Κρύο τάντανο έκανε, παραμονή Χριστούγεννα. Ο αγέρας σα να ’τανε κρύα φωτιά κι έκαιγε. Μα ο κόσμος ήτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Είχε βραδιάσει κι ανάψανε τα φανάρια με το πετρόλαδο. Τα μαγαζιά στο τσαρσί φεγγοβολούσανε, γεμάτα απ’ όλα τα καλά. Ο κόσμος μπαινόβγαινε και ψώνιζε· από το ’να το μαγαζί έβγαινε, στ’ άλλο έμπαινε. Κι όλοι χαιρετιόντανε και κουβεντιάζανε με γέλια, με χαρές.
Η «Σταχομαζώχτρα» είναι ηθογραφικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1889 στην εφημερίδα «Εφημερίς». Οι σταχομαζώχτρες ήταν κατά κανόνα φτωχές γυναίκες της υπαίθρου που μάζευαν τα στάχυα που είχαν απομείνει στους ήδη θερισμένους αγρούς και έτσι εξασφάλιζαν δωρεάν μια μικρή ποσότητα αλεύρι για τις ανάγκες τους. Όσα χρόνια κι αν περάσουν η «Σταχομαζώχτρα» παραμένει ένα από τα ωραιότερα και πλέον συγκινητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πολύ πικρό στην αρχή όμως τελικά με αίσια κατάληξη.
Φορτωμένη θρύλους και παραδόσεις η Θράκη δεν θα μπορούσε να λείπει από τις αναφορές μας στα έθιμα και τις εορταστικές εκδηλώσεις των ημερών. Το «Χριστουγεννιάτικο φλουρί» συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα Διηγήματα» του Πολυδώρου Παπαχριστοδούλου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δημητράκου, το 1929.
Hugo Oehmichen, Χριστουγεννιάτικα δώρα, 1882
Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης
Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε τους Αρχάγγελους, τους Ιεράρχες. Σεις Αρχάγγελοι, και Ιεράρχες να πα να φέρτε μύρο και μόσχο
Κι οι Αρχάγγελοι για μύρο πάνε και οι Ιεράρχες για μόσχο τρέχουν κι ώσπου να πάνε, κι ώσπου να έρθουν, η Παναγιά μας ξελευτερώθκη, Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο χαρά στον κόσμο και τα παλληκάρια.
Κάλαντα Χριστουγέννων Ανατολικής Θράκης
Πόψι Χριστός γιννήθηκι κι ου κόσμους δεν του νοιώθει κι οι κόσμους κι τα οικούμινα κι ου βασιλιάς Ηρώδης
Του δέντρου ήταν ου Χριστός, τα κλώνια οι Απουστόλοι κι τα γαρουφαλλάκια του ήταν οι προυφητάδις
Που προυφητούσαν κι έλιγαν για του Χριστού τα πάθη. κι ‘μεις Χριστόν ιψάλαμι, Χριστός να μας φυλάει.
Όσ’ άστρα έχει ου ουρανός κι φύλλα τα διντράκια τόσα καλά να δωσ’ η Θιός σι’ αυτό του νοικοκύρη.
