Γιώργος Θεοτοκάς – Αναφορά στον συγγραφέα της Αργούς και του Λεωνή

Ο Γιώργος Θεοτοκάς στο δάσος Δαφνίου, 1930

Ο δοκιμιογράφος, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στις 27 Απριλίου 1905 και απεβίωσε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 1966. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30.

Συνέχεια

Η μητέρα μου, η γαζία και το καναρίνι (Νίκος Καζαντζάκης)

Νικόλαος Γύζης, Η Μητέρα

«Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο σπίτι της Αίγινας

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει».

* Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961.

Πηγή: antikleidi.com

Το τροπάριο της Κασσιανής (Φώτης Κόντογλου)

Το τροπάριο της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε ποτέ στην εκκλησιά. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο, και το πάθος της αμαρτωλής που μετανοιώνει, καθώς κ’ η ιστορία της Κασσιανής που το σύνθεσε.

Αλλά προπάντων, κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πούναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πη κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δε μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα που το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.

Συνέχεια

Χωρίς στεφάνι (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Κοινωνικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου 1896, στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Εκτυλίσσεται στην Αθήνα, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με ηρωίδα μια κατατρεγμένη δασκάλα, τη Χριστίνα, θύμα του πελατειακού κράτους (καθώς τότε ακόμα δεν υφίστατο η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων) και του εραστή της. Ο Παπαδιαμάντης μας παρουσιάζει, επίσης, μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα -τις δούλες και τις παραμάνες- στις μεγάλες στιγμές της Αναστάσεως. Ένα διήγημα που μπορεί να ταιριάζει με αυτό που αποκαλούμε «ατμόσφαιρα των ημερών», όμως θίγει διαχρονικά ζητήματα της κοινωνίας μας, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης.

Συνέχεια

Η αγιασμένη Επανάσταση (Φώτης Κόντογλου)

Θεόδωρος Βρυζάκης, Ο όρκος των οπλαρχηγών

Συνέχεια

Ο Καπετάν Μιχάλης του Νίκου Καζαντζάκη

Καπετάν Μιχάλης Κόρακας (φωτ. Κ. Ανδρουλάκη, Ίδρυμα Αικ. Λασκαρίδη)

Στο έργο του «Καπετάν Μιχάλης» (1953) ο Νίκος Καζαντζάκης δίνει τη δική του, μοναδική για τον ηρωισμό και την τραγικότητα που αποπνέει, περιγραφή της τουρκικής θηριωδίας και σκλαβιάς στην Κρήτη.

Συνέχεια

Η λάμπα του Παλαμά

«Η λάμπα του Παλαμά» είναι ένα κείμενο γραμμένο από έναν σπουδαίο λογοτέχνη, τον Στρατή Μυριβήλη για τον Κωστή Παλαμά, τον μεγάλο μας Ποιητή. Σαν το διαβάσεις έχεις για πάντα την αίσθηση πως έχεις υπάρξει εκεί, στο όμορφο δωμάτιο του Ποιητή, κάτω κι εσύ από τη ζεστασιά που σκορπούσε το φως της λάμπας του, «μιας φτωχικής λάμπας πετρελαίου», όπως γλαφυρά ιστορεί ο Μυριβήλης, «που είδε, έναν έναν, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της», στο γραφείο του Ποιητή, «το κελλί τ’ αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα».

Συνέχεια