Ο Όσιος Ιωακείμ, κατά κόσμον Ιωάννης Πατρίκιος, γεννήθηκε στον οικισμό Καλύβια της Βόρειας Ιθάκης από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Άγγελο και την Αγνή. Όταν ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε η μητέρα του. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε και η μητρυιά του μικρού Ιωάννη τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε. Ο άγιος, τα δύσκολα αυτά χρόνια, ασκήθηκε στην υπομονή και στην ταπείνωση, βρίσκοντας καταφύγιο στην προσευχή, στο απόμερο εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος και στη μελέτη των ιερών βιβλίων.
Η Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα γεννήθηκε το 815 μ.Χ. Καταγόταν από το χωριό Έβισσα της Παφλαγονίας. Η οικογένειά της είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και απολάμβανε μία θέση στην αριστοκρατία της Πόλης. Ο πατέρας της, Μαρίνος, ήταν Δρουγγάριος ή Μοιράρχης, δηλαδή διοικητής ενός Δρούγγου ή, αλλιώς, Μοίρας (Δρούγγος ή Μοίρα ονομαζόταν η μονάδα του βυζαντινού στρατού, που κατά τον 9ο αιώνα αποτελείτο από 1.000 στρατιώτες). Η μητέρα της, Θεοκτίστη, προσπάθησε να μεταδώσει τις αξίες της ορθόδοξης πίστης στις τέσσερις κόρες της, τη Θεοδώρα, τη Σοφία, τη Μαρία, την Ειρήνη και στους δύο γιους της, τον Βάρδα και τον Πετρωνά. Μεγαλώνοντας η Θεοδώρα ξεχώριζε για το απαράμιλλο εξωτερικό της κάλλος, τη χριστιανική της ευσέβεια και τη σεμνοπρέπειά της.
Το γεγονός της Υπαπαντής του Κυρίου εξιστορείται από τον ευαγγελιστή Λουκά, στο κεφ. Β’, στ. 22-35 του Ευαγγελίου του. Συνέβη σαράντα (40) ημέρες μετά τη γέννηση του Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε τον χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να τελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στον Θεό, κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελείτο από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.
Στην Παλιαχώρα της Αίγινας σώζεται ο παλαιός Μητροπολιτικός Ναός, έξω από τον οποίο υπάρχει πέτρινη έδρα, που ακόμα και σήμερα ονομάζεται από τους κατοίκους «ο Θρόνος του Αγίου». Από εκεί δίδασκε ο Άγιος Διονύσιος και νουθετούσε με αποστολική απλότητα το ποίμνιό του. Η φήμη του εξαπλώθηκε στα γύρω νησιά. Γι’ αυτό έρχονταν από παντού πλήθος πιστών να τον ακούσουν. Η συρροή αυτή ποτέ δεν τον έκανε να υπερηφανευθεί, τουναντίον συνέχισε να είναι ο απλός και ταπεινός Ιεράρχης. Διέθετε το διορατικό χάρισμα και επιτελούσε πλήθος θαυμάτων τόσο εν ζωή όσο και μετά την οσιακή κοίμησή του. Συγχώρεσε και έσωσε τον ίδιο τον φονιά του αδερφού του, για τούτο αποκαλείται και «Άγιος της ευσπλαχνίας και της συγνώμης». Κατά τις μεγάλες εορτές και τις εορτές των Αγίων Γερασίμου και Σπυρίδωνος, όπως λέγεται, τους επισκέπτεται, για τούτο φθείρονται τα παπούτσια του από την πορεία και κάθε τόσο οι μοναχοί του τα αλλάζουν. Συχνά στα παπούτσια του βρίσκουν φύκια, δείγμα ότι είχε σπεύσει σε βοήθεια όσων κινδυνεύουν στις θάλασσες και επικαλούνται τη βοήθειά του.
Ο απλός και ταπεινός βοσκός από τη μαρτυρική Άσσια της Κύπρου, που εποίμανε έναν ολόκληρο λαό και έσωσε αμέτρητες φορές τους πιστούς και την νήσο της Κέρκυρας από φοβερές συμφορές. Με την αγία ζωή του και την απέραντη ευσπλαχνία του κατέστη κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και η θεία Χάρις τον αξίωσε να επιτελεί πλήθος θαυμάτων ενόσω ζούσε και έως και σήμερα σε όσους προστρέχουν στην προστασία του, ενώ κατατρόπωσε τον Άρειο ενώπιον της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, εξηγώντας θαυμαστά το μυστήριο της Αγίας Τριάδος με ένα απλό κεραμίδι.
