Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας, τοιχογραφία της τραπέζης (fresco) 1176-1180, Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, Πάτμος
Ο Όσιος Ιλαρίων ο Μέγας γεννήθηκε το 333 μ.Χ., στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η κωμόπολη στην οποία ανατράφηκε ονομαζόταν Θαβαθά, πέντε μίλια μακριά από τη Γάζα. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι ειδωλολάτρες. Στην επιθυμία τους να σπουδάσουν όσο γίνεται καλύτερα το γιο τους, έστειλαν αυτόν στην Αλεξάνδρεια.
Ο Άγιος Γεράσιμος (Νοταράς), ο νέος Ασκητής, ο εν Κεφαλληνία, είναι ο προστάτης Άγιος και πολιούχος της Κεφαλονιάς. Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Νοταράδων, οι οποίοι ήρθαν στην Κορινθία από την Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 16ου αιώνα.
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχει μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήσει και να πλανήσει τον άνθρωπο.
Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.
Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.
Κάποτε ο Γέροντάς του του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια». Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ό,τι τον πρόσταζε η συνείδησή του.
Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον».
Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.
Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό. Αλλ’ ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.
Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μετέβη στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του.
Όταν μετά από λίγο εκοιμήθη ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984- 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής. Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες.
Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας». Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996-998) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.
Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά,Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.
Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο «Παλουκητόν» και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.
Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε «Νέος Θεολόγος», «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος». Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι,282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα.
Απολυτίκιο (Ήχος γ’ – Θείας πίστεως) Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν, ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτόν εκτενώς ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Ο όσιος Κενδέας ήταν ένας από τους Αλαμάνους αγίους, που ήρθαν στο νησί της Κύπρου από την Παλαιστίνη. Όταν έφυγε απ’ την Αλαμανία για τα Ιεροσόλυμα ήταν μόλις δεκαοκτώ χρόνων. Εκεί ασπάστηκε τη μοναχική ζωή κι έφυγε για την έρημο του Ιορδάνου. Στο μέρος αυτό σε μια απόκρημνη πλαγιά βρήκε ένα μικρό σπήλαιο και με χαρά εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και τρεφόταν με ακρίδες, όπως άλλοτε κι ο μέγας πολιστής της ερήμου, ο Πρόδρομος Ιωάννης.
Ο Άγιος Ερμογένης γεννήθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στη Φοινικούντα της Αττάλειας της Μικράς Ασίας. Ήταν ένθερμος κήρυκας του Χριστιανισμού. Η δράση του εξαπλώθηκε ιδιαίτερα στη Σάμο, όπου διορίστηκε ως Επίσκοπος της Εκκλησίας της περιοχής. Δίδασκε το λαόν και προέβαλλε παντού το φως του Χριστού. Αναφέρεται πως έκανε πολλά θαύματα με τη χάρη του Θεού για να παρηγορήσει τον πονεμένο λαό.
Ο Άγιος Ιερόθεος γεννήθηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. από εύπορη οικογένεια. Διακρίθηκε για την ευρυμάθειά του και φοίτησε στην Φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, Πλατωνική Φιλοσοφία. Ως μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου της αρχαίας Αθήνας, του Αρείου Πάγου, κατείχε σπουδαία κοινωνική θέση, όπως άλλωστε και ο Άγιος Διονύσιος.
«Μακάριοι οἱ πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται» (Ματθ. Ε’,6)
Αξιότιμοι και αγαπητοί,
Σήμερα η Αγία μας Εκκλησία, τιμά την μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Διονυσίου του Αρεοπαγίτου επισκόπου Αθηνών, ο οποίος έγινε κοινωνός της Ευαγγελικής αλήθειας από τον Απόστολο των εθνών Παύλο, κατά την εν Αθήναις επίσκεψή του και την εκεί κηρυγματική του δραστηριότητα. Ο Άγιος Διονύσιος, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα και υπήρξε εκ των επιφανών Αθηναίων πολιτών. Υπηρετούσε την δικαιοσύνη ως ανώτατος δικαστικός, μέλος του ανωτάτου δικαστηρίου των Αθηνών γνωστού ως Αρείου Πάγου. Ήταν εκείνος που κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, την Μεγάλη Παρασκευή που ο Κύριός μας επί του σταυρού εκφώνησε τη φράση «Τετέλεσται» και εκρύβη ο ήλιος, βλέποντας το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο είπε: «ή Θεός πάσχει ή το παν απόλλυται».
