
Η Μελίνα Μερκούρη στην ταινία «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»
(1956), βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Νίκου Καζαντζάκη
– «Έχετε κάποια εμμονή;»
– «Τη χώρα μου!»
Μελίνα Μερκούρη

Η Μελίνα Μερκούρη στην ταινία «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»
(1956), βασισμένη στο ομότιτλο έργο του Νίκου Καζαντζάκη
– «Έχετε κάποια εμμονή;»
– «Τη χώρα μου!»
Μελίνα Μερκούρη

Ὁ ἔρωτας
Τὸ ἀρχιπέλαγος
Κι ἡ πρώρα τῶν ἀφρῶν του
Κι οἱ γλάροι τῶν ὀνείρων του
Στὸ πιό ψηλό κατάρτι του
ὁ ναύτης ἀνεμίζει
Ἕνα τραγοῦδι
23 Ιουλίου

Η Πελαγία ήταν κόρη του παπά Νικηφόρου Νεγρεπόντη. Η μητέρα της ήταν από τὸν Τριπόταμο της Τήνου καὶ ανήκε στην οικογένεια Φραγκούλη.
Συνέχεια
Ευάγγελος Παπανούτσος
(1900-1982)
«Από τη μόρφωσή μας απουσιάζει σχεδόν ολόκληρος ο βυζαντινός, ο μεσαιωνικός κόσμος με την ελληνική γραμματεία του και ο νέος Ελληνισμός, από το 13ο αιώνα και εδώ. Έχομε ανοίξει μια μεγάλη πληγή απάνω στο εθνικό σώμα της πνευματικής μας ιστορίας. Οι συνέπειες αυτής της πλάνης είναι πολλές. Αφαιρέσαμε από την παιδεία του Έθνους το στοιχείο που μπορεί να γίνει ο καλύτερος άξονάς της και που δικαιολογημένα πρέπει να είναι το καμάρι μας: την ιδέα της ακατάλυτης διάρκειας, της αδιάσπαστης συνέχειας που παρουσιάζει αυτός εδώ ο μικρός και βασανισμένος λαός στη μακρά και γεμάτη από ωραίες σελίδες πνευματική του ιστορία. Η παραμέληση των εθνικών θησαυρών είναι ίδιον των λαών που δεν σέβονται ή έπαψαν να πιστεύουν στον εαυτό τους…». 66 χρόνια μετά, τα λόγια αυτά του Ευάγγελου Παπανούτσου παραμένουν πιο επίκαιρα από ποτέ με ό,τι αυτό σημαίνει για όσα έχουν συντελεσθεί στην ελληνική παιδεία στο διάστημα που μεσολάβησε…
Συνέχεια
«Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στὶς κερασιές τὰ δυσεύρετα χείλη σου. Ἀκόμα μιὰ φορά μέσα στ’ ἀρχαῖα σου ὄνειρα τὰ τραγούδια ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται. Μέσα σ’ αὐτά ποὺ ἀνάβουν καὶ χάνονται τὰ ζεστά μυστικά τοῦ κόσμου. Τὰ μυστικά τοῦ κόσμου ..».
Ὀδυσσέας Ἐλύτης, «Ἡ συναυλία τῶν γυακίνθων» (Προσανατολισμοί)
«Κι ἐφώναζα ώ θεϊκιά κι ὅλη αἵματα πατρίδα!»
Διονύσιος Σολωμὸς

Αμμόχωστος, Ιούλιος 1974
Στο τέλος του «Αττίλα ΙΙ» στην Κύπρο, η μάχη στη Μια Μηλιά και η πτώση της Αμμοχώστου (14-17 Αυγούστου 1974) παραμένουν μια ακόμα τραγική επέτειος για τον Ελληνισμό
Η κατάληψη της πόλης της Αμμοχώστου κατά τον «Αττίλα ΙΙ» είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι της τραγωδίας του 1974, καθώς επετεύχθη λόγω προδοσίας και τραγικής έλλειψης οργάνωσης και συντονισμού, ενώ εκτιμάται ότι ακόμα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις, που δρούσαν στην περιοχή χωρίς βοήθεια από τη νέα ελληνική κυβέρνηση της Χούντας, ήταν σε θέση να προστατέψουν την πόλη.
Συνέχεια
Οι φόβοι του Μεσημεριού
Οι γρίλιες μου φέρνουν την αