Το Ελληνικό Καλοκαίρι (Jacques Lacarrière)

(φωτ. Δ. Διανελλής, «Στην αγκαλιά του Παγασητικού», 1980, Η Μαγνησία Στο Πέρασμα Του Χρόνου/fb)

«Στην Ελλάδα η ομορφιά δεν μαθαίνεται ποτέ, είναι αυθόρμητη, αυτόχθονη όπως τ’ άσπρα κεντίδια των κυμάτων πάνω στην άμμο, όπως η μελετημένη συμμετρία των κυπαρισσιών σε όλο το μήκος των δρόμων, σαν μία πανδαισία χρωμάτων σε πόρτες και παράθυρα, ή σαν το πολύχρωμο έμβλημα των ελληνικών ενδυμάτων και κοσμημάτων. Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά».

Συνέχεια

Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι (Νίκος Καζαντζάκης)

Νικόλαος Γύζης, Η Μητέρα

«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο σπίτι της Αίγινας

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει».

* Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961.

Πηγή: antikleidi.com

Το τροπάριο της Κασσιανής (Φώτης Κόντογλου)

Το τροπάριο της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε ποτέ στην εκκλησιά. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο, και το πάθος της αμαρτωλής που μετανοιώνει, καθώς κ’ η ιστορία της Κασσιανής που το σύνθεσε.

Αλλά προπάντων, κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πούναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πη κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δε μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα που το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.

Συνέχεια

Χωρίς στεφάνι (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896, στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτυλίσσεται στην Αθήνα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (καθώς τότε ακόμα δεν υφίστατο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Αναστάσεως. Ένα διήγημα που μπορεί να ταιριάζει με αυτό που αποκαλούμε «ατμόσφαιρα των ημερών», όμως θίγει διαχρονικά ζητήματα της κοινωνίας μας, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.

Συνέχεια

Άνοιξη στο Αιγαίο

Στ’ ακρογιάλια του Αιγαίου η άνοιξη βγαίνει από τη θάλασσα. Ένα πρωί ο αγέρας φέγγει πιο γαλάζιος, τα κύματα ξεδιπλώνουν στον άμμο το νέο ρυθμό με κοντές αναπνοές. Το πέλαγο μυρίζει φρεσκάδα, παντού το κεντάνε σύντομες απανωτές αστραψιές. Τότες ανοίγουν πάνω στα τρεμουλιάρικα νερά κύκλοι ασημένιοι, μ’ ένα χρώμα σαν το στήθος του παγονιού. Είναι αμέτρητοι, ο ένας μέσα στον άλλον, ο ένας κυνηγά τον άλλον. Έτσι ως τον ορίζοντα. Από τη μέση, από την καρδιά του ανθού της θάλασσας, βγαίνει η άνοιξη του Αιγαίου. Η Αναδυόμενη. Παντού πεταρίζουν άσπρες, γαλανές φτερούγες. Γιορτάζει ο αγέρας, η στεριά, τα λαφριά σύννεφα κι ο μεταξωτός ουρανός. Τα καράβια μέσα στο λιμάνι ισάρουν όλα τα πανιά να στεγνώσουν, κ’ είναι να κάθεσαι να τα βλέπεις. Στις ρηχοπατιές σειούνται, πιασμένα από τις μαλλιασμένες πέτρες του βυθού, λιγνά, μακριά τσουνιά από νερολούλουδα.

Συνέχεια

Τα Κούλουμα (Κώστας Βάρναλης)

Νότης Ξάνθης, «Κούλουμα στον Κολωνό»

Τα κούλουμα, βεβαίως, είναι αύριο -αλλά δεν βλάφτει να τα μελετήσουμε από σήμερα, αν μη τι άλλο να προετοιμαστούμε. Διάλεξα να σας παρουσιάσω ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, γραμμένο και δημοσιευμένο σε πολύ πιο δύσκολους καιρούς, τον Μάρτιο του 1943, για την ακρίβεια στις 8 Μαρτίου 1943, στη στήλη «Τέχνη και Ζωή» της «Πρωίας», της εφημερίδας όπου ο μεγάλος ποιητής είχε βρει φιλόξενη στέγη από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας (τότε, βεβαίως, δεν έβαζε την υπογραφή του, μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος). Ο Βάρναλης περιγράφει πώς γιόρταζαν τα Κούλουμα οι Αθηναίοι στα χρόνια της νιότης του -μην ξεχνάμε πως ήρθε στην Αθήνα δεκαοχτάχρονος, το 1902, για να σπουδάσει φιλόλογος.