Συμπληρώνονται φέτος 800 χρόνια από την κοίμηση του Αγίου Νεοφύτουτου «Εγκλείστου», όπως είναι γνωστός. Ο Κύπριος Άγιος έζησε από το 1134 μέχρι το 1220 και ίδρυσε την ομώνυμη Μονή κοντά στην Πάφο. Έζησε επί πολλά χρόνια πραγματικά έγκλειστος σε έναν λαξευμένο βράχο, την «Εγκλείστρα» του. Εκεί βλέπουμε σήμερα το κρεββάτι του, το γραφείο του και τον τάφο του. Η μνήμη του τιμάται δύο φορές τον χρόνο, στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 24 Ιανουαρίου.
Ο Όσιος Κυριακός ήταν άνθρωπος που καλλιεργούσε «ὑπομονήν, πραότητα» (Α’ προς Τιμόθεον, στ’ 11). Γι’ αυτό και πέτυχε στην ασκητική του ζωή. Γεννήθηκε στην Κόρινθο, τον 5ο αιώνα μ.Χ., από ιερέα πατέρα, τον Ιωάννη. Τη μητέρα του την έλεγαν Ευδοξία και είχε αδελφό τον Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου Πέτρο.
Από ιερατικό, λοιπόν, γένος ο Κυριακός, σε νεαρή ηλικία πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί στη Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Εκεί, ο Μέγας Ευθύμιος, τον έκανε μοναχό και τον έστειλε στον ασκητήΓεράσιμο. Όταν πέθανε ο Γεράσιμος, ο Κυριακός επέστρεψε στη Λαύρα του Ευθυμίου, όπου με ζήλο καλλιεργούσε τις αρετές του, ώσπου κάποια στάση που έγινε στη Λαύρα του Ευθυμίου τον ανάγκασε να πάει στη Λαύρα του Σουκά. Εκεί 40 χρονών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε την επιστασία του Σκευοφυλακίου.
Εκείνο που τον διέκρινε απέναντι στους συμμοναστές του, ήταν ο γαλήνιος τρόπος με τον όποιο τους αντιμετώπιζε, γι’ αυτό και ήταν παράδειγμα προς μίμηση από όλους. Εβδομήντα χρονών ο Κυριακός, έφυγε κι από εκεί και με υπομονή γύρισε πολλά μοναστήρια και σκήτες, όπου έζησε με αυστηρότατη άσκηση. Τελικά, εκοιμήθη 107 χρονών και σε όλους έμεινε η ενθύμηση του ασκητή που έδειχνε «πραότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους» (προς Τίτον, γ’ 2). Πραότητα, δηλαδή, σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους.
Ο Όσιος Αββάς Ισαάκ ο Σύρος γεννήθηκε στη Νινευή της Μεσοποταμίας, αν και υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στη Σύρο. Έγινε ασκητής και με τη ζωή που ακολούθησε έφτασε στην «τελειότητα της ψυχής». Παράλληλα, άφησε σημαντική παρακαταθήκη για τον άνθρωπο, με συμβουλές και παραινέσεις οι οποίες είναι πάντα επίκαιρες. Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα από τις διδαχές τις οποίες με απλότητα μοιραζόταν με τους πιστούς:
Η άπειρη αγάπη του Τριαδικού Θεού για ολόκληρη την ανθρωπότητα αποκαλύπτεται πάντοτε, έστω κι αν αυτό αμφισβητείται και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό. Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η δημιουργική, προνοητική και συνεκτική ενέργεια του Θεού εξακτινώνεται σε όλο τον κόσμο και την κτίση. Ενώ η αγιαστική και θεοποιός θεία ενέργεια εκχέεται απλόχερα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων. Έτσι, κάθε μέλος της δεν εγκαταλείπεται μόνο και απαράκλητο. Ενθαρρύνεται και εμπνέεται στη ζωή του Πνεύματος με διαφόρους τρόπους.
