Ο Άγιος Γεράσιμος (Νοταράς), ο νέος Ασκητής, ο εν Κεφαλληνία, είναι ο προστάτης Άγιος και πολιούχος της Κεφαλονιάς. Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Νοταράδων, οι οποίοι ήρθαν στην Κορινθία από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 16ου αιώνα.
Πολλές και σοφές άγιες μορφές παρελαύνουν από τις σελίδες της ιστορίας της μεγάλης μας Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μια τέτοια μορφή και εξαιρετική προσωπικότητα είναι και ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Αρτέμιος που έζησε και μαρτύρησε περί τα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. (361-363). Για τον Μεγαλομάρτυρα τούτον Άγιον αξίζει να μιλήσουμε εκτενέστερα. Γι’ αυτόν λοιπόν και οι γραμμές που ακολουθούν.
Η Μάχη των Γιαννιτσών, στις 19-20 Οκτωβρίου 1912, υπήρξε η πιο φονική αλλά και η σπουδαιότερη του Α’ Βαλκανικού πολέμου. Πρόκειται για μεγαλούργημα του Ελληνικού στρατού, αφού κατά κοινή παραδοχή, η αναχαίτιση των τουρκικών στρατευμάτων απαιτούσε υπερδιπλάσιες δυνάμεις και ισχυρότατο πυροβολικό. Μετά τη νικηφόρα έκβασή της, η ελληνική Στρατιά κινήθηκε προκειμένου να διαβεί τον υπερχειλισμένο Αξιό ποταμό και να προλάβει να ελευθερώσει την Θεσσαλονίκη πριν τους Βουλγάρους. Μετά από τιτάνια συντονισμένη προσπάθεια στην οποία συνέβαλαν με κάθε τους δύναμη οι κάτοικοι της Χαλάστρας και των γύρω περιοχών, κατέστη εφικτό το πέρασμα του Αξιού από τον Ελληνικό στρατό, τη νύχτα της 23-24ης Οκτωβρίου 1912, υπό καταρρακτώδη βροχή και με κατεστραμμένες όλες τις γέφυρες από τον εχθρό κατά το πέρασμά του. Η Μάχη των Γιαννιτσών και το πέρασμα του Αξιού κατέστησαν εφικτή, λίγες ημέρες αργότερα, την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
«Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς»… μια φράση που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε κάποια στιγμή ακούσει ή χρησιμοποιήσει. Πόσοι όμως γνωρίζουμε την ιστορία της καθώς και ότι ταξίδεψε ως την εποχή μας από τον γέρο του Μοριά, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη; Ας δούμε λοιπόν πότε και με ποια αφορμή πρωτοειπώθηκε η φράση αυτή…
Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Συρίας, το πρώτο τέταρτο του 1ου μετά Χριστόν αιώνα. Ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ενδεχομένως η καταγωγή του υπήρξε Ελληνική. Έλληνας στην καταγωγή και την ανατροφή, έλαβε ιατρικές γνώσεις, εξελισσόμενος σε έναν από τους μεγαλύτερους ιατρούς του τότε γνωστού κόσμου, ενώ παράλληλα επέδειξε μεγάλη κλίση στη ζωγραφική.
Το 42 μ.Χ., όταν Αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Τίτος Κλαύδιος, εγκαταστάθηκε στη Θήβα της Βοιωτίας, όπου ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα, ασχολούμενος κυρίως με παθήσεις των οφθαλμών. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Απόστολο Παύλο περιοδεύοντα και αφού επίστευσε στον Χριστό εγκατέλειψε την πλάνη των ειδώλων και έγινε Χριστιανός. Ταυτόχρονα αποφάσισε ν’ αφήσει τη «θεραπεία των σωμάτων», για ν’ ασχοληθεί με το Κήρυγμα του Ευαγγελίου και τη «θεραπεία των ψυχών».
Στη διάρκεια της συνοδοιπορίας του με τον Απόστολο Παύλο, ερχόμενος σε επαφή με τους αυτόπτες μάρτυρες και Αποστόλους του Χριστού και καθ’ υπαγόρευση του ιδίου του Παύλου, συνέγραψε το «Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον» (περίπου το 63 μ.Χ.) και το απέστειλε στον ηγεμόνα της Αχαΐας Θεόφιλο, ο οποίος ήταν ειδωλολάτρης, πίστεψε όμως στον Χριστό από τον Λουκά. Και εκείνος, θέλοντας να τον ενημερώσει περισσότερο, έγραψε και του αφιέρωσε το Ευαγγέλιο, ενώ αργότερα του απέστειλε και το δεύτερο συγγραφικό του έργο, τις «Πράξεις των Αποστόλων», το οποίο αναφέρεται στην ίδρυση της πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας στα Ιεροσόλυμα και στην εξάπλωση του Χριστιανισμού στην Παλαιστίνη και στα άλλα ειδωλολατρικά έθνη μέχρι της Ρώμης, στο πώς οι Απόστολοι κήρυξαν στα έθνη την Ανάσταση του Ιησού Χριστού, όπως επίσης και στο πώς ζούσαν οι πρώτοι Χριστιανοί.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς – Μικρογραφία από βυζαντινό χειρόγραφο
Το Ευαγγέλιό του είναι υψηλής φιλολογικής αξίας, αλλά κύρια θεολογικής. Είναι ευαγγέλιο χαράς και δοξολογίας, γεμάτο με ύμνους, προσευχές και καινοδιαθηκικές δοξολογίες που κληροδοτήθηκαν στην υμνολογική παράδοση της εκκλησίας ως σήμερα. Για τούτο και για άλλα ακόμα θεωρείται ένας αγαπημένος και πολύπτυχος απόστολος. Ο Άγιος Λουκάς ονομάζεται και Ευαγγελιστής της Παναγίας, διότι περισσότερο από τους άλλους Ευαγγελιστές περιγράφει λεπτομέρειες και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την Υπεραγία Θεοτόκο, όπως επίσης και περιστατικά από την παιδική ηλικία του Χριστού.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς είναι και ο πρωτοπόρος στην εξαιρετική τέχνη της Αγιογραφίας. Ακόμα και σήμερα ύστερα από τόσους αιώνες, σώζονται Άγιες Εικόνες του, όπως για παράδειγμα οι τρεις πρώτες που δημιούργησε, οι οποίες έχουν Πατριαρχική αναγνώριση και είναι Εικόνες της Παναγίας με το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά Της.
Η μία είναι η Παναγία η Μεγαλοσπηλαιώτισσα, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο και είναι πλασμένη από κερί και μαστίχα, η άλλη είναι η Παναγία Σουμελά, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά της Βέροιας, ενώ η τρίτη είναι η Παναγία του Κύκκου, που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Κύκκου στην Κύπρο.
Παναγία Μεγαλοσπηλιώτισσα, Παναγία Σουμελά και Παναγία του Κύκκου
Η ιστορία δε των τριών αυτών Εικόνων της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι η ακόλουθη: Κάποια ημέρα ο Άγιος ένοιωσε την επιθυμία να Την ζωγραφίσει, της το ζήτησε και πήρε την Ευλογία Της. Τότε Άγγελος Κυρίου του έδωσε τρία ξύλα και πάνω σε αυτά έφτιαξε τις τρεις πρώτες Εικόνες. Όταν τελείωσε την πρώτη Εικόνα, την οποία έκανε με χρώματα επάνω στο ένα από τα τρία ξύλα που πήρε από τον Άγγελο, πήγε να την δείξει στην Παναγία για να ακούσει την άποψή Της.
Εκείνη είδε την Εικόνα και του είπε ότι ήταν πολύ καλή, όμως είχε ένα έλλειμμα πολύ σημαντικό. Εικονιζόταν μόνη, δεν είχε ζωγραφίσει δηλαδή ο Άγιος τον Ιησού Χριστό ως Βρέφος. Αφού συμπλήρωσε την πρώτη αυτή Εικόνα, σύμφωνα με το Θέλημα της Παναγίας, ο Ευαγγελιστής Λουκάς έφτιαξε και δεύτερη Εικόνα, αυτή τη φορά με την τέχνη του κεριού και της μαστίχας, στο ένα από τα δύο ξύλα που έμειναν από αυτά που του έδωσε ο Άγγελος. Την μετέφερε δε και αυτή (όπως και την πρώτη) για να τη δείξει στην Παναγία. Τέλος, στο τελευταίο ξύλο που του είχε μείνει, έκανε με χρυσό και ασήμι την τρίτη Εικόνα. Και καθώς ολοκλήρωσε το έργο του, παρουσίασε και τις τρεις Εικόνες μπροστά Της. Εκείνη, αφού τις Ευλόγησε, είπε: «Η Χάρη του Υιού μου να είναι δι’ εμού με τις Εικόνες αυτές».
