Εκείνο το καλοκαίρι αγοράσαμε μεγάλα ψάθινα καπέλα. Της Μαρίας με κεράσια γύρω – γύρω, της Ινφάντας με γαλάζια «μη με λησμόνει» κι εμένα με παπαρούνες κόκκινες σαν τη φωτιά. Έτσι, όταν ξαπλώναμε στα στάχυα, ο ουρανός, τ’ αγριολούλουδα κι εμείς γινόμαστε ένα.
«Ακόμα μια φορά μέσα στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλη σου. Ακόμα μια φορά μέσα στις φυτικές αιώρες τ’ αρχαία σου όνειρα. Μια φορά μέσα στ’ αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται. Μέσα σ’ αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κόσμου Τα μυστικά του κόσμου»
Οδυσσέας Ελύτης, «Η συναυλία των Γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)
Μπήκαμε στον Ιούνιο! Καλώς ήρθες καλοκαίρι! Και όπως λέει και ο σοφός λαός: «Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές!». Ο Ιούνιος, ο λεγόμενος και «Θεριστής», είναι ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού, αν και όπως σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος («Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των») «ως προς τον χρόνο της ελεύσεως του θέρους οι κάτοικοι της υπαίθρου είναι δύσπιστοι. Ασφαλή και βεβαιαν θεωρούν την είσοδό του μόνο όταν ακούσουν το τραγούδι των τεττίγων», δηλαδή των τζιτζικιών, τα οποία:
Μία από τις πλουσιότερες περιοχές σε ολόκληρη τη γη ως προς την ποικιλία σε αγριολούλουδα είναι η Ελλάδα, που φέτος θα γιορτάσει την Πρωτομαγιά υπό ιδιαίτερες συνθήκες.
Ανθισμένη κουτσουπιά στον περίβολο της ιεράς μονής Παναγίας Μολυβδοσκέπαστης στην Κόνιτσα
Ετούτες οι μέρες κάθε χρόνο, είναι από τις ελάχιστες περιόδους που η φύση καταφέρνει να επικρατήσει ακόμα και στους πιο πολυσύχναστους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, χάρη στην παρουσία των πανέμορφων δέντρων της Κουτσουπιάς, που ολάνθιστα κατακλύζουν την πρωτεύουσα και πολλές ακόμα πόλεις της χώρα μας, αλλά και τις εξοχές μας. Είναι η εποχή που η φύση ντύνεται το μωβ του μοναδικού αυτού δέντρου που μεταμορφώνει σε πίνακες ζωγραφικής τους δρόμους, τις γειτονιές και τα τοπία μας.
«Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Οι λέξεις του Γιώργου Σεφέρη πετούν σαν χελιδόνια πάνω από το κεφάλι μας, γνώριμα και αγαπημένα -αλλά και παντοτινά ζητούμενα. Σε αυτά τα χρόνια του φόβου, της κόπωσης, του πάγου και των απανωτών αδιεξόδων, τα λόγια αυτά μπορεί ν’ ακούγονται απόκοσμα ή και σαρκαστικά.. Μπορεί, όμως, με την απόλυτη απλότητά τους, να είναι και σημαία ομορφιάς και αισιοδοξίας σε τούτη τη σκοτεινή και δύσκολη εποχή της απραξίας και της μεγάλης μελαγχολίας. «Λίγο ακόμα / θα ιδούμε τις αμυγδαλιές να ανθίζουν / τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο / τη θάλασσα να κυματίζει». Η χώρα μας είναι και η χαρά μας, και έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να τη χαρούμε. Αλλ’ αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση -να αγωνιστούμε για να φθάσουμε εκεί όπου μπορούμε να δούμε τι έχουμε: τη φύση, τον ρου της Ιστορίας και των εποχών. Για να δούμε, πρέπει να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα. Όταν δούμε, ίσως αλλάξουμε. Ίσως η προσπάθεια είναι αυτό που μας λείπει. Ίσως η έλλειψη προσπάθειας είναι αυτό που μας λυγίζει, μας γονατίζει…
Δεν είναι κοντά. Βρίσκεται στην άκρη της Ελλάδας. Αλλά πραγματικά και ο δρόμος που θα διανύσει κανείς και ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φθάσει στον υπέροχο αυτό τόπο, αξίζουν! Μια πόλη σαν… ταινία του Αγγελόπουλου.
