Τα θυρανοίξια του μεγαλοπρεπούς αυτού ναού, αφιερωμένου στον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, έγιναν στις 16 Αυγούστου του 2013. Πρόκειται για έναν ναό κτισμένο σε ένα σπάνιο οικοδομικό ρυθμό, της παλαιοχριστιανικής ξυλόστεγης βασιλικής, έναν ρυθμό που επικρατούσε στην Κύπρο κατά τον 5ο και 6ο μ.Χ. αιώνα.
Θεράπευε αδιάκριτα Χριστιανούς και Τούρκους. Δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους, αλλά τους έβλεπε ως εικόνες του Θεού, άρα ως αδελφούς του, που χρειάζονταν αγάπη και ανοχή. Τα θαύματά του είναι αναρίθμητα, ένας ατέλειωτος ποταμός θείας Χάριτος που στεφάνωνε την οσιακή ζωή του. «Η πίστις μας δεν πουλιέται», συνήθιζε να λέει και εργάστηκε ακούραστα, επί σειρά ετών, για να κρατήσει τους συμπατριώτες του στην πίστη, να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις των Τούρκων. Εκοιμήθη το 1924 στην Κέρκυρα, όπου ήρθε πρόσφυγας από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, πικραμένος από την ανελέητη σφαγή και την άδικη μεταχείριση σε βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Είναι ο πνευματικός πατέρας του σύγχρονου Αγίου που ανέδειξε η Ορθοδοξία, του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου.
Το Μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα αποτελεί ένα από τα ιερότερα προσκυνήματα της πατρίδας μας. Χιλιάδες πιστοί συρρέουν σε αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου για να προσκυνήσουν, να λάβουν την ευλογία και τη χάρη του αγίου μας, να ενδυναμωθούν στους αγώνες τους και στην πνευματική τους πορεία, να αναπαυθούν ψυχικά, να θεραπευθούν. Κανείς από όσους με πίστη προσήλθαν στη μονή δεν έφυγε χωρίς τα πολύτιμα δώρα του Αγίου Νεκταρίου, την ειρήνη, την αγάπη του, την ίαση παντοδαπών νοσημάτων, την παρηγορία.
Δεν θα παύση η Αγία του Χριστού Ορθόδοξος Εκκλησία να αναδεικνύη αγίους έως της συντελείας του αιώνος. Χαίρει η Εκκλησία διά τους νεοφανείς αγίους, εξαιρέτως δε, διά το νέκταρ το γλυκύτατον της εναρέτου ζωής, το πολύτιμον σκεύος των δωρεών του Παναγίου Πνεύματος, τον Θεοφόρον Ιεράρχη, τον Άγιον Νεκτάριον επίσκοπον, Πενταπόλεως.
O άγιος της εξορίας, των προσφύγων και της εγκαρτέρησης
Ο Άγιος Δημητριανός καταγόταν από ένα χωριό που λεγόταν Συκαί και μετέπειτα Συκά, το οποίο βρισκόταν κοντά στο σημερινό Παλαίκυθρο της επαρχίας Λευκωσίας. Γεννήθηκε κατά την εποχή της βασιλείας του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Θεοφίλου, γύρο στα 834-835. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και η μητέρα του ευσεβεστάτη. Οι γονείς του τον γαλούχησαν με τα ιερά νάματα της ευσέβειας.
«Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά Χριστιανοί, πρέπει να ακολουθήσουμε τα χνάρια του Χριστού μας. Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα κι από την καλωσύνη» Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης γεννήθηκε στη Γεωργία της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως. Από μικρό παιδί γνώρισε θλίψεις και πόνους στη ζωή του. Άλλος στη θέση του θα απογοητευόταν, θα παραπονιόταν και θα λογάριαζε ως συνυπεύθυνο για τον φόρτο της δοκιμασίας του τον Ύψιστο. Ο Όσιος Γεώργιος όμως, μέσα από πρωτόφαντους διωγμούς προσφυγιάς, σωματικούς τραυματισμούς, στερήσεις και πόνους, δεν έπαυσε να αγαπά και να δοξολογεί τον Εσταυρωμένο Λυτρωτή μέσα από την καρδιά του. Τριών χρόνων έμεινε πεντάρφανος. Έξι χρόνων τον κατεδίωξε βάναυσα ο αδελφός του. Έφυγε, εξορίστηκε σε μια σπηλιά γεμάτη χιόνι. Αλλά δεν βγήκε από το στόμα του λέξη βλάσφημη.