Το φλουρί
Παραδοσιακό τραγούδι και χορός από την Ανατολική Ρωμυλία (Βόρεια Θράκη). Η βόρεια Θράκη αποτελεί σήμερα περιοχή της νότιας Βουλγαρίας, στην οποία μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι ντόπιοι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν συμπαγείς. Το συγκεκριμένο τραγούδι προέρχεται από τη Μεσήμβρια της Ανατολικής Ρωμυλίας και αναφέρεται στις κοπέλες της Μεσήμβριας, οι οποίες φημίζονταν για την αρχοντιά και τα πλούτη τους. Οι νέοι που τις ήθελαν έπρεπε πρώτα να κατορθώσουν να «καζαντίσουν το φλουρί», δηλαδή να εξοικονομήσουν αρκετά χρήματα, αλλιώς δεν είχαν καμία ελπίδα… Το τραγούδι έχει και μια πιο τραγική διάσταση, καθώς αναφέρει με νοσταλγία πολλές από τις ιστορικές πόλεις και τα χωριά, όπου ζούσαν Έλληνες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας (Μεσήμβρια, Αγχίαλος, Μπάνα, Άσπρος, Αίμωνας κ.ά.):
Το Φλουρί
Σαν καζαντίσω το φλουρί, δεν παίρνω χώρο χωριανοί Δεν παίρνω χώρο χωριανοί, θα πάρω μια Μεσημβρινή Θα πάρω μια Μεσημβρινή, που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά
Που ‘χει τα σπίτια τα ψηλά, στα παραθύρια κρύσταλλα Στα παραθύρια κρύσταλλα και τα μπαλκόνια δίπορτα Έχει χρυσές τις κλειδαριές και μέσα νιάτα και ομορφιές
Μεσημβρινή μου κοπελιά, που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά Που ‘χεις τα νιάτα τα πολλά, αρμάθα έχεις τα φλουριά. Μεσημβρία, Καστρούπολη, Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα
Μπάνα και Άσπρο κ’ Αίμονα, Αγχίαλο και Κόζακα Βλάση, Σωζόπολη, Ραβδά, Τζίμο και Αγαθούπολη Τζίμο και Αγαθούπολη, Βάρνα και Πύργο και Νταουτλί
Θαλασσινή μου κοπελιά, γεμάτη νιάτα κι ομορφιά Γεμάτη νιάτα κι ομορφιά, χαρά το νιο που σ’ αγαπά.
Ο Στέλιος Σπεράντσας υπήρξε κορυφαίος καθηγητής οδοντιατρικής, αλλά το πάθος του ήταν η παιδική λογοτεχνία και η ποίηση. Αφιέρωσε τη ζωή του στη συγγραφή παιδικών ποιημάτων, λογοτεχνικών βιβλίων και τραγουδιών. Ένα από τα πιο διαχρονικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια, το «Χιόνια στο Καμπαναριό»είναι δημιουργία του πολυπράγμονα επιστήμονα, που κατάφερε να «παντρέψει» τις δυο μεγάλες του αγάπες, την οδοντιατρική και τη λογοτεχνία.
Πάνω στις όχθες της λίμνης της Καστοριάς, δίπλα στο Σπήλαιο του Δράκου, δεσπόζει το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας του θαυματουργού. Κάθε χρόνο, στις 6 Δεκεμβρίου, τελείται εδώ ο Μεγάλος Εσπερινός με αρτοκλασία την παραμονή και Θεία Λειτουργία ανήμερα, με τη συμμετοχή πλήθους ευσεβών Καστοριέων, ενώ την επιμέλεια του ναού και της πανηγύρεως έχει, επί σειρά ετών, η κα Θεοδότα Φωτιάδου.
Ο συγγραφεύς περιγράφει τον εσπερινόν της παραμονής του Αγίου Νικολάου εις τον ομώνυμον ναόν της πατρίδος του Σκιάθου
Εβράδυασεν. Ο ήλιος δύων όπισθεν του πευκοφύτου όρους έπεμπεν εις τας ανατολικάς άκρας της νήσου και εις τα προ του λιμένος νησίδια τας τελευταίας του ακτίνας, λαμβάνων μεθ΄ εαυτού όλον το ευφρόσυνον της ημέρας θάλπος* και αφήνων εις τα βουνά να στέλλωσι το οξύ εκείνο του χειμώνος απόγαιον. Ο λιμήν ήτο ακίνητος ως λίμνη. Τρία, τέσσαρα καΐκια ήρχοντο βιαστικά ν’ αράξωσι χάριν της εορτής. Αι λέμβοι των αλιέων έσπευδον και αυταί να προσορμισθώσι και από την εξοχήν οι ποιμένες και γεωργοί κατήρχοντο εις την πόλιν προς τον αυτόν σκοπόν. Και μόνος ο πράκτωρ της ατμοπλοϊκής εταιρείας ανεβοκατέβαινεν ακόμη εις το παράλιον περιμένων το ατμόπλοιον.