Συνέχεια

Στη μνήμη της Άννας Φρανκ

Ένα βίντεο – ντοκουμέντο με τη 13χρονη Άννα Φρανκ

Την απαθανάτισαν τυχαία κατά τη διάρκεια ενός γάμου στη γειτονιά της…

Το ολλανδικό μουσείο «Το σπίτι της Άννας Φρανκ» (Anne Frank House) παρουσίασε ένα βίντεο της Άννας Φρανκ, η οποία υπήρξε θύμα της θηριωδίας των Ναζί. Το βίντεο χρονολογείται από το 1941 και είναι η μόνη καταγραφή της Άννας Φρανκ σε φιλμ. Το βίντεο δείχνει την 13χρονη Άννα την ημέρα του γάμου μιας γειτόνισσάς της. Το κορίτσι σκύβει από το μπαλκόνι του, για να δει καλύτερα τον γαμπρό και τη νύφη κι εκεί τη συλλαμβάνει ο φακός.

Συνέχεια

Ο Μέγας Ευθύμιος, ο Ήλιος της Ερήμου (Φώτης Κόντογλου)

Ἀληθινὰ κράζει ὁ προφήτης: «Ἀγαλλιάσθω ἡ ἔρημος καὶ ἀνθήτω ὡς κρῖνον». Μὲ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ γεμίσανε οἱ ἐρημιὲς ἀπὸ ἁγίους ἀνθρώπους, ἀπὸ ἄνθη πνευματικά. «Καὶ ἀντὶ τῆς στιβῆς, ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονίζης, ἀναβήσεται μυρσίνη». Καὶ ὁ ὑμνωδὸς γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀγγελικοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου, ποὺ εἴχανε τὸ δάκρυ καθημερινό, ἀλλὰ ὄχι τὸ δάκρυ τῆς ἀπελπισίας, ἀλλὰ τῆς κατανύξεως τὸ «χαροποιὸν δάκρυον» ψέλνει παθητικά: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας, καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας, καὶ γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι, Εὐθύμιε πατὴρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Συνέχεια

Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Vasily Maximov, Ο άρρωστος σύζυγος (1881)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αφηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (καράβια ευρισκόμενα σε καραντίνα εξαιτίας μολυσματικής νόσου), προκειμένου να σώσει το γιο της. Ιστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Ευρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις. Ο «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» πρωτοδημοσιεύτηκε σε σειρά επιφυλλίδων, στην εφημερίδα Ακρόπολις, από τις 14 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου του 1893. Εδώ παραθέτουμε αποσπάσματα του διηγήματος.

Συνέχεια

Φώτα Ολόφωτα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.

Συνέχεια

Τα Φώτα στο Αϊβαλί (Φώτης Κόντογλου)

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Φώτης Κόντογλου

Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο. Όλοι έτοιμοι γιά τήν ρίψη τού Σταυρού… Ξεκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορτή πιο επίσημη.

Συνέχεια

Πατριαρχικό τρισάγιο για τον Άγιο των Ελληνικών γραμμάτων

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(Σκιάθος, 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος, 3 Ιανουαρίου 1911)

«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»
Οδυσσέας Ελύτης

Συνέχεια

Το βλογημένο μαντρί (Φώτης Κόντογλου)

Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ’ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.

Συνέχεια

Η Σταχομαζώχτρα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Χριστουγεννιάτικον διήγημα

«Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά, ἵνα κοιμηθῶσιν, ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των, τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν, τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη, ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της…».

Η «Σταχομαζώχτρα» είναι ηθογραφικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην εφημερίδα «Εφημερίς». Οι σταχομαζώχτρες ήταν κατά κανόνα φτωχές γυναίκες της υπαίθρου που μάζευαν τα στάχυα που είχαν απομείνει στους ήδη θερισμένους αγρούς και έτσι εξασφάλιζαν δωρεάν μια μικρή ποσότητα αλεύρι για τις ανάγκες τους. Όσα χρόνια κι αν περάσουν η «Σταχομαζώχτρα» παραμένει ένα από τα ωραιότερα και πλέον συγκινητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πολύ πικρό στην αρχή όμως τελικά με αίσια κατάληξη.

Συνέχεια

Χριστούγεννα της Θράκης

Φορτωμένη θρύλους και παραδόσεις η Θράκη δεν θα μπορούσε να λείπει από τις αναφορές μας στα έθιμα και τις εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών. Το «Χριστουγεννιάτικο φλουρί» συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα Διηγήματα» του Πολυδώρου Παπαχριστοδούλου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δημητράκου, το 1929.