Ο μακάριος Ευμένιος κατήγετο από την Κρήτη. Από την νεανική του ηλικία αφιερώθηκε με πολλή επιμέλεια στα έργα της ασκήσεως, τα οποία συνεδύαζε με άκρα ταπείνωση. Το πρόσωπό του ήταν πάντοτε λουσμένο στα δάκρυα. Ποτέ δεν κατέκρινε κανένα ούτε δέχθηκε να ακούσει άλλον να καταλαλεί. Έφθασε σε τέτοιο ύψος αρετής, ώστε οι χριστιανοί της Γορτύνης τον πίεσαν να γίνει επίσκοπός τους. Με πολλή σύνεση ποίμανε το ποίμνιό του, αξιώθηκε δε να λάβει από τον Θεό και την δύναμη να επιτελεί θαύματα. Όταν μετέβη στην Ρώμη, σαν πυρσός την κατεφώτισε με τις θείες διδασκαλίες του και στερέωσε τους πιστούς με τα πολλά του θαύματα.
Κατά την επιστροφή του επισκέφθηκε την Θηβαΐδα, όπου διέλυσε με την προσευχή του την ξηρασία που επικρατούσε. Ενώ βρισκόταν εκεί, εξεδήμησε προς Κύριον σε βαθύ γήρας και οι Θηβαίοι απέστειλαν το ιερό του σκήνωμα στην πατρίδα του Γόρτυνα. Οι πιστοί τον ενεταφίασαν στην τοποθεσία Ράξος, όπου βρισκόταν και το σεπτό λείψανο του προκατόχου του, αγίου Κυρίλλου.
Φαίνεται ότι ο άγιος Ευμένιος έζησε πριν από το 732, όταν η Κρήτη εκκλησιαστικώς εξηρτάτο από την Ρώμη και, ακριβέστερα, μεταξύ 667 και 680· διότι η ακολουθία που συνέθεσε ο (άγιος) Ιωσήφ ο Υμνογράφος αναφέρει ότι ο άγιος συμφιλίωσε στην Κωνσταντινούπολη τους συναυτοκράτορες Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο, Ηράκλειο και Τιβέριο. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Σεπτεμβρίου.
Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή μορφή, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Κτήτωρ Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Σουρβιάς (14-15 Σεπτεμβρίου)
Ο ΌσιοςΓεράσιμος καταγόταν από το χωριό Λεοντάρι της Πελοποννήσου. Από την ηλικία των οκτώ ετών οι γονείς του τον έβαλαν σε Σχολείο για να μάθει τα ιερά γράμματα. Επειδή μάλιστα έδωσε ολόκληρο τον εαυτό του στην ανάγνωση των βίων των Αγίων και ιδιαίτερα των Οσίων Πατέρων, θέλησε να τους μιμηθεί. Έτσι, μόλις ενηλικιώθηκε, απέρριψε τις φροντίδες του κόσμου και έγινε μοναχός. Εν συνεχεία χειροτονήθηκε βαθμιαία αναγνώστης, διάκονος και πρεσβύτερος. Έπειτα αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Από εκεί επέστρεψε, μέσω ξηράς, στην Ελλάδα.
Κατά την επιστροφή του φρόντιζε να κηρύσσει το λόγο του Θεού σε πολλές πόλεις και χωριά απ’ όπου διερχόταν. Έτσι, από πόλη σε πόλη, έφτασε και στα μέρη της Μαγνησίας. Κοντά στη Μακρυνίτσα του Πηλίου υπήρχε ένα μοναστήρι, στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που το είχε κτίσει ο Όσιος Διονύσιος (Σουρβιά). Σε αυτή τη Μονή πήγε ο Όσιος Γεράσιμος και, επειδή του άρεσε η ησυχία του τόπου, έμεινε εκεί αγωνιζόμενος με νηστεία, προσευχή και κακοπάθεια. Για τις πολλές του αρετές, ο Θεός τον αξίωσε να κάνει θαύματα ακόμα και όσο ζούσε.
