Γιάννης Μόραλης, «Κορίτσι που δένει το σανδάλι του», 1973
Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο του 2015 και δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27/2017 του περιοδικού «Αιγιναία», στο πλαίσιο αφιερώματος για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ζωγράφου μας Γιάννη Μόραλη, που έζησε και δημιούργησε στην Αίγινα.
Σε αυτό το κάτασπρο ερημοκκλήσι, τον «Άη Γιάννη το Σχίνο», όπως το αποκαλούν οι Ανδριώτες, εορτάζεται σήμερα στην Άνδρο η μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το εκκλησάκι βρίσκεται στα ανατολικά της Βουρκωτής, στον δρόμο προς τα Άχλα, και ανήκει στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Άνδρου. Μονάχο του στέκει αγέρωχο και απέριττο στην ερημιά, όπως έζησε και ο μεγάλος άγιός του, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, που το σκέπει από τα αγριοκαίρια και τ’ αγιάζι.
Ο Άγιος Φανούριος είναι ένας από τους πλέον αγαπητούς αγίους της Πίστεώς μας. Μια νεανική, μαρτυρική μορφή που ξεχωρίζει με τον δικό του τρόπο ανάμεσα στο πλήθος των Αγίων της χριστιανοσύνης και που δεν τιμάται σε μια μόνον ημερομηνία αλλά, μέσω του ευρύτατα διαδεδομένου εθίμου της «Φανουρόπιτας», σε πολλές ακόμα περιστάσεις του βίου των πιστών που ευλαβούνται την χάρη Του, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Η εκκλησία της Παναγίας της Φανερωμένης στην Αίγινα βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόληςπάνω στον δρόμο προς Αγίους Ασωμάτους και αποτελεί μετόχι της ιεράς μονής Παναγίας Χρυσολεόντισσας που χτισμένη σε ένα αθέατο από παντού οροπέδιο στην ενδοχώρα του νησιού.
Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες. Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού αδερφάκι του σύννεφου!
Τα Τρομάρχια είναι τοποθεσία στη νοτιοανατολική Άνδρο. Επιβλητικοί γκρεμνοί, πλαγιές σπαρμένες αιμασιές και βράχια που επικρέμονται στο πέλαγος, στο στενό θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Άνδρου και Τήνου. Γεμάτα αφοβιά στέκουν αιώνες ενάντια στα κύματα και στους ανέμους του Αιγαίου, κρατώντας στον κόρφο τους -μονάκριβο στολίδι και πολύτιμο φυλαχτό- το μοναστήρι της Παναγίας της Τρομαρχιανής.
Τα φιδάκια της Παναγιάς βγήκαν και φέτος, πρώτα στα Αργίνια και μετά στο Μαρκόπουλο της όμορφης Κεφαλονιάς. Ο ναός της Παναγίας της Λαγκουβάρδας ή Φιδούσας στο Μαρκόπουλο Κεφαλονιάς είναι χτισμένος στο σημείο όπου υπήρχε πριν από πολλά χρόνια ένα γυναικείο μοναστήρι. Το μοναστήρι είχε χτιστεί εκεί, όπου βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας, μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος της περιοχής.
Η Παναγία Εκατονταπυλιανή αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα, καλοδιατηρημένα παλαιοχριστιανικά μνημεία που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια και μάλιστα το μεγαλύτερο σε μέγεθος μετά τον Άγιο Δημήτριο και την Αχειροποίητο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την παράδοση, το αρχικό κτίσμα του ναού ήταν έργο του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου προς εκπλήρωση επιθυμίας της μητέρας του, της Αγίας Ελένης. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι κατά το ταξίδι της Αγίας Ελένης προς τους Αγίους Τόπους, λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής, το πλοίο που επέβαινε αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Πάρο. Εκεί προσευχόμενη η Αγία Ελένη στην Παναγία, προστάτιδα της Κωνσταντινουπόλεως, έταξε με την ολοκλήρωση του ταξιδιού της να κτίσει μια μεγαλόπρεπη εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Το τάμα αυτό ήταν το υλοποίησε ο γιος της Μεγάλος Κωνσταντίνος χτίζοντας μια τρίκλιτη βασιλική περί τον 4ο αιώνα μ.Χ.
Με όρτσα ψυχή με άρμη στα χείλια Με ναυτικά και με σαντάλια κόκκινα Σκαλώνει μες στα σύννεφα Πατάει τα φύκια τ’ ουρανού. Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας Άγγελοι! Σία τα κουπιά Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!
Χάνουνταν ολοπόρφυρος ο ήλιος, βουλιάζανε τα βουνά, χώνονταν στο σκοτάδι και τα σπίτια γινόντουσαν μουντά και μολυβιά. Το πέπλο της νύχτας, ζεστό, βαρύ απλωνόταν κι ήντουνα η μέρα που μόλις έφευγε μελαγχολική, γιατί σκεύουνταν πως τη θέση της τη δίνει στην πρώτη του βασιλιά ή και Θεού μήνα, του πιο πλούσιου, που ταΐζει τους άλλους έντεκα του χρόνου.
«Γέρασε το καλοκαίρι», σκέφτηκα και λαχταρούσα ν’ ανοίξω την αγκαλιά μου να σφίξω όσο απόμενε, να το σώσω, να το κρατήσω για πάντα να με ζεσταίνει. Ξυπνούσανε ιστορίες θαλασσινές κι αποσπερίτικες που λέγαμε σαν αρμενίζαμε ολάκερη ζωή στο καλντερίμι, σφαλνούσα τους οφταλμούς κι ονειρευόμουνα. Κι ήθελα να τραγουδήσω, να νανουρίσω τον Ιούλιο που ’φευγε, να του δώσω παρηγόρια πως, ναι, είναι ζωντανός ακόμα ο Ιούλιος Καίσαρας ο Αυτοκράτορας ο ισχυρός που του έδωκε το όνομά του.. Σκευόμουνα και θέλανε να κλείσουν τα βλέφαρά μου, να κοιμηθώ..
Κι είχα πολλή δουλειά ακόμα με τα μολυβοκόντυλα, τα σύνεργά μου. Μα, λάμψη φάνηκε στο τρίστρατο, εκεί που ανταμώνουν οι δρόμοι και κάθε βράδυ μαζώνονταν παλιά οι κυράδες και τα κοριτσόπουλα να πούν’ τις πίκρες, τους καημούς και τις χαρές τους. Από νωρίς, λέει, είχανε μαζωμένα τα παλικάρια ξύλα, τα ανάψανε τούτη την ώρα λίγο πριν ξεκινήσ’ η Πρωταυγουστιά, κι οι πύρινες γλώσσες παραβγαίνανε στο ύψος.
Κι ευτύς, φωνές, γέλια, πειράγματα και λιανοτράγουδα πλημμυρίσανε τη γειτονιά ολάκερη. Παιδιά, άντρες και γυναίκες, αρχίσανε με πολλή φασαρία να πηδούνε. Παίρνανε φόρα, δίνανε μια και περνούσαν μέσα απ’ τις φλόγες. Να εξαγνιστούνε, μου είπανε, και να υποδεχτούν την καινούργια, ως πίστευαν οι προγόνοι, αιώνες πριν, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες με τον Αυγερινό αντάμα. Τους σίμωσα, χαιρετηθήκαμε, με γκαρδιώσανε και μ’ έναν πήδο κατάφερα κι εγώ να περάσω την άλλη μεριά της φωτιάς. Αλλάξαμε ευχές και καλολογήματα, μοναξιά όμως γύρευα για να βγάλω τις εικόνες που χρειαζόμουνα απ’ τα βάθη του νου μου να τελειώσω το γραφτό μου. Ανάγκη ήτανε, τους καληνύχτισα κι έφυγα με βαριά καρδιά..
Φολέγανδρος
Περπάταγα ανάμεσα αρμυρίκια, σφάκες και αλυγαριές, έφτασα κατάγιαλο, με τους πύργους που είχανε κάνει τα παιδιά στην κάψα τη μεσημεριανή να με προστατεύουν και τα καβουράκια να τρέχουν φοβισμένα για να κρυφτούνε. Μια απαλή μουσική, ένα χάδι από το λίκνισμα του θαλασσόνερου, και τα κρεμασμένα αστέρια με μαγέψανε, έκατσα στη βρεμένη άμμο, κι έβλεπα το στραφτάλισμα του νερού που με οδηγούσε σε ένα μωρουδιακό ύπνο. Και μουρμούριζα Ελύτη:
«Κι εγώ μέσα στους αχινούς στις γούβες στ’ αρμυρίκια, σαν τους παλιούς θαλασσινούς ρωτούσα τα τζιτζίκια: Ε, σεις τζιτζίκια μου άγγελοι, γεια σας κι η ώρα η καλή! Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; Κι όλ’ αποκρίνονταν μαζί: -Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει! ..».
Σα ξύπνησα στο τρεμόπαιχμα των αστεριών, ήμουνα ζεστός κι ολόβρεχτος. Δίπλα, η Αντρομάχη, νύμφη του πελάγους, με κοιτούσε και στάζανε τα μαλλιά της αλισάχνη. … Γελούσαν θάλασσα, γης κι αστέρια. Κι ένοιωθα πληρότητα κι ευτυχία. Αγκαλιαστήκαμε με την Αντρομάχη και τραγουδήσαμε πάλι Ελύτη..
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]