Hugo Oehmichen, Χριστουγεννιάτικα δώρα, 1882

Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.
Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε
τους Αρχάγγελους, τους Ιεράρχες.
Σεις Αρχάγγελοι, και Ιεράρχες
να πα να φέρτε μύρο και μόσχο

Κι οι Αρχάγγελοι για μύρο πάνε
και οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν
κι ώσπου να πάνε, κι ώσπου να έρθουν,
η Παναγιά μας ξελευτερώθκη,
Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο
χαρά στον κόσμο και τα παλληκάρια.

Κάλαντα Χριστουγέννων Ανατολικής Θράκης

Πόψι Χριστός γιννήθηκι κι ου κόσμους δεν του νοιώθει
κι οι κόσμους κι τα οικούμινα κι ου βασιλιάς Ηρώδης

Κι ‘κει π’ ακούμπησ’ ου Χριστός χρυσό διντράκι βγήκι
χρυσό διντρί, χρυσό κλουνί, χρυσό μαργαριτάρι.

Του δέντρου ήταν ου Χριστός, τα κλώνια οι Απουστόλοι
κι τα γαρουφαλλάκια του ήταν οι προυφητάδις

Που προυφητούσαν κι έλιγαν για του Χριστού τα πάθη.
κι ‘μεις Χριστόν ιψάλαμι, Χριστός να μας φυλάει.

Όσ’ άστρα έχει ου ουρανός κι φύλλα τα διντράκια
τόσα καλά να δωσ’ η Θιός σι’ αυτό του νοικοκύρη.

Το φλουρί

Παραδοσιακό τραγούδι και χορός από την Ανατολική Ρωμυλία (Βόρεια Θράκη). Η βόρεια Θράκη αποτελεί σήμερα περιοχή της νότιας Βουλγαρίας, στην οποία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι ντόπιοι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν συμπαγείς. Το συγκεκριμένο τραγούδι προέρχεται από τη Μεσήμβρια της Ανατολικής Ρωμυλίας και αναφέρεται στις κοπέλες της Μεσήμβριας, οι οποίες φημίζονταν για την αρχοντιά και τα πλούτη τους. Οι νέοι που τις ήθελαν έπρεπε πρώτα να κατορθώσουν να «καζαντίσουν το φλουρί», δηλαδή να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα, αλλιώς δεν είχαν καμία ελπίδα… Το τραγούδι έχει και μια πιο τραγική διάσταση, καθώς αναφέρει με νοσταλγία πολλές από τις ιστορικές πόλεις και τα χωριά, όπου ζούσαν Έλληνες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (Μεσήμβρια, Αγχίαλος, Μπάνα, Άσπρος, Αίμωνας κ.ά.):

Το Φλουρί

Σαν καζαντίσω το φλουρί, δεν παίρνω χώρο χωριανοί
Δεν παίρνω χώρο χωριανοί, θα πάρω μια Μεσημβρινή
Θα πάρω μια Μεσημβρινή, που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά

Που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά, στα παραθύρια κρύσταλλα
Στα παραθύρια κρύσταλλα και τα μπαλκόνια δίπορτα
Έχει χρυσές τις κλειδαριές και μέσα νιάτα και ομορφιές

Μεσημβρινή μου κοπελιά, που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά
Που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά, αρμάθα έχεις τα φλουριά.
Μεσημβρία, Καστρούπολη, Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα

Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα, Αγχίαλο και Κόζακα
Βλάση, Σωζόπολη, Ραβδά, Τζίμο και Αγαθούπολη
Τζίμο και Αγαθούπολη, Βάρνα και Πύργο και Νταουτλί

Θαλασσινή μου κοπελιά, γεμάτη νιάτα κι ομορφιά
Γεμάτη νιάτα κι ομορφιά, χαρά το νιο που σ’ αγαπά.

kimintenia.wordpress.com

Χιόνια στο Καμπαναριό – Το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που έγραψε ένας οδοντίατρος!

Μικρό χωριό Ευρυτανίας

Ο Στέλιος Σπεράντσας υπήρξε κορυφαίος καθηγητής οδοντιατρικής, αλλά το πάθος του ήταν η παιδική λογοτεχνία και η ποίηση. Αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή παιδικών ποιημάτων, λογοτεχνικών βιβλίων και τραγουδιών. Ένα από τα πιο διαχρονικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, το «Χιόνια στο Καμπαναριό» είναι δημιουργία του πολυπράγμονα επιστήμονα, που κατάφερε να «παντρέψει» τις δυο μεγάλες του αγάπες, την οδοντιατρική και τη λογοτεχνία.

Συνέχεια