«Γεντί Κουλέ και Θαραπειά, Ταταύλα και Νιχώρι, αυτά τα τέσσερα χωριά ‘μορφαίνουνε την Πόλη»
Με ιδιαίτερη κατάνυξη και συγκίνηση εορτάστηκε και φέτος η μνήμη του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού, στον ομώνυμο ναό στο Νεοχώρι (Νιχώρι – Γενίκιοϊ) του Βοσπόρου, στην Κωνσταντινούπολη. Φέτος βέβαια η συμμετοχή των πιστών ήταν εξαιρετικά περιορισμένη λόγω της ισχύος των περιορισμών για την αποφυγή διασποράς του κορωνοϊού, ωστόσο ελπίζουμε σύντομα να ξεπεραστούν οι παρούσες δυσκολίες και ο ναός να γεμίσει ξανά από τους πιστούς Νιχωρίτες και τους επισκέπτες προσκυνητές του.
Εικόνα του Αγίου Νικολάου από την Ι.Μ. Αγίου Νικολάου Σινασσού Καππαδοκίας
Στην αγιοτόκο γη της Καππαδοκίας και συγκεκριμένα στη Σινασό, ένα πανέμορφο μοναστήρι είναι λαξευμένο μέσα σ’ έναν τεράστιο κωνοειδή βράχο. Εκτός από τον Άγιο Νικόλαο, το μοναστήρι είναι αφιερωμένο και στους Αγίους Σάββα, Μηνά και Βαρβάρα. Μάλιστα, ο Άγιος Νικόλαος εθεωρείτο γενικός θεματοφύλακας της κινητής και ακίνητης περιουσίας της κοινότητας. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το μοναστήρι ερημώθηκε, ενώ το 2011 ανακαινίστηκε από τις τουρκικές αρχές.
Η Μάκρη και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου
Η Μάκρη της Μικράς Ασίας είναι πόλη με μεγάλη Ελληνική Κοινότητα (3.000 Έλληνες επί συνόλου 6.500 κατοίκων). Πολλά από τα σπίτια των Ελλήνων σώζονται μέχρι σήμερα, όπως ήταν πριν από το 1922. Ο ιερός ναός του Αγίου Νικολάου, σε ύψωμα της πόλης, δεσπόζει σε όλη τη γύρω περιοχή.
Πάνω στις όχθες της λίμνης της Καστοριάς, δίπλα στο Σπήλαιο του Δράκου, δεσπόζει το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού. Κάθε χρόνο, στις 6 Δεκεμβρίου, τελείται εδώ ο Μεγάλος Εσπερινός με αρτοκλασία την παραμονή και Θεία Λειτουργία ανήμερα, με τη συμμετοχή πλήθους ευσεβών Καστοριέων, ενώ την επιμέλεια του ναού και της πανηγύρεως έχει, επί σειρά ετών, η κα Θεοδότα Φωτιάδου.
Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υπεβλήθη σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα της Λυκίας. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Ο συγγραφεύς περιγράφει τον εσπερινόν της παραμονής του Αγίου Νικολάου εις τον ομώνυμον ναόν της πατρίδος του Σκιάθου
Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ΄ εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος* και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον. Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία, τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν’ αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.
Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν. Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του Αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία, των θαλασσών ο Άγιος.
Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι, διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς, όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν’ αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα, πρώτα θα φέρη το τάξιμό του εις τον Άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετήση την μητέρα του την σύζυγόν του.
Αλλ’ ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ. Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηριού τοίχους, εις τον Άθωνα. Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε δια του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού αρχιερέως.
Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ηυχαριστείτο, ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ηυχαριστούντο γύρο, γύρο οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα.
Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες, ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του Αγίου και ευλογούσεν η χείρ τους προσφιλείς του ναυτίλους και ότι συχνά μετέβαλλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο Άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του, ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μύρων, άγριος και απειλητικός εμφανισθείς, εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα.
Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον Άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παρίστα τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν, ο ενθυμούμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν, ότι έβλεπε διάβροχον τον Ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.
Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.
Έξι Δεκεμβρίου και σήμερα, σε Ανατολή και Δύση, τιμάται η μνήμη του Αγίου Νικολάου, του Αγίου που προστατεύει τους ναυτικούς σε όλο τον κόσμο, του «δικού μας» Αγίου, που προστατεύει το ελληνικό Πολεμικό και Εμπορικό Ναυτικό.
Γιορτάζει σήμερα ένας πολύ, πάρα πολύ μεγάλος άγιος. Ο άγιος Σάββας ο ηγιασμένος είναι σπλάχνο της Καππαδοκίας, αφού γεννήθηκε εκεί, το 431 μ.Χ. Μεγαλώνοντας, επισκέφτηκε την αγία πόλη της Ιερουσαλήμ, προσκύνησε τους Αγίους Τόπους κι ύστερα πήγε στην έρημο της Ανατολής, στον άγιο Ευθύμιο τον μεγάλο. Εκείνος τον έστειλε στον άγιο Θεόκτιστο, όπου παρέμεινε αρκετά χρόνια, ασκήθηκε πολύ, κι ανέβηκε ψηλά. Έλαμψε το πρόσωπο του. Η χάρη του Θεού τον είχε από κοντά. Κι ύστερα πήγαινε και στην έρημο και προσευχόταν κι αγωνιζόταν κι αργότερα έφτιαξε και τη μονή του αγίου Σάββα, την περίφημη, που ‘ναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, απέκτησε πολλούς, αναρίθμητους μοναχούς.
Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας έβαλαν τη δική τους σφραγίδα ο καθένας στη διατύπωση της αποκαλυμμένης και σώζουσας αλήθειας. Είναι όντως θαυμαστό το γεγονός ότι ουδέποτε υπήρξε χρόνος στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας να μην υπάρχουν Πατέρες και διδάσκαλοι, οι οποίοι εκφράζουν την αυτοσυνειδησία Της.
Ο ιερός ναός της Αγίας Βαρβάρας είναι από τους παλαιότερους ναούς της πόλεως. Βρίσκεται κοντά στον μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, πάνω στην ομώνυμη οδό. Η Αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του Ρεθύμνου και από το 2003, μετά από απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, η 4η Δεκεμβρίου, ημέρα της γιορτής της αποτελεί επίσημη αργία για την πόλη του Ρεθύμνου.
Ο άγιος καταγόταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.
«Όχι άλλο σαν εγύρισε ο νους σου σαν ανέμη, εμένα μια μελαχροινή στέκει και μ’ ανημένει. Σα θέλεις Άη Γιάννη μου να σ’ άφτω τα κεριά σου κάνε με γειτονόπουλο με τη γειτόνισσα σου…» (Χορός Πρινιώτης, Κρήτη)
Η Αγία Μυρώπη (ή Μερόπη) ήταν από τις πιο γενναίες γυναίκες που μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής Εκκλησίας. Έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και γεννήθηκε στην πόλη Έφεσο. Έχασε νωρίς τον πατέρα της και ανατράφηκε στην πίστη του Χριστού από τη μητέρα της, που καταγόταν από τη Χίο. Λέγεται ότι στην Έφεσο, η Αγία πήγαινε καθημερινά στον τάφο της Αγίας Ερμιόνης, θυγατέρας του αποστόλου Φιλίππου και έπαιρνε το αναβλύζον απ’ αυτόν μύρο και τον έδινε με αφθονία στους πιστούς, γι’ αυτό και ονομάστηκε Μυρώπη.
Κι όπως έχουν να λένε δυο φορές το χρόνο στις Ισημερίες μικρά λευκά παιδιά μηδαμινά στο ζύγι έπεφταν συνεχώς σαν απαλές νιφάδες και με το πρώτο που άγγιζαν έλιωναν κι έμενε η δροσιά.
Κι όπως έχουν να λένε δυο φορές το χρόνο στις Ισημερίες μικρά λευκά παιδιά μηδαμινά στο ζύγι έπεφταν συνεχώς σαν απαλές νιφάδες και με το πρώτο που άγγιζαν έλιωναν κι έμενε η δροσιά.
Ο όσιος Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.
Ο άγιος Φιλάρετος ζούσε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης, καταγόμενος από τη χώρα των Παφλαγόνων, υιός Γεωργίου και Άννης, οι οποίοι τον νύμφευσαν με μία σεμνή γυναίκα. Ασχολείτο με τη γεωργία και από εκεί ζούσε πολύ καλά, ενώ ήταν και πάρα πολύ ελεήμων. Όμως από κάποιες συγκυρίες τα πράγματα άλλαξαν και κατάντησε σε τόση φτώχεια, ώστε να στερείται και από την αναγκαία τροφή. Ο Θεός όμως βλέποντας την υπομονή και την πίστη του σ’ Εκείνον, δεν τον άφησε να ταλαιπωρείται μέχρι τέλους από τη φτώχεια. Διότι οικονόμησε και ο υιός της βασίλισσας Κωνσταντίνος πήρε ως γυναίκα του την εγγονή του Φιλαρέτου Μαρία, η οποία ήταν πολύ όμορφη και ευπρεπής, ενώ τον ίδιο τον Φιλάρετο τον τίμησε με το αξίωμα του Υπάτου, οπότε απέκτησε και πάλι πολλά χρήματα και περιουσία, τα οποία όμως συνέχισε να τα προσφέρει άφθονα στους φτωχούς. Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός να φύγει από τον κόσμο αυτό και ο Θεός του έδωσε την πληροφορία της αναχωρήσεώς του, συγκάλεσε όλους τους συγγενείς του, τους προείπε όσα επρόκειτο να συμβούν σ’ αυτούς και πρόσθεσε τα παρακάτω: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε τη φιλοξενία, να επισκέπτεσθε τους αρρώστους και τους φυλακισμένους, να προστατεύετε τις χήρες και τα ορφανά. Ξένα πράγματα ποτέ μην επιθυμήσετε, μην απομακρύνεστε από τις εκκλησιαστικές συνάξεις, και μ’ έναν λόγο: όπως είδατε εμένα να πράττω, έτσι και εσείς μη παύετε να πράττετε. Κι αφού είπε αυτά, αναπαύτηκε εν ειρήνη».
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]