Κρυμμένη ανάμεσα σε πυκνά δρυοδάση και ελατοδάση, συχνά καλυμμένη από το χιόνι και μόνιμα κάτω από ένα πέπλο ομίχλης, το ονομαστό «σινιάκι», η Φλώρινα απλώνεται πλάι στα νερά του ποταμού Σακουλέβα και μαγεύει στο διάβα του χρόνου τον επισκέπτη της… Μια πόλη διαφορετική, όχι μόνο για τη Μακεδονία, αλλά και για τη χώρα γενικότερα. Στα σύνορα με τα Σκόπια και την Αλβανία. Με έντονα χρώματα και έντονα αρώματα. Και κυρίως έντονη προσωπικότητα! Μια πολιτεία του ελληνικού βορρά και αιώνια «Μούσα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, που έφυγε πριν μια δεκαετία, σαν σήμερα, για το μεγάλο ταξίδι…
Τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί από ώρα πάνω από τη δασόπυκνη κορυφή του Μπέλες άρχισαν να κατρακυλούν σαν αφρισμένα κύματα προς την κοιλάδα. Ένας δυνατός άνεμος διαδέχθηκε την άπνοια που επικρατούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τα νερά της λίμνης άρχισαν να ταράζονται. Οι καλαμιώνες κυμάτισαν με χάρη στο φύσημα του ανέμου. Οι μέχρι πριν λίγο ζωηροί και φωνακλάδες ερωδιοί κούρνιασαν κάτω από την ισχνή προστασία των σκελετωμένων κορμών που υψώνονταν μέσα από τα πρασινόχρωμα νερά. Οι νεοσσοί τους έπαψαν κι εκείνοι να καλούν δυνατά για τροφή. Η φύση κρατούσε την ανάσα της…
Οι όμορφες μέρες του Γενάρη και ο εφιάλτης του μεγάλου σεισμού…
Οι Αλκυονίδες ημέρες
Της Καστοριανής λογοτέχνιδας Ιφιγένειας Διδασκάλου
Αλκύονη (xpatathens.com)
Μάταια περιμέναμε μέσα στον φετινό Ιανουάριο να καλοσυνέψει ο καιρός και ν’ απολαύσουμε λίγες γλυκές χειμωνιάτικες μέρες, τις γνωστές μας Αλκυονίδες, που, σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, πήραν το όνομα αυτό από την Αλκυόνα, το όμορφο ψαροπούλι. Η Αλκυόνη ζει κοντά στη θάλασσα και γεννάει τ’ αυγά της στις σχισμές των βράχων, μέσα στην εποχή του Χειμώνα.
Vincent van Gogh, «Το μάζεμα της ελιάς» (La cueillette des olives), Δεκ. 1889, Αθήνα, Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Το λιομάζωμα
Τις παγωμένες μέρες του χειμώνα το λιομάζωμα γινόταν πολύ δύσκολο. Μόλις ξημέρωνε ο Θεός την μέρα ο κόσμος ξεχύνονταν στα χωράφια. Θυμάμαι τις γυναίκες τυλιγμένες με χοντρά πλεκτά στην πλάτη και το λαιμό, με μαντήλες στο κεφάλι να προσπαθούν να γεμίσουν το καλάθι τους!
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τον αγαπημένο χειμωνιάτικο καρπό;
Τα κάστανα υπήρξαν ανέκαθεν ένας από τους πιο δημοφιλείς καρπούς! Ψημένα ή βραστά, ως έδεσμα ή ως γλύκισμα, τα κάστανα με τη μοναδική και φίνα γεύση τους και την εξαιρετική θρεπτική τους αξία κατέχουν μια από τις πρώτες θέσεις στη γαστρονομία του χειμώνα. Η εικόνα του καστανά στις γωνιές της πόλης, το ψήσιμό τους στο τζάκι, η παρουσία τους στη γέμιση της χριστουγεννιάτικης γαλοπούλας, αλλά και τα σιροπιαστά μαρόν γλασέ στο βάζο μας, συνδέουν τα κάστανα με την οικογενειακή θαλπωρή, την εκλεκτή διατροφή και τις γιορτινές μέρες!
Η Άρνη (ή Αρνάς) είναι χωριό της Άνδρου στον Δήμο Υδρούσας. Βρίσκεται στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού, χτισμένη σε υψόμετρο 500 μ. και είναι πλούσια σε νερά και βλάστηση. Λέγεται από παλιά πως το νερό της Άρνης έχει την ιδιότητα, όποιος το πίνει, να ξεχνά εκείνους που αγαπά. Έτσι, όποιος δεν ήταν εύκολο να ξεχάσει ανθρώπους που αγάπησε αληθινά και τον πλήγωσαν, έπινε της Άρνης το νερό για να τους λησμονήσει και να ξεφύγει από τη σκέψη τους που τον βασάνιζε.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]