Οι γείτονές του τον θυμούνται από μικρό παιδί να νηστεύει και παρ’ όλη την αθεϊστική ανατροφή που έλαβε, στα 12 του χρόνια ήξερε όλο το ευαγγέλιο απ’ έξω. Επί χρόνια έζησε ζητιανεύοντας, ταπεινωμένος, λοιδορούμενος και περιφρονημένος από όλους. Αντιστάθηκε δημόσια στην ειδωλοποίηση των ηγετικών μορφών του καθεστώτος στη χώρα του και για τούτο φυλακίστηκε και διώχθηκε βάναυσα επί σειρά ετών. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της επίγειας ζωής του υπέφερε εξοντωτικά βάσανα, στερήσεις και κακουχίες, σωματικές και ψυχικές, ως τα έσχατα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Μόνο μετά το τέλος των διωγμών του χριστιανισμού στη Ρωσία, φάνηκε ξεκάθαρα πως επρόκειτο για μια οσιακή μορφή, έναν από τους σημαντικότερους αγίους του καιρού μας.
Ο Άγιος Ευλάλιος Καραβά (φωτ. Ζακ Ιακωβίδης, loukis-kyrenia.blogspot.com)
«Αυτά τα εκκλησάκια: το πείσμα του λαού, έξω στην ύπαιθρο -το πείσμα του που βάσταξε αιώνες …» Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Στ’
Ο Καραβάς του ονείρου…
Μεγάλο αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Κερύνειας, που αναφέρεται και ως κωμόπολη, κατεχόμενο από το 1974 από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής, ο παραθαλάσσιος Καραβάς βρίσκεται περί τα 12 χλμ. δυτικά της Κερύνειας. Τόπος πανέμορφος, στολισμένος με όλα τα μύρα και τα χρώματα της υπέροχης Κυπριακής γης, μοιάζει βγαλμένος απ’ το όνειρο ενός αλλοτινού Παραδείσου καθώς τον θαυμάζουμε σε εμβληματικές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ της εποχής που προηγήθηκε της εισβολής…
Για τους αγίους Βαρνάβα και Ιλαρίωνα δεν γνωρίζουμε πολλά. Ο Λεόντιος Μαχαιράς στο χρονικό του, καθώς κι ο Κυπριανός στην ιστορία του, κατατάσσουν τους αγίους μεταξύ των 300 λεγομένων Αλαμανών, που πήγαν στην Κύπρο μετά τη Β’ Σταυροφορία κι ασκήτεψαν σε διάφορα μέρη. Με τη γνώμη όμως αυτή, που όσο κι αν φαίνεται πιθανή, συγκρούεται η πληροφορία, που μας δίνεται τόσο από την παράδοση, όσο κι από το συναξάρι των αγίων.
Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας, τοιχογραφία της τραπέζης (fresco) 1176-1180, Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, Πάτμος
Ο Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας γεννήθηκε το 333 μ.Χ., στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η κωμόπολη στην οποία ανατράφηκε ονομαζόταν Θαβαθά, πέντε μίλια μακριά από τη Γάζα. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι ειδωλολάτρες. Στην επιθυμία τους να σπουδάσουν όσο γίνεται καλύτερα το γιο τους, έστειλαν αυτόν στην Αλεξάνδρεια.
Ο Άγιος Γεράσιμος (Νοταράς), ο νέος Ασκητής, ο εν Κεφαλληνία, είναι ο προστάτης Άγιος και πολιούχος της Κεφαλονιάς. Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Νοταράδων, οι οποίοι ήρθαν στην Κορινθία από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 16ου αιώνα.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.
Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.
Κάποτε ο Γέροντάς του του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια». Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ό,τι τον πρόσταζε η συνείδησή του.
Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον».
Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό. Αλλ’ ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.
Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μετέβη στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του.
Όταν μετά από λίγο εκοιμήθη ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984- 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής. Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες.
Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας». Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996-998) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά,Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.
Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο «Παλουκητόν» και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.
Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε «Νέος Θεολόγος», «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος». Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι,282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα.
Απολυτίκιο (Ήχος γ’ – Θείας πίστεως) Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν, ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτόν εκτενώς ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Ο όσιος Κενδέας ήταν ένας από τους Αλαμάνους αγίους, που ήρθαν στο νησί της Κύπρου από την Παλαιστίνη. Όταν έφυγε απ’ την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα ήταν μόλις δεκαοκτώ χρόνων. Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την έρημο του Ιορδάνου. Στο μέρος αυτό σε μια απόκρημνη πλαγιά βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και με χαρά εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και τρεφόταν με ακρίδες, όπως άλλοτε κι ο μέγας πολιστής της ερήμου, ο Πρόδρομος Ιωάννης.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]