Όμως ενύκτωσε και ήρχισε να σημαίνη η αγρυπνία. Ο γλυκύς του κώδωνος ήχος ελαλούσεν, εκελαδούσεν, ενόμιζες, την πανήγυριν. Εις οποιανδήποτε νήσον και αν αποβιβασθής, θα απαντήσης τον ναόν του Αγίου Νικολάου μικρόν η μέγαν, με μάρμαρα ή με πλίνθους. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας, η γλυκυτέρα του ναύτου παραμυθία, των θαλασσών ο Άγιος.
Εις την αγρυπνίαν έπρεπεν όλοι να παρευρεθώσι, διότι ηυτύχησαν να πανηγυρίσουν την εορτήν του εις το νησάκι των. Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη εις την νήσον του, φέρει το τάξιμόν του εις τον Άγιον, ευχηθείς, όταν ήτο εις το πέλαγος, να τύχη κατά την εορτήν εις την πατρίδα του, ν’ αγρυπνήση όλην την νύκτα. Και όταν πάλιν ναυαγός εις μίαν σανίδα σωθή, ή εις ξηρόν βράχον από τα δόντια του θανάτου γλυτώση, πρώτα, πρώτα θα φέρη το τάξιμό του εις τον Άγιον, λαμπάδα μεγάλην ή αργυρούν κανδήλιον, και ύστερον θα μεταβή εις την οικίαν του να χαιρετήση την μητέρα του την σύζυγόν του.
Αλλ’ ενίοτε δεν επανέρχεται. Το τάξιμόν του ήτο βαρύ. Είχε τάξει όλην την ζωήν του. Να γίνη καλόγηρος! Και ούτως ο ευλαβής, διασώσας την ζωήν του από τα κύματα της θαλάσσης πηγαίνει να την κλείση εις τους αφώνους του μοναστηριού τοίχους, εις τον Άθωνα. Πάντες, γεωργοί και ναύται, συνηθροίζοντο εις την αγρυπνίαν συνωστιζόμενοι έμπροσθεν της εικόνος του Αγίου Νικολάου, παλαιάς βυζαντινής αγιογραφίας, ολίγον μαυρισμένης ή υπό του χρόνου, ή διότι ο ζωγράφος ηθέλησε δια του σκιερού χρώματος να παραστήση το αυστηρόν πρόσωπον του θαυματουργού αρχιερέως.
Και ήναπτον όλοι τας μεγάλας λαμπάδας οι ναύται, τας οποίας είχον φέρει από το ταξίδιον, και έλαμπεν η εικών, και έλαμπεν όλη η εκκλησία. Και ακτινοβολούσε το πράον του Αγίου πρόσωπον εκ χαράς, νομίζεις, ως να ηυχαριστείτο, ότι την στιγμήν εκείνην εβούιζεν ο μικρός ναός εκ της φαιδράς των ασμάτων ψαλμωδίας, μετ’ ιδιαιτέρας αγάπης επαναλαμβανούσης το «Άγιε Νικόλαε» εν τοις εγκωμιαστικοίς ύμνοις. Και ηυχαριστούντο γύρο, γύρο οι ναύται ακούοντες τα άσματα και προσβλέποντες ατενώς εις την εικόνα, κατάφορτον από των αναθημάτων, εν οις διέπρεπον αργυρά μικρά πλοιάρια, πλοιάρχων αφιερώματα.
Κατά τας στιγμάς εκείνας ενόμιζες, ότι η εικών προσελάμβανε θαυμασίαν τινά κίνησιν και ζωήν αιφνίδιον. Ενόμιζες ότι εκινούντο οι οφθαλμοί του Αγίου και ευλογούσεν η χείρ τους προσφιλείς του ναυτίλους και ότι συχνά μετέβαλλεν όψιν το γηραιόν του πρόσωπον. Άλλος εκ των εκεί παρισταμένων, έχων εις τον νουν του την παροιμιώδη του Αγίου Νικολάου ελεημοσύνην και προς τους πένητας συμπάθειαν, τον έβλεπε γλυκύν και μειδιώντα, ως ότε έσωζε κρυφά τας τρεις εκείνας θυγατέρας από του ηθικού θανάτου, παρέχων τα μέσα της υπανδρείας, και έτεινε και αυτός την χείρα, νομίζων ότι ο Άγιος φλωρία εμοίραζε την στιγμήν εκείνην. Άλλος πάλιν έχων εις τον νουν του, ότι ποτέ ο επίσκοπος των Μύρων, άγριος και απειλητικός εμφανισθείς, εκράτησε του δημίου την χείρα, έτοιμον να θανατώση τρεις άνδρας αθώους, συκοφαντηθέντας, τον έβλεπεν εις την εικόνα άγριον και απειλητικόν με πύρινα βλέμματα.
