέχεια ο Διοκλητιανός ζήτησε από τον Παντελεήμονα να επικαλεστεί τον Θεό, στον οποίο πίστευε και να θεραπεύσει τον παραλυτικό. Ο Ιησούς Χριστός, διά των πρεσβειών του Παντελεήμονα, θεράπευσε τον παράλυτο, προς μεγάλη ικανοποίηση και θαυμασμό πολλών παρισταμένων, φθόνο των άλλων ειδωλολατρών γιατρών και προβληματισμό του αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτορας με κολακείες και καλοπιάσματα προσπάθησε να μεταπείσει τον Παντελεήμονα, αλλ’ όταν είδε πως ομολογούσε σταθερά τη χριστιανική του πίστη έδωσε εντολή να ξεκινήσουν τα μαρτύριά του.
Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Πεντέλης (Κοκκιναρά)
Αφόρητα μαρτύρια αλλά και θεία προστασία
Κατά πρώτον τον κρέμασαν σε ένα ξύλο και ενώ με σιδερένια νύχια καταξέσχισαν το σώμα του, με αναμμένες λαμπάδες του έκαιγαν τα πλευρά, προκαλώντας του αβάσταχτους πόνους. Όμως εκείνος υπέμενε με καρτερία διότι προσευχόταν με υψωμένα τα μάτια του στον ουρανό, απ’ όπου αντλούσε τη δύναμη για να βαστάξει με θάρρος το μαρτύριο. Στη συνέχεια ο Διοκλητιανός διέταξε να λειώσουν σε ένα μεγάλο καζάνι μόλυβδο και ενώ οι δήμιοι θα τροφοδοτούσαν αδιάκοπα με ξύλα τη φωτιά, να ρίξουν μέσα στο λειωμένο μέταλλο τον Παντελεήμονα. Καθώς οδηγούσαν τον μεγαλομάρτυρα στη νέα αυτή δοκιμασία, εκείνος εύρισκε καταφυγή στην προσευχή, που ήταν ικανή «να σβήσει το καζάνι και να προκαλέσει θαυμαστή αναψυχή».
Ο μεγαλομάρτυς Παντελεήμων είχε ολοφάνερη σε όλους τη θεία προστασία, αλλά και ο αδίστακτος τύραννος διέθετε τόση μανία και μίσος κατά του γενναίου αθλητή, που έδωσε αμέσως εντολή να ριχτεί στη θάλασσα. Οι δήμιοι κρέμασαν από τον τράχηλο του μεγαλομάρτυρα μια βαριά πέτρα και τον πέταξαν στη θάλασσα της Νικομήδειας. Ο Θεός με θαυμαστό τρόπο τον ελευθέρωσε από τη βαριά πέτρα, προς έκπληξη δε και θαυμασμό των παρισταμένων τον είδαν να βγαίνει στην επιφάνεια και σε λίγο να περπατάει στην παραλία! Πολλοί βλέποντας αυτό πίστεψαν στον Χριστό. Τότε ο τύραννος έδωσε νέα εντολή: Να ριχτεί ο άκαμπτος χριστιανός στα άγρια θηρία. Τα πεινασμένα ζώα αντί να ορμήσουν και να τον κατασπαράξουν, στάθηκαν σε μικρή απόσταση από εκέινον και τον κοίταζαν ήρεμα. Ο Διοκλητιανός έδωσε τότε εντολή να οδηγηθεί ο μεγαλομάρτυς στη φυλακή, όπου οι δήμιοι τον υπέβαλαν στο μαρτύριο του τροχού, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτός αποδεικνυόταν «και πάσης πέτρας στερρότερος». Τέλος, ο αυτοκράτορας έλαβε την τελική απόφαση: Να αποκεφαλίσουν τον Παντελεήμονα με ξίφος.
Το μακάριο τέλος
Οι δήμιοι οδήγησαν τον γενναίο ομολογητή και μάρτυρα του Χριστού έξω από την πόλη της Νικομήδειας. Στη διαδρομή εκείνος δεν έπαψε να προσεύχεται και ν’ απαγγέλλει στίχους ψαλμικούς. Όταν έφτασαν στο σημείο του μαρτυρίου, ο Παντελεήμων έσκυψε τον αυχένα για να δεχθεί τον διά ξίφους θάνατο. «Του έκοψαν το ιερό κεφάλι, όμως έτρεξε γάλα αντί για αίμα. Τούτο δε ήταν «απόδειξη της καθαρότητας και της φωτεινότητας της ψυχής του» (Νικήτας ο Παφλαγών). Οι διωκόμενοι χριστιανοί της Νικομήδειας παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Αγίου μεγαλομάρτυρα και το ενταφίασαν στο σημείο εκείνο, όπου αργότερα ιδρύθηκε επ’ ονόματί του μοναστήρι.
Η μνήμη του τιμάται στις 27 Ιουλίου. Είναι ο πολιούχος Άγιος της πόλεως της Φλώρινας και της νήσου Τήλου.
Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, και την παράδοση του Ακροκορίνθου από τους Τούρκους, τον Ιανουάριο του 1822, στόχοι των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν η Πάτρα και το Ναύπλιο, που ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία στον Μοριά, που επέτρεπαν τον ανεφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων. Προτάθηκε τότε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να αναλάβει την πολιορκία της Πάτρας κι εκείνος δέχτηκε πρόθυμα. Οι Έλληνες πέτυχαν σημαντικές νίκες στη Χαλανδρίτσα, το Σαραβάλι και το Γηροκομείο (μονή έξω από την αχαϊκή πρωτεύουσα), αλλ’ η πολιορκία της πόλης δεν προχωρούσε. Ο Κολοκοτρώνης έλαβε διαταγή του τότε Υπουργού Στρατιωτικών Κωλέττη, να εγκαταλείψει την Πάτρα και να τεθεί επικεφαλής των πελοποννησιακών δυνάμεων που θα ενίσχυαν τον αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Έκπληκτος ο Κολοκοτρώνης, με συνοδεία 80 ανδρών έφυγε για την Κόρινθο για να «ιδεί τι πράγμα είναι η Κυβέρνηση και τι μυαλά έχει»!.. Στην Πάτρα, άφησε αντικαταστάτη τον Πλαπούτα. Μετά από πολλές συζητήσεις, οι κυβερνητικοί επέτρεψαν στον Κολοκοτρώνη να συνεχίσει την πολιορκία της Πάτρας. Ήταν όμως φανερό ότι οι πολιτικοί είχαν θορυβηθεί από τις επιτυχίες του Κολοκοτρώνη και φρόντιζαν με κάθε τρόπο να τον υπονομεύουν.
Η θέα στη Χώρα της Σκύρου από τη μονή Αγίου Γεωργίου
Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]