«Λαγάνα» ονομάζεται ο άζυμος άρτος, που φτιάχνεται μόνο μια ημέρα τον χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα. Το όνομά της προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «λάγανον», μια πλακωτή ζύμη από αλεύρι και νερό, ενώ ως έδεσμα η λαγάνα μνημονεύεται και σε κείμενα της αρχαιότητας. Ένα από αυτά είναι οι «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, όπου αναφέρεται η φράση: «λαγάνα πέττετται», δηλαδή λαγάνες γίνονται.
(εικόνα: Αγία Θεοδώρα, σχέδιο εξωφύλλου του βιβλίου του Δ. Φερούση, «Θεοδώρα Κομνηνή – Βασίλισσα και Μοναχή», εκδ. Ακρίτας , 1997)
Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας. Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης, το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα της Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α’ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.
Οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια). Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ’ ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει. Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη που μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;».
Η ιερά εικόνα του Φανερωμένου Χριστού στην Αγία Μονή Ναυπλίου
Πανηγυρικά και με κάθε μεγαλοπρέπεια εορτάζεται κάθε χρόνο στο Βυζαντινό μοναστήρι της Αγίας Μονής, στην Άρια Ναυπλίου, η εύρεση της θαυματουργής εικόνας του φανερωμένου Χριστού. Ήταν 1920, όταν μετά από όραμα ο Έλληνας μετανάστης από την Αρκαδία, Θεόδωρος Ρογκόπουλος, ο οποίος διέμενε στην Αμερική, ήρθε στην Ελλάδα, στο Ναύπλιο και βρήκε τη θαυματουργή εικόνα του Χριστού θαμμένη μέσα στο χώμα.
Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ανήκε σε ανώτερη κοινωνικά και οικονομικά οικογένεια της Ραψάνης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζηλάσκαρης και ήταν υιός του Αναστασίου Ψάλτου. Δεν είναι γνωστό όμως, αν το Ψάλτου είναι επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Σε κωνικό πώμα παλαιάς -πριν το 1900- αργυρής λειψανοθήκης, η οποία αντικατέστησε ακόμη παλαιότερη πρόχειρη και απλή κατασκευή, είναι χαραγμένα με κεφαλαία γράμματα ακριβώς τα εξής:
«Χαίροις ο της Νάξου θείος βλαστός και των Ιερέων ο εν πάσιν υπογραμμός, ελεημοσύναις, νηστείαις, αγρυπνίαις και προσευχαίς σχολάζων, πάτερ Νικόλαε»
Κορυφαία έκφραση της αληθινής κατά Χριστόν ζωής κάθε συνειδητού πιστού και πιο πολύ του πραγματικού και τελείου ιερέως, αποτελεί η ζωή και το έργο του αγίου ιερέως Νικολάου του Πλανά, αγίου των ημερών μας. Η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα, ήταν άνθρωποι εύποροι, ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι πού πήγαινε από τη Νάξο στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Ο Άγιος νεομάρτυρας Παρασκευάς Τραπεζούντος δεν αναφέρεται από τους Συναξαριστές. Ήταν από τους προύχοντες της Τραπεζούντας και μαρτύρησε την 1η Μαρτίου 1659 δι’ απαγχονισμού. Το σώμα του το παρέλαβαν οι χριστιανοί και το έθαψαν στον ναό του αγίου Γρηγορίου του Νύσσης. Κατόπιν ανακομίστηκε στη Μονή Θεοσκεπάστου της Τραπεζούντας.
