Η Αιολική Γη ξεπηδάει από τις ρίζες των δέντρων της Ανατολής, από τα βουνά της Μικρασίας που τα λένε «Κιμιντένια» και ταξιδεύει από το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα κύματα του Αιγαίου. Έτσι όπως ταξιδεύει και η ψυχή του μικρού Πέτρου, που παρέα με την αγαπημένη αδελφή του, την Άρτεμη, ακούει τις μυστικές φωνές της φύσης, τα καλέσματα των σπηλιών και των φαραγγιών και αφουγκράζεται τους ήχους της γης και του νερού.
Τα σχολεία ανοίγουν και… ποιος από μας δεν θυμάται το Αρνίτσι Μπίτσι, το διδακτικό παραμύθι από τις γεμάτες νοσταλγία σελίδες στο παλιό Ανθολόγιο του Δημοτικού;
Ας πάμε εμπρός Τα πρωινά κελεύσματα των τοξοτών καταλαμβάνουν το κέντρον της καρδιάς μας Σπόρος ο λόγος των ποιητών Και το τριφύλλι των παιδιών στο στήθος των μανάδων χαρμόσυνον σαν άφιξις λευκών ιστιοφόρων
Η γιορτή της μητέρας (ή ημέρα της μητέρας) είναι εορτή προς τιμήν της μητέρας και της μητρότητας. Στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, γιορτάζεται τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου. Ιστορικά προέρχεται από ένα αμερικανικό κίνημα των γυναικών – μητέρων με την ονομασία «Mothers Friendships Day», που ιδρύθηκε το 1965 από την Άνν Τζάρβις (Ann Jarvis) κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού εμφυλίου πολέμου (1861-1865). Το κίνημα των γυναικών δραστηριοποιήθηκε υπέρ της ειρήνης με διάφορες ακτιβιστές δραστηριότητες και συνέχισε τις δράσεις ακόμα και μετά τη λήξη του πολέμου, κυρίως με τον αγώνα για την επανένωση οικογενειών που είχαν χωριστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Έθιμο που συναντάται σε όλη την Ελλάδα. Για τη μεγάλη νηστεία του Πάσχα (50 ημερών), παρίσταναν τη Μεγάλη Σαρακοστή ως μία γυναίκα με όλα τα χαρακτηριστικά της νηστείας: ξερακιανή, αυστηρή, χωρίς στόμα, με χέρια σταυρωμένα (γιατί είναι όλο προσευχή), με σταυρό στο κεφάλι για την ευλάβεια και με επτά πόδια, όσες και οι εβδομάδες για το Πάσχα.
Την απαθανάτισαν τυχαία κατά τη διάρκεια ενός γάμου στη γειτονιά της…
Το ολλανδικό μουσείο «Το σπίτι της Άννας Φρανκ» (Anne Frank House) παρουσίασε ένα βίντεο της Άννας Φρανκ, η οποία υπήρξε θύμα της θηριωδίας των Ναζί. Το βίντεο χρονολογείται από το 1941 και είναι η μόνη καταγραφή της Άννας Φρανκ σε φιλμ. Το βίντεο δείχνει την 13χρονη Άννα την ημέρα του γάμου μιας γειτόνισσάς της. Το κορίτσι σκύβει από το μπαλκόνι του, για να δει καλύτερα τον γαμπρό και τη νύφη κι εκεί τη συλλαμβάνει ο φακός.
«Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν· και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν…» Ερωτόκριτος, Βιντσέντζου Κορνάρου
Ονομασίες των μηνών ανάλογα με τις γεωργικές ασχολίες
Ο λαός μας φαντάζεται τον χρόνο σαν έναν ασπρομάλλη γέροντα, γεμάτο σοφία που του χαρίζει ο καιρός καθώς γυρνάει σαν πελώριος κύκλος από τον Γενάρη ως τον Δεκέμβρη και πάλι απ’ την αρχή! Είναι περιστοιχισμένος από δώδεκα παλικάρια, τους γιους του τους μήνες, καθένας με τη δική του ξεχωριστή ομορφιά, τα χαρίσματα και τα δώρα του προς τους ανθρώπους και την πλάση! Εκτός από την επίσημη ονομασία των μηνών η ελληνική παράδοση τους έχει δώσει και διάφορα άλλα, λαϊκά ονόματα, σύμφωνα κυρίως με τις γεωργικές ασχολίες που γίνονται κατά τη διάρκεια καθενός:
Όταν βλέπουμε ένα παιδί να είναι σκυμμένο και ονειροπαρμένο σε βιβλίο παραμυθιού, όταν ξεφυλλίζει και περιδιαβαίνει τις εικόνες του και βάζει τη δική του φαντασία να εξιστορεί των εικόνων τα μηνύματα αγνοώντας τα λόγια του συγγραφέα, τότε είμαστε πιο βέβαιοι για το μέλλον του.