Το θαύμα αυτό του Αγίου Σπυρίδωνα έγινε το 1718 μ.Χ., όταν οι Λατίνοι θέλησαν να τοποθετήσουν δικό τους ιερό θυσιαστήριο (αλτάριο) στον Ναό του στην Κέρκυρα.
Ο πιο θαυμαστός απ’ όλους τους ναούς της Λευκάδας, στο πιο κεντρικό σημείο της πόλεως, είναι ο ναός του Αγίου Μηνά του θαυματουργού. Χτισμένος το 1707, μετά από θαύμα των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου στον σεισμό της 11ης Νοεμβρίου 1704, ξεχωρίζει για το εξαιρετικό μπαρόκ ξυλόγλυπτο τέμπλο του, διακοσμημένο με φύλλα χρυσού και τις ωραιότατες εικόνες μεταβυζαντινής τέχνης του Κωνσταντίνου Κονταρίνη.
Ένα τραγούδι βγαλμένο από την απαντοχή κι από τον πόθο της επιστροφής στην αγκαλιά της όμορφης πατρίδας. Μια μελωδία γεμάτη λυρισμό και στίχους που μιλούν για τον νόστο και τους αιώνιους καημούς του, όπως ιστορούνται στις Ελληνικές θάλασσες από την μακρινή εποχή του Ομηρικού Οδυσσέα ως τις μέρες μας. Μια νοσταλγική καντάδα για το καράβι των πιο γλυκών ονείρων και για την ωραία Κεφαλονιά..
Το καράβι
(Καντάδα Κεφαλονιάς)
Για τ’ όμορφο καράβι, καημό του γυρισμού ο κάματος ανάβει, του θαλασσοδαρμού Την άγκυρα σηκώνει, απλώνει τα πανιά και στρίβει το τιμόνι, για την Κεφαλονιά
Καράβι εταξίδευε, σε μια γαλάζια μοίρα κι’ ο ήλιος αβασίλευε, μ’ ολόχρυση πορφύρα Καθώς εγλυκοχάραζε, αντίκρισε τον Αίνο και στ’ Αργοστόλι άραξε, το πολυαγαπημένο ] 2x
Τ’ αγέρι του χαρίζει, πρίμου καιρού φτερά κι’ η πλώρη του αφρίζει, στα γαλανά νερά Καράβι παιχνιδίζει, σε θάλασσα πλατειά χαρούμενο γυρίζει, από την ξενιτιά
Καράβι εταξίδευε, σε μια γαλάζια μοίρα κι’ ο ήλιος εβασίλευε, μ’ ολόχρυση πορφύρα Καθώς εγλυκοχάραζε, αντίκρυσε τον Αίνο και στ’ Αργοστόλι άραξε, το πολυαγαπημένο!
Η Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη Ληξουρίου, μία από τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες των Επτανήσων, φιλοξενεί χιλιάδες βιβλία που χρονολογούνται από τις αρχές του 16ου αιώνα, καθώς επίσης και μουσείο εκθεμάτων με αντικείμενα της Κεφαλονιάς από την ίδια περίοδο και ένα σπάνιο αρχειακό υλικό. Αριθμεί περί τους 30.000 τόμους βιβλίων και περιοδικών, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, ενώ η συλλογή της ανανεώνεται συνεχώς με σύγχρονα έργα. Αποτελεί έναν μοναδικής αξίας θεσμό της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής της Κεφαλονιάς, που σφράγισε ξεχωριστά την ιστορία του τόπου και κάνει πάντοτε τους Ληξουριώτες περήφανους!
Ο Άγιος Γεράσιμος (Νοταράς), ο νέος Ασκητής, ο εν Κεφαλληνία, είναι ο προστάτης Άγιος και πολιούχος της Κεφαλονιάς. Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Νοταράδων, οι οποίοι ήρθαν στην Κορινθία από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 16ου αιώνα.
Τα φιδάκια της Παναγιάς βγήκαν και φέτος, πρώτα στα Αργίνια και μετά στο Μαρκόπουλο της όμορφης Κεφαλονιάς. Ο ναός της Παναγίας της Λαγκουβάρδας ή Φιδούσας στο Μαρκόπουλο Κεφαλονιάς είναι χτισμένος στο σημείο όπου υπήρχε πριν από πολλά χρόνια ένα γυναικείο μοναστήρι. Το μοναστήρι είχε χτιστεί εκεί, όπου βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος της περιοχής.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]