Ανάμεσα στα νερά του Έβρου, του Τούντζα και του Άρδα, ο βίαιος ξεριζωμός του ελληνικού πληθυσμού της Αδριανούπολης και η παραχώρηση του Κάραγατς το 1923, είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της Νέας Ορεστιάδας, της νεώτερης πολιτείας της χώρας μας. Αντίστοιχα, οι τουρκικές πιέσεις και ωμότητες σε βάρος του χριστιανικού στοιχείου στο Μεγάλο και Μικρό Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης οδήγησαν τους κατοίκους τους στα ελληνικά εδάφη, όπου ίδρυσαν ένα νέο χωριό, το ακριτικό Χειμώνιο. Τρία ποτάμια, τρεις χώρες, τρεις λαοί, χιλιάδες χρόνια ιστορίας, ξεριζωμοί, κατατρεγμός, ελπίδες και ανείπωτα βάσανα σε τούτο το σημείο της γης που αποκαλείται «Τριεθνές» ή απλά «Τρίγωνο», στη γλώσσα των ντόπιων, των φαντάρων, των προσφύγων, των φοιτητών, όλων εκείνων που περνούν τη ζωή τους -για λίγο ή για πάντα- ριζωμένοι εδώ.. Μάνα ηρώων και θεών και των κορυφαίων του ελληνικού πνεύματος, η Θράκη συνέχει, ενώνει και ενεργοποιεί ολάκερη την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό μας, γεφυρώνοντας μοναδικά τη βυζαντινή μας κληρονομιά με τον καθ’ αυτό ελλαδικό χώρο και αποτελώντας έναν προαιώνιο φάρο του Ελληνισμού που δεν θα σβήσει ποτέ. Μέσα απ’ τις φρικτές διώξεις, τις δραματικές μετακινήσεις του Ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής και Βόρειας Θράκης (Ανατολικής Ρωμυλίας) και την προσφυγοποίησή του στις αρχές του περασμένου αιώνα, επιχειρούμε ένα νοερό και αγαπημένο οδοιπορικό στη θρυλική γη του μυθικού Ορέστη, στην ιστορία, στην παράδοση, στη ζωή και στο όνειρο, στις αλησμόνητες Θρακικές πατρίδες του Ελληνισμού και στον βορρά του σημερινού Έβρου.
«Πληγάς αριθμείν μη Iωάννη θέλε, Σκηνάς δε μάλλον, ας έχει ένδον πόλος»
Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας ήταν γέννημα και θρέμμα του Γαλατά. τεχνίτης στα σκαλίσματα, στο σαράι του Σουλτάνου. Αλλά και όλοι οι αγάδες τον έπαιρναν και έκτιζε τα παλάτια τους, ήταν όμως ταπεινός και ελεήμων. Ορφανά πάντρευε, φυλακισμένους ελευθέρωνε και άλλες καλοσύνες έκανε. Λοιπόν ένας αγάς του έδωσε ένα παιδί να το μάθει την τέχνη του σκαλίσματος, διότι ήταν ανεψιός του και ήλθε τότε από την Ανατολή. Μπαίνοντας όμως και βγαίνοντας το παιδί με τον Ιωάννη στο σαράι το βασιλικό, είδε εκεί τα παιδιά, τα λεγόμενα από αυτούς ιτζ ογλάνια, πως είναι σε μεγάλη υπόληψη και χαρά και θέλησε και αυτό να συμπεριληφθεί σ’ αυτά. Γι’ αυτό πήγε στο θείο του εκείνον και του λέει· «Σε παρακαλώ, να με βάλεις στο σαράι του Βασιλιά».
Η Αγία Φωτεινή έζησε στα χρόνια του Χριστού. Ήταν Σαμαρίτισσα στην καταγωγή και διέμενε στην πόλη Συχάρ. Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς περνούσε από την Συχάρ και στάθηκε στο πηγάδι του Ιακώβ για να πιει νερό. Εκεί συναντήθηκε με την Αγία Φωτεινή από την οποία ζήτησε να του δώσει νερό. Τότε οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες δεν είχαν επαφές και γι’ αυτό παραξενεύτηκε η Αγία που ένας Ιουδαίος της απηύθυνε τον λόγο. Το είπε αυτό στον Ιησού και Εκείνος της αποκρίθηκε ότι αν ήξερε ποιος είναι θα του ζητούσε αυτή νερό που δεν τελειώνει ποτέ και όταν το πιει κάποιος δεν ξαναδιψά, εννοώντας φυσικά τον Χριστό, η Αγία Φωτεινή πίστεψε σε Αυτόν και κάλεσε τους συμπολίτες της να τρέξουν να Τον συναντήσουν. Ο Χριστός έμεινε δύο ημέρες στη Συχάρ και τους μετέδωσε τον Λόγο και την ευλογία Του.
