«Πώς πέρασαν οι μήνες, πότε έφθασε ο χειμώνας, οι μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, η Γέννηση του Σωτήρα μας, ούτε που το κατάλαβα. Ξημέρωσε μια παγωμένη ημέρα του Δεκέμβρη. Μια μέρα κρύα και ο ήλιος που ταξίδευε πάνω στον ατσάλινο ουρανό μάταια πάσχιζε να ζεστάνει τη Θεοφύλακτη. Τα σύννεφα, φορτωμένα χιόνι, ταξίδευαν σπρωγμένα από το ξεροβόρι. Από νωρίς, πολύ πριν έλθει η νύχτα, οι κάτοικοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, σε αρχοντικά ή σε χαμόσπιτα, ανάλογα με τη γέννα του καθεμιανού, και οι πλατείες και οι φαρδιοί δρόμοι και τα στενοσόκκακα ήταν έρημα και σιωπηλά και μόνο προς τον Κεράτιο, εκεί που ήτανε τα καπηλειά, ακούγονταν οι φωνές και τα τραγούδια των χαροκόπων…».
Κώστας Κυριαζής, «Θεοφανώ» (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, απόσπασμα)
Ο συγγραφεύς περιγράφει τον εσπερινόν της παραμονής του Αγίου Νικολάου εις τον ομώνυμον ναόν της πατρίδος του Σκιάθου
Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ΄ εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος* και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον. Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία, τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν’ αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.
Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν. Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του Αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία, των θαλασσών ο Άγιος.
Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι, διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς, όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν’ αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα, πρώτα θα φέρη το τάξιμό του εις τον Άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετήση την μητέρα του την σύζυγόν του.
Αλλ’ ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ. Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηριού τοίχους, εις τον Άθωνα. Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε δια του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού αρχιερέως.
Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ηυχαριστείτο, ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ηυχαριστούντο γύρο, γύρο οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα.
Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες, ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του Αγίου και ευλογούσεν η χείρ τους προσφιλείς του ναυτίλους και ότι συχνά μετέβαλλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο Άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του, ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μύρων, άγριος και απειλητικός εμφανισθείς, εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα.
Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον Άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παρίστα τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν, ο ενθυμούμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν, ότι έβλεπε διάβροχον τον Ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.
Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.
«Όχι άλλο σαν εγύρισε ο νους σου σαν ανέμη, εμένα μια μελαχροινή στέκει και μ’ ανημένει. Σα θέλεις Άη Γιάννη μου να σ’ άφτω τα κεριά σου κάνε με γειτονόπουλο με τη γειτόνισσα σου…» (Χορός Πρινιώτης, Κρήτη)
Ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας δια χειρός Φωτίου Κόντογλου Ι.Ν. Αγίου Ανδρέα, Πατήσια
Προχθές στις 30 του Nοέμβρη ήτανε η μνήμη του αγίου αποστόλου Aνδρέα του Πρωτοκλήτου. Όλοι οι απόστολοι πεθάνανε με μαρτυρικό θάνατο, κηρύχνοντας το Eυαγγέλιο σε διάφορες χώρες. Στην Eλλάδα μαρτύρησε μοναχά ένας απ’ αυτούς, ο Aνδρέας ο Πρωτόκλητος, δηλαδή που πήγε πρώτος κοντά στον Xριστό. Mαρτύρησε στην Πάτρα. Πολύ τιμημένη είναι η Πάτρα μέσα στον κόσμο, γιατί αξιώθηκε να ποτισθεί το χώμα της με το αίμα εκείνου που τον κάλεσε ο Xριστός πριν από τους άλλους έντεκα, πριν από τον αδερφό του τον Πέτρο.
ΣΤΡΑΤΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, 6 Μαΐου 1895 – 26 Νοεμβρίου 1983 (homouniversalisgr.blogspot.com)
Ο Στρατής Δούκας ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες και ζωγράφους της «γενιάς του ‘30» και σημαίνων εκπρόσωπος της Αιολικής σχολής γεννήθηκε στα Μοσχονήσια του Αδραμυτινού κόλπου της Μικράς Ασίας, γιος του Κωσταντή Δούκα και της Αιμιλίας το γένος Χατζηαποστολή. Είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Αλέκο. Τελείωσε το σχολαρχείο στη γενέτειρά του και το γυμνάσιο στο Αϊβαλί.
Η νύχτα γέμισε υποσχέσεις. Η νύχτα γέμισε τομές. Κανένας δεν ξέρει πότε και πώς και ως πού θα φτάσει η δύναμη της φωνής στους 1.050 χιλιόκυκλους. Κανένας δεν ξέρει αν θα είναι η ίδια φωνή κι αν το χειροκρότημα θα έρθει αργά, πολύ αργότερα από το κακό.
Στον καιρό των Τούρκων, φανήκανε στον Μοριά κάμποσοι άγιοι, μάρτυρες και όσιοι, που τον ευωδιάσαμε με την αγιωσύνη τους, και σ’ αυτούς βρήκανε παρηγοριά οι βασανισμένοι χριστιανοί εκείνου του καιρού, και στήριγμα κ’ ελπίδα οι σκλάβοι κ’ οι κατατρεγμένοι.
Ένα μεγάλο θαύμα του Αγίου Μηνά συντελέστηκε το 1826 μ.Χ., στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος και είναι ο Πολιούχος και προστάτης της. Το 1821, μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε εκτεταμένες σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της μαρτυρικής Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων συγκαταλέγονται ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.ά., οι οποίοι εσφαγιάστηκαν την 24η Ιουνίου 1821 στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου, που είναι αφιερωμένος στον Άγιο Μηνά. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας του ναού σφαγιάστηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα!
Ο Οδυσσέας Ελύτης (στο κέντρο) στο Αλβανικό μέτωπο το 1940-41
Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο το 1940, ως ανθυπολοχαγός. Ο σημαντικότερος πνευματικός καρπός της εμπειρίας του εκείνης είναι το έργο του «Το Άξιον Εστί», στο οποίο έκλεισε ολόκληρη τη μαρτυρική μοίρα και την πορεία του Ελληνισμού με έναν τρόπο που καθόρισε μοναδικά και για πάντα τα Ελληνικά γράμματα.
Στις 8 Αυγούστου 1938 ανοίγει τις πύλες του στην Αυστρία το φοβερό στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης του Μαουτχάουζεν (γερμ. Konzentrationlager KZ Mauthausen – Gusen), που υπήρξε συνώνυμο του θανάτου και τόπος μαρτυρίου για πάνω από 200.000 κρατουμένους από σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρώπης. 122.797 άνθρωποι, ανάμεσά τους και 3.700 Έλληνες, ξεψύχησαν μαρτυρικά στα κρεματόρια του Μαουτχάουζεν.
Η «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη τοποθετείται στη σειρά των αντιπολεμικών βιβλίων που πήγασαν από τις οδυνηρές εμπειρίες του πολέμου, στον οποίο ο συγγραφέας έλαβε μέρος ως εθελοντής. Το βιβλίο είναι γραμμένο με τη μορφή σειράς επιστολών που υποτίθεται ότι έγραψε ο λοχίας Αντώνης Κωστούλας για να τις στείλει σε κάποια γυναίκα, χωρίς ποτέ να μπορέσει να τις ταχυδρομήσει. Στο διήγημα «Η μυστική παπαρούνα» ο αφηγητής υποφέρει από ένα παλαιό τραύμα (από τους πολέμους 1912-13), που άνοιξε και τον αναγκάζει να μένει μέρα – νύχτα στο αμπρί του, ένα πρόχειρο καταφύγιο στα χαρακώματα.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]