Ο Άγιος Απόστολος Λουκάς ο Ευαγγελιστής ιστορεί την εικόνα της Παναγίας
Αργότερα, με την τέχνη του κεριού και της μαστίχας δημιούργησε και τις Εικόνες των Αγίων και Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Επίσης, ο Σωτήρας Χριστός, ο Λυτρωτής του κόσμου, που τόσο είχε αγαπήσει αφιερώνοντας τη ζωή του σε Αυτόν, τον Ενέπνευσε να ζωγραφίσει τον Καλό Ποιμένα Χριστό, που φέρει στους ώμους Του το απολωλός πρόβατο. Έκτοτε, η υπέροχη αυτή Τέχνη του απεικονισμού των Αγίων, δηλαδή της Αγιογραφίας, διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη.
Όμως ο Άγιος Λουκάς δεν υπήρξε μόνον Ευαγγελιστής, αλλά και σπουδαίος Απόστολος, διότι δεν αρκέστηκε μόνο στο να γράψει το Ιερό Ευαγγέλιό του, αλλά θέλησε και να το κηρύξει με την ζωντανή παρουσία του σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Θεωρείται κυρίως απόστολος των Ελλήνων, μια και έδρασε και εκοιμήθη στον ελλαδικό χώρο. Έτσι, αφού κήρυξε πρώτα το Ευαγγέλιο στον Ελλαδικό χώρο, όπως στην Αχαΐα, τη Βοιωτία και τη Μακεδονία, μετά πήγε σε μακρινά μέρη όπως στη Δαλματία και τη Γαλλία, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι πήγε ακόμα και στην Ιταλία και την Αφρική.
Ο ιερός ναός του Αγίου Αποστόλου Λουκά στη Θήβα Βοιωτίας
Ύστερα από ένα μακρύ και περιπετειώδη βίο, πλούσιο σε Χριστιανικό και Ιεραποστολικό έργο, ο Άγιος Λουκάς ευρισκόμενος στη Θήβα Βοιωτίας, αναχώρησε μαρτυρικά από την επίγεια ζωή σε ηλικία 80 ετών, για την αιώνια ζωή και μακαριότητα. «Ο Λουκάς συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων Μαρτύρων της Εκκλησίας», αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ενώ ο Άγιος Ιερομάρτυς Ιππόλυτος στο βιβλίο του «Περί των 70 Αποστόλων», μας πληροφορεί για το μαρτύριο του Ευαγγελιστή Λουκά, λέγοντας πως «τον σταύρωσαν σε μία ελιά».
Ο Απόστολος Λουκάς ενταφιάστηκε στη Θήβα, σε μαρμάρινη ρωμαϊκή λάρνακα που σώζεται μέχρι σήμερα, πάνω πιθανόν από τον αρχικό του τάφο, εντός του ιερού ναού που ανηγέρθη προς τιμήν του Αγίου. Στον Ιερό τάφο του, θέλοντας ο Θεός να δοξάσει τον πιστό Του θεράποντα και εργάτη, έβρεξε κολλύρια, σύμβολα της ιατρικής επιστήμης, ενώ κάθε χρόνο την ημέρα της Μνήμης του, γίνονταν πολύ σπουδαία Θαύματα θεραπείας πολλών ασθενών από οφθαλμικές παθήσεις.
Το 357 μ.Χ. ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος, γιος του Αγίου Κωνσταντίνου, μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και τοποθέτησε στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων τα Λείψανα του αγίου Αποστόλου Λουκά, τα οποία θεράπευσαν τον βαριά άρρωστο Ανατόλιο τον ευνούχο. Με το πέρας των χρόνων τα λείψανα του Αγίου Αποστόλου Λουκά μεταφέρθηκαν στην Πάδοβα της Ιταλίας.
Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2000, έπειτα από πολυετείς προσπάθειες της Τοπικής Εκκλησίας επεστράφη τμήμα των ιερών λειψάνων στην από αιώνες κενή λάρνακα. Ο Προσκυνηματικός Ναός σήμερα κοσμεί την πόλη της Θήβας και πολλοί προσκυνητές επισκέπτονται τον ιερό αυτό χώρο για να λάβουν την ευλογία του ιδρυτού της τοπικής Βοιωτικής Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά τη Μνήμη του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά στις 18 Οκτωβρίου, την δε κατάθεση των Τιμίων Λειψάνων του στον Ιερό Ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως, εορτάζει στις 20 Ιουνίου.