Κάποτε στο Ροβιάνο υπήρχε ένας ευεργέτης που κάθε χρόνο μετά τον θερισμό έδινε λίγο στο μοναστήρι. Τον μήνα Ιούνιο ο Ιωάννης πήγε να τον βρει παίρνοντας μαζί του ένα παγούρι με κρασί. Καθώς διάβαινε τα χωράφια οι χωρικοί άρχισαν να τον περιπαίζουν, αλλ’ ο πράος Ιωάννης τους πλησίασε και έδωσε σε όλους να φάνε και να πιούνε. Όλοι έτρωγαν το ψωμί και έπιναν κρασί, αλλά το ψωμί δεν τελείωνε ούτε άδειαζε το παγούρι. Μόλις το είδε αυτό ο Άγιος γονατιστός ευχαριστούσε τον Θεό όταν ξαφνικά σκοτείνιασε ο ουρανός, ενώ ήταν μεσημέρι και μπόρα έπεσε στον κάμπο. Οι θεριστές έτρεξαν να προστατευθούν και μόνο ο Ιωάννης έμεινε εκεί προσευχόμενος. Μόλις κόπασε η βροχή γύρισαν οι θεριστές στη δουλειά τους και βρήκαν θερισμένα όλα τα στάχυα, δεμένα στη σειρά δεμάτια και στεγνά. Για τούτο και ονομάσθηκε «Θεριστής»…
Ο Όσιος Ιωάννης ο Θεριστής γεννήθηκε μέσα σε ένα χαρέμι, στο Παλέρμο της Σικελίας, περί το έτος 1000 μ.Χ. από μια σκλάβα Καλαβρέζα, αιχμάλωτη Ορθόδοξη Χριστιανή στο παλάτι του τοπικού μουσουλμάνου άρχοντος, που την είχε ως σύζυγό του και ονομαζόταν Καλλίστη. Η μητέρα του τού μιλούσε μυστικά από την παιδική του ηλικία για τον Χριστό. Όταν έφθασε σε ηλικία 14 ετών, του φανέρωσε την αληθινή του πατρίδα, την Καλαβρία και τον προέτρεψε να μεταβεί εκεί για να βαπτισθεί Ορθόδοξος. Στη συνέχεια η ευλαβής Καλλίστη ασπάσθηκε το παιδί της και του επέδωσε τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο φύλασσε κρυφά και ήταν η μόνη της παρηγοριά στις θλίψεις της ομηρίας.
Όταν αποκεφαλίσθηκε από τον Ηρώδη ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η τιμία κεφαλή αυτού τοποθετήθηκε μέσα σε αγγείο από όστρακο και κρύφθηκε στην κατοικία του Ηρώδη. Μετά από πολλά χρόνια, ο Άγιος Ιωάννης φανερώθηκε στο όνειρο δύο μοναχών, οι οποίοι είχαν αναχωρήσει για τα Ιεροσόλυμα με σκοπό να προσκυνήσουν τον Πανάγιο τάφο του Κυρίου, αγγέλλοντας σε αυτούς πού βρισκόταν η τιμία κεφαλή του. Κι εκείνοι, αφού την βρήκαν, την είχαν με τιμές.
Η Αγία Γοργονία ήταν η νεότερη αδελφή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και κόρη της ευσεβούς Νόννας και του επισκόπου Ναζιανζού Γρηγορίου. Από το υποδειγματικό αυτό ζευγάρι δεν έλαβε μόνο την ύπαρξη, άλλα και τον ζήλο για την πίστη. Μεγάλωσε στην Ναζιανζό, αλλά πάντα θεωρούσε ως αληθινή πατρίδα της την ουράνια Ιερουσαλήμ και ότι η πραγματική ευγένειά της ήταν εκείνη της εικόνος του Θεού που από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να καλλύνει με τα στολίδια των αρετών, ιδιαιτέρως δε την αγνεία στην οποία διέπρεπε. Ανατράφηκε από τους γονείς της «με παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και αναδείχθηκε ισάξια σε αρετή και αγιότητα βίου και με τους άλλους αδελφούς της. Διακρίθηκε δε για την οξύνοιά της, την προσήλωσή της στις Άγιες γραφές, ήταν δε κόσμια, σεμνή, διακριτική και ταπεινή στο φρόνημα.
Μέσα στη σεπτή χορεία των μαρτυρικών ιεραρχών της ιστορικής και αγιοτόκου μικρασιατικής γης εξέχουσα θέση κατέχει ο τιμώμενος στις 23 Φεβρουαρίου ένδοξος ιερομάρτυς του Χριστού Άγιος Πολύκαρπος Επίσκοπος Σμύρνης, ο οποίος κατέστη Αποστολικός Πατήρ της Εκκλησίας, αφού σύμφωνα και με τον ιερό υμνογράφο υπήρξε «και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος των Αποστόλων».
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]