Ο δε ναύτης, διαλογιζόμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος έσωσε το κλυδωνιζόμενον σκάφος, έτοιμον να καταποντισθή, εφαντάζετο τον Άγιον ιστάμενον ατρόμητον εν τη πρύμνη και βαστάζοντα κραταιώς το πηδάλιον, ενώ η εικών παρίστα τούτον καθήμενον επί θρόνου και ευλογούντα. Εκείνος δε πάλιν, ο ενθυμούμενος την στιγμήν, κατά την οποίαν ο Άγιος βυθισθείς εν τω πόντω έσωσεν ημίπνικτον τον από του πλοίου πεσόντα ναύτην, ενόμιζεν, ότι έβλεπε διάβροχον τον Ιεράρχην και ότι από το κοντόν λευκόν του γένειον έσταζεν ακόμη θάλασσα.
Τόσην ζωήν παράδοξον ελάμβανεν η βυζαντινή εικών υπό τα πολλά εκείνα φώτα και την φαιδράν ψαλμωδίαν.
Έξι Δεκεμβρίου και σήμερα, σε Ανατολή και Δύση, τιμάται η μνήμη του Αγίου Νικολάου, του Αγίου που προστατεύει τους ναυτικούς σε όλο τον κόσμο, του «δικού μας» Αγίου, που προστατεύει το ελληνικό Πολεμικό και Εμπορικό Ναυτικό.
Ο ιερός ναός της Αγίας Βαρβάρας είναι από τους παλαιότερους ναούς της πόλεως. Βρίσκεται κοντά στον μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου, πάνω στην ομώνυμη οδό. Η Αγία Βαρβάρα είναι η προστάτιδα του Ρεθύμνου και από το 2003, μετά από απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνου, η 4η Δεκεμβρίου, ημέρα της γιορτής της αποτελεί επίσημη αργία για την πόλη του Ρεθύμνου.
Ο Δεκέμβριος είναι ο δωδέκατος μήνας και τελευταίος του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Η ονομασία του ετυμολογείται από τη λατινική λέξη December, η οποία προέρχεται από το αριθμητικό decem (δέκα), επειδή στο αρχαίο δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο ο Δεκέμβριος ήταν ο δέκατος κατά σειρά μήνας. Στη συνέχεια, με την προσθήκη του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου, το ρωμαϊκό ημερολόγιο έγινε δωδεκάμηνο. Ο Δεκέμβριος μετακινήθηκε στη δωδέκατη θέση, αλλά διατήρησε την παλιά του ονομασία, παρ’ ότι τον 2ο αιώνα μ.Χ. ο ρωμαίος αυτοκράτορας Κόμμοδος θέλησε να τον μετονομάσει σε Αμαζόνιο, προς τιμήν της σύζυγό του Βρουτίας, που ήταν όμορφη σαν Αμαζόνα.
Στις 30 Νοεμβρίου εορτάζει ο Πρωτόκλητος Απόστολος Άγιος Ανδρέας, αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, που μαρτύρησε στην Πάτρα, της οποίας είναι και πολιούχος. Πρόκειται για έναν δημοφιλή άγιο του χειμώνα, του οποίου η γιορτή συμπίπτει με την τελευταία ημέρα του φθινοπώρου. Η λαϊκή λατρεία του Αγίου Ανδρέα περιλαμβάνει δοξασίες, φόβους, ελπίδες και αντιλήψεις, έθιμα και συνήθειες, με μαγικό, δεισιδαίμονα χαρακτήρα. Παράγοντες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της λατρείας ήταν οι εξής:
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]