Λουκάς ο Ευαγγελιστής, Tετραευαγγέλιο σε περγαμηνή – Ιερά Μονή Καρακάλου Άγιον Όρος
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά, η οποία αγαπούσε πολύ ένα αγοράκι. Και κάθε μέρα το αγόρι ερχόταν μάζευε τα φύλλα της κι έφτιαχνε στέμματα παριστάνοντας τον βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό της και στα κλαδιά της, τρώγοντας τους καρπούς της. Και έπαιζαν κρυφτό. Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου. Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά πάρα πολύ. Και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Ξεχωριστή τιμή και χαρά αποτελεί σήμερα για το ιστολόγιο η ευγενική παραχώρηση εκ μέρους του κ.Αριστείδη Παναγίδη του κειμένου του που ακολουθεί και η δημοσίευσή του. Μέσα από τα σπουδαία νοήματά του, το κείμενο πραγματεύεται την έννοια του πατριωτισμού στις μέρες μας. Ο λόγος του κ. Παναγίδη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των πρόσφατων εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και των νέων, οξύτατων προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο Ελληνισμός. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο, το σύγχρονο πρόσωπο της ηθικής σήψης, της διαφθοράς και της πατριδοκαπηλίας, όπως συχνά εκδηλώνονται στο πλαίσιο του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της εποχής μας, υπονομεύοντας -εκ των έσω, ύπουλα και συστηματικά, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας, της πατρίδας μας και του λαού μας, σε Ελλάδα και Κύπρο.
Σκυμμένοι από το παραθύρι Και του προσώπου μας οι γύροι η ίδια μας ήτανε ψυχή. Η συννεφιά, χλωμή σα θειάφι, θάμπωνε αμπέλι και χωράφι, ο αγέρας μεσ’ από τα δέντρα με κρύφια βούιζε ταραχή, η χελιδόνα, με τα στήθη, γοργή, στη χλόη μπρος – πίσω εχύθη.
Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» ήταν το επίσημο έντυπο της Διοικήσεως. Κυκλοφόρησε από τις 7 Οκτωβρίου 1825 μέχρι τις 23 Μαρτίου 1832. Επί επτά συνεχόμενα έτη κάλυπτε τις ανάγκες της Κυβερνήσεως και είναι προδρομικό έντυπο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή Σάββατο, συνήθως τετρασέλιδη, συνοδευόταν και από παραρτήματα. Η αρίθμηση ήταν συνεχής και οι διαστάσεις 29×22 εκ. Ετήσια συνδρομή: τάλαρα δίστηλα 6. Τυπογραφείο: Εθνική Τυπογραφία.
Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα 2 Φεβρουαρίου 1829
Πρόκειται για το ημιεπίσημο, αρχικά, όργανο της Διοικήσεως που πρωτοκυκλοφόρησε στο Ναύπλιο. Διευθυντής της τυπογραφίας της Διοικήσεως και «εφημεριδογράφος» ορίστηκε αρχικά ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αποτελεί τη μόνη εφημερίδα της εποχής με πανελλήνιο και όχι τοπικό χαρακτήρα.
Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος δημοσίευε συστηματικά τα Πρακτικά του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, αλλά περιελάμβανε και πολιτικά, φιλολογικά άρθρα και ποιήματα, δοκίμια για τον πατριωτισμό, σχόλια για την κατάσταση της Ελλάδος και γεωργικές συμβουλές (όπως το πώς φυτεύονται τα γεώμηλα), ειδήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού καθώς και επιστολές των αναγνωστών.
Πληροφορίες αντλούσε από τις εφημερίδες «Ανατολικός Θεατής», «Εφημερίς της Σμύρνης», «Εφημερίς Οδησσού», «Ο Ήλιος», «Συνταγματικός», αλλά και από μία πληθώρα εφημερίδων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Μάλτας, της Ελβετίας κ.ά.