Όταν το παιδί πρωτοβιώνει τον κόσμο, κατανοεί την πραγματικότητα κυρίως μέσα από φαντασιακές προσλήψεις της ίδιας της πραγματικότητας. Φτιάχνει κόσμους μεταφυσικούς, χωρίς να ασχολείται με υπαρξιακά προβλήματα. Ταξιδεύει με τα όνειρά του, που υπερχειλίζουν τις υποδοχές των αισθήσεών του -και τα βιβλία χαρίζουν ασύνορους τόπους γι’ αυτό.
Και πάλι τα βιβλία θα είναι μπροστά του, όταν ρίχνει τους πρώτους σπόρους ορθολογισμού με τη θεσμική γνώση του σχολείου αλλά και με την άτυπη γνώση της προσχολικής ηλικίας, που το ετοιμάζει για το μεγάλο, το γοητευτικό ταξίδι.
Όταν το παιδί αρχίζει να δημιουργεί λέξεις και έννοιες, σκέψεις και προτάσεις και να τις αντιστοιχεί με το περιβάλλον του, όταν η καλλιέργεια των αριθμών και των μετρήσεων το εισάγει στον κόσμο του «συγκεκριμένου» με την ολοένα και πιο έντονη σχολική ζωή του, και έτσι περνάει στο κατώφλι του όμορφου κόσμου της λογικής μειώνοντας σιγά – σιγά τις άκρες της φαντασίας του, αλλά χωρίς να ποτέ να την μηδενίσει (αντίθετα δίνοντάς της νέες μορφές) και, όταν αργότερα επιστρέφει από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο μέσα από τα απέραντα πεδία των σημασιολογήσεων και των ερμηνειών, και πάλι κάποια βιβλία θα είναι μπροστά του για να το καθοδηγήσουν. Γιατί στα βιβλία είναι η κατασταλαγμένη εμπειρία και σοφία του ανθρώπου και απ’ εδώ ξεκινάει το ταξίδι του πνεύματος.
Όταν το παιδί ενοικεί τον ρόλο του αναγνώστη, πολλά πράγματα συμβαίνουν -κάποια απ’ αυτά δεν θα τα αντιληφθεί αλλά θα το επηρεάσουν αδιόρατα και θα τα βρει μπροστά στη ζωή του ως ηθική, ως αισθητική και ως συναισθηματική καλλιέργεια του εαυτού του. Στην παιδική ηλικία ανοίγει και διευρύνεται εντυπωσιακά ο πνευματικός ορίζοντας του ανθρώπου καθορίζοντας, σε μεγάλο βαθμό, την όλη πνευματική πορεία του.
Αν το παιδί μάθει από νωρίς τα μυστικά του διαβάσματος, αν νιώθει την ομορφιά και την απόλαυση των νοημάτων, αν χαίρεται και απολαμβάνει τη γνώση, ως σταθερή αξία, που είναι διαμάντι παντοτινό, τότε είναι βέβαιοι οι όλο και πιο ευρείς και διαρκώς ανοιχτοί ορίζοντες της ζωής του. Έχει θεμελιώσει μια αγωνιστική και δημιουργική αντίληψη για τη ζωή! Έχει πίστη στον εαυτό του.
Ο Όσιος Στυλιανός ήταν γιος πλουσίων γονέων. Μολονότι αυτό δεν είναι επιβεβαιωμένο, θεωρείται ότι γεννήθηκε στην Παφλαγονία, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανό του. Διδάχτηκε νωρίς από τους γονείς του να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων. Αφού έτσι ανατράφηκε και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και έφυγε σαν ασκητής στην έρημο.
Την εποχή που περιγράφει το άρθρο, τέλη της δεκαετίας του 1970, είχαμε κι εμείς ένα εξοχικό σπίτι στην Κινέττα. Ένα μεγάλο δωμάτιο με μια δροσερή βεράντα που κοιτούσε τη θάλασσα και στο βάθος ένα κιτρινωπό κουζινάκι και το λουτρό. Στο σπίτι εκείνο, όπως και στα εξοχικά φίλων και συγγενών, ανάμεσα σε ένα πλήθος από ξαδέρφια, θείες, θείους, παππούδες και γιαγιάδες, κουμπάρους, συμπεθέρους, βαφτιστήρια, γείτονες και συγχωριανούς, περάσαμε με την αδερφή μου πολλά από τα παιδικά μας καλοκαίρια, Πασχαλινές διακοπές, Σαββατοκύριακα και τις περισσότερες αργίες του χρόνου.