Ο ιερός ναός του Οσίου Γερασίμου στην πλατεία της Μακρυνίτσας
Έτσι μια γυναίκα στείρα, από τη γειτονική Κερασιά, με τη μεσιτεία των ευχών και της προσευχής του Οσίου γέννησε τρία παιδιά. Ο Όσιος Γεράσιμος συχνά μετέβαινε στο Βελεστίνο για να εξομολογεί τους κατοίκους της κωμόπολης. Χρησιμοποιούσε μάλιστα ένα κελί κοντά στην Εκκλησία που είναι γνωστό ως «Κελί του Γερασίμου». Στο Βελεστίνο κήρυττε και το θείο λόγο, ενώ συχνά επιτιμούσε ακόμα και τους ιερείς της περιοχής για διάφορα σφάλματά τους. Εν όσω κάποτε βρισκόταν στην προαναφερθείσα κωμόπολη, κατάλαβε ότι πλησίαζε η ώρα της κοιμήσεώς του και θέλησε, παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή του.
Εντέλει κατάφερε ο Άγιος να φύγει κρυφά. Όταν ο Όσιος είχε ήδη φτάσει στο Ριζόμυλο, οι Βελεστινιώτες κατάλαβαν ότι έφυγε ο πνευματικός τους και έσπευσαν να τον προφθάσουν. Όταν ο προορατικός Γεράσιμος πληροφορήθηκε τον ερχομό τους, κατέβηκε από το μουλάρι του και προσευχήθηκε. Αμέσως άρχισε ν’ αστράφτει, να βροντά και να πέφτει πολλή βροχή με χαλάζι. Έτσι οι Βελεστινιώτες αναγκάστηκαν να γυρίσουν βιαστικά πίσω άπραγοι. Λίγο πριν κοιμηθεί ο Όσιος κάλεσε τους μοναχούς της Σουρβιάς και τους νουθέτησε λέγοντάς τους, μεταξύ άλλων:«Προσέχετε και τούτο καλώς, όσοι έχετε ιερωσύνην, διότι ο λαμβάνων χρήματα και συγχωρών αμαρτίας είναι διάβολος … διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν αγοράζεται αλλά δίδεται δωρεάν εις τους ευλαβείς και φοβουμένους τον Κύριον και εις εκείνους όπου έρχονται μετά πίστεως και φόβου Θεού εις το λουτρόν της εξομολογήσεως …».
Η είσοδος του ιερού ναού του Οσίου Γερασίμου στη Μακρυνίτσα
Τέτοια λέγοντας προς τους πατέρες ο Όσιος και νουθετώντας τους πατρικά, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, την 14η Σεπτεμβρίου. Να σημειωθεί ότι ενώ εκοιμήθη την 14η Σεπτεμβρίου, η εορτή του μεταφέρθηκε κατά μία ημέρα για την 15η Σεπτεμβρίου, για να μην συμπέσει με τη μέγιστη των εορτών εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Πολλά θαύματα έκανε ο Όσιος Γεράσιμος μετά την ανακομιδή των λειψάνων του στη Σκόπελο, στους Πινακάτες, στο Χατζήμισι (ονομασία του Στεφανοβίκειου Μαγνησίας), στα Κανάλια, στον Άγιο Γεώργιο Βελεστίνου και αλλού.
«Φύλαττε τους δούλους σου εκ δεινών, παντοίων τρισμάκαρ, και λοιμώδους νόσου σοφέ, όπως σε ως ρύστην, ακοίμητον υμνώμεν, Γεράσιμε οι πόθω σοι καταφεύγοντες»
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]