Γνώρισε αρκετές αλλαγές έδρας. Μεταφέρθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1826 από το Ναύπλιο στην Αίγινα και στις 30 Μαρτίου 1827 στον Πόρο. Ο υπεύθυνος συντάκτης Θεόκλητος Φαρμακίδης παραιτήθηκε από τη θέση του, τον Ιούνιο 1827, «διά περιστάσεις ιδιαιτέρας», αλλά στην πραγματικότητα διαφωνώντας με την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτου της Ελλάδος».
Προστριβές μεταξύ του Θ. Φαρμακίδη και του Βουλευτικού είχαν προκύψει και νωρίτερα, τον Φεβρουάριο 1827, είχαν όμως ξεπεραστεί με την υποστήριξη των βουλευτών Σπ. Τρικούπη, Εμμ. Αντωνιάδη και Λιβέριου Λιβερόπουλου. Την θέση του Θ. Φαρμακίδη κατέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις 22 Ιουνίου 1827 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο υπό τη διεύθυνση του Γ. Χρυσίδη για να μεταφερθεί και πάλι στην Αίγινα στις 24 Αυγούστου 1827, όπου και παρέμεινε έως τον Οκτώβριο 1830, με ένα μηνιαίο διάλειμμα, οπότε εκδιδόταν στο Άργος.
Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, 8 Μαρτίου 1830
Από τις 18 Οκτωβρίου μεταφέρθηκε εκ νέου στο Ναύπλιο. Τον Δεκέμβριο 1831, τη θέση του Χρυσίδη, ως αντιπολιτευομένου τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, κατέλαβε ο ηπειρώτης λόγιος και νομικός Ιωάννης Γαλιάτσας, έως τον Μάρτιο της επομένης χρονιάς.
Στις 18 Απριλίου 1832 άλλαξε τον τίτλο της σε «Εθνική Εφημερίς» υπό την διεύθυνση και πάλι του Γ. Χρυσίδη. Τέλος, στις 16 Φεβρουάριου 1833 ο χαρακτήρας της έγινε αποκλειστικά κυβερνητικός και πήρε την ονομασία «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», ονομασία που διατηρεί έως σήμερα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
«Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθησε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός…». Νικηταράς
Ήταν μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Οκτωβρίου του 1960, όταν στους δρόμους της Αθήνας ήχησε για τελευταία φορά το «καμπανάκι» του τραμ. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, στις 19 Ιουλίου του 2004, το τραμ επέστρεψε..
Ο Άγιος Θεράπων βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους. Είναι χωριό κτισμένο σε υψόμετρο 570 μ. Ανήκει στη γεωγραφική περιφέρεια των κρασοχωρίων. Στα νότια συνορεύει με τις Πάνω Κυβίδες και με την κοινότητα Σούνι – Ζανατζιά, στα βορειοδυτικά με τον Άγιο Αμβρόσιο, στα δυτικά και νοτιοδυτικά με το Βουνί, στα ανατολικά και νοτιανατολικά με τη Λόφου και στα βορειοανατολικά με την Άλασσα.
Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της νέας Επιβατινής βρίσκεται μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινουπόλεως. Ο ναΐσκος της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε μετά την πυρκαγιά του 1798, τον Ιανουάριο 1799. Η χρονολογία αυτή αναφέρεται πάνω στο βόρειο τοίχο προς την γωνία του μικρού ιερού βήματος. Το παρεκκλήσιο αυτό δεν αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή την από την Ρώμη καταγόμενη (26 Ιουλίου), αλλά στην Νέα, την επονομαζόμενη «Επιβατιανή». Το λείψανο της αγίας ως το 1642 εφυλάσσετο στον πατριαρχικό ναό, όπου είχε μεταφερθεί από το Βελιγράδι. Σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας βρίσκεται σε ναό του Ιασίου.
Η οσία Παρασκευή η νέα η Επιβατινή έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος παρά το γεγονός ότι έζησε τόσο λίγα χρόνια πάνω στη γη. Το άφθαρτο Λείψανό της εδώ και δέκα αιώνες είναι ένα μεγάλο θαύμα καθώς ομοιάζει μ’ ένα ζωντανό άνθρωπο ο όποιος κοιμάται. Φυλάσσεται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, μέσα σε ασημένια λειψανοθήκη, και παραμένει μιά αστείρευτη πηγή ιάσεων και ευλογίας για κάθε πιστό και για τους λαούς ολόκληρης της Βαλκανικής, που τόσο δοκιμάστηκαν στην πάροδο της ιστορίας.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]