Κάθε αργία και κάθε εορταστικό τριήμερο ήταν ένα κάλεσμα για γενική σύναξη της οικογένειας υπό ευρεία έννοια! Θυμάμαι το μεγάλο τραπέζι από όπου περνούσαν όλοι και παρατεταγμένα τα λαχταριστά ταψιά με τα φαγητά φτιαγμένα με αγάπη από τα χέρια της κάθε μαμάς. Την αξέχαστη σπανακόπιτα της γιαγιάς και τους μεζέδες που ετοίμαζαν με υπομονή και καλό κρασάκι οι άντρες, συναγμένοι γύρω από μια αυτοσχέδια ψησταριά. Το γέλιο που αντηχούσε από παντού, τα αστεία, τα μασκαρέματα, τα πολιτικά, τα κουτσομπολιά, τις διηγήσεις, τις αναμνήσεις και τις συγκινήσεις. Πως ανταμώναμε με λαχτάρα και χαιρετιόμασταν με περισσή χαρά, γεμάτοι από την παρουσία των άλλων.
Για τα σημερινά δεδομένα, αποτελεί ένα θαύμα πώς με μόνο τον μισθό ενός ιδιωτικού υπαλλήλου που ήταν τότε ο πατέρας μου, οι γονείς μου κατάφερναν να συντηρούν σπίτι στην πόλη, εξοχικό, αυτοκίνητο, δύο μικρά παιδιά, βοηθώντας και τους γέροντες γονείς, χωρίς ποτέ να μας λείψει τίποτα και το κυριότερο: χωρίς άγχος, απολαμβάνοντας την καθημερινότητά τους και μια ζωή που τους επέτρεπε να είναι δημιουργικοί αλλά και να βρίσκονται κοντά στην οικογένειά τους και να απολαμβάνουν κάθε τόσο τη χαρά της εξοχής!
Στη φωτογραφία με τη Νάντια, στο κτήμα του εξοχικού σπιτιού της νονάς μου στην Τράπεζα Αιγιαλείας, το Πάσχα του 1978. Τα χρόνια που όλη η οικογένεια θεωρούσε δεδομένο ότι θ’ ανταμώσει και θα μοιραστεί χαρές και λύπες, χωρίς ιδιαίτερες προσκλήσεις, χωρίς καθόλου ανέσεις, χωρίς καν πολλά λεφτά, μόνο και μόνο για εκείνο το γλυκό κι ευλογημένο μεταξύ μας «μοίρασμα» που τα έκανε όλα τόσο υπέροχα και μαγικά… Μετά χαθήκαμε ψάχνοντας όλοι για «ποιότητα ζωής»…
Το πρώτο πρόσωπο που πρόβαλε μπροστά μου στον κόσμο αυτό ήταν ο πατέρας μου. Φαντάστηκα πάντα την ανθρώπινη μνήμη σαν μια ταινία, πάνω στην οποία καταχωρούνται -όπως στο φωτογραφικό φιλμ- όλες οι εικόνες της ζωής, από το λίκνο μέχρι τον τάφο. Το μάτι, σαν μια φωτογραφική μηχανή, καταγράφει αυτόματα κάθε τι που προβάλλει μπροστά στο φακό του. Η μνήμη όμως δεν διατηρεί παρά μονάχα τις εικόνες και τις σκηνές που έχουν ενδιαφέρον. Το υπόλοιπο κομμάτι της ταινίας πετιέται μέσα στον αχανή χώρο της λησμοσύνης, σαν κάτι άχρηστο. … Η πρώτη λοιπόν εικόνα της ζωής μου, που υπάρχει πάνω στο φιλμ της μνήμης μου, μια εικόνα σε μεγάλο πλάνο –που η ανάμνησις φύλαξε ευλαβικά και που ο χρόνος αντί να την ξεθωριάσει την έκανε πολύ πιο όμορφη- είναι η εικόνα του πατέρα μου.
Το πρώτο πρόσωπο που πρόβαλε μπροστά μου στον κόσμο αυτό ήταν ο πατέρας μου. Φαντάστηκα πάντα την ανθρώπινη μνήμη σαν μια ταινία, πάνω στην οποία καταχωρούνται -όπως στο φωτογραφικό φιλμ- όλες οι εικόνες της ζωής, από το λίκνο μέχρι τον τάφο. Το μάτι, σαν μια φωτογραφική μηχανή, καταγράφει αυτόματα κάθε τι που προβάλλει μπροστά στο φακό του. Η μνήμη όμως δεν διατηρεί παρά μονάχα τις εικόνες και τις σκηνές που έχουν ενδιαφέρον. Το υπόλοιπο κομμάτι της ταινίας πετιέται μέσα στον αχανή χώρο της λησμοσύνης, σαν κάτι άχρηστο. … Η πρώτη λοιπόν εικόνα της ζωής μου, που υπάρχει πάνω στο φιλμ της μνήμης μου, μια εικόνα σε μεγάλο πλάνο –που η ανάμνησις φύλαξε ευλαβικά και που ο χρόνος αντί να την ξεθωριάσει την έκανε πολύ πιο όμορφη- είναι η εικόνα του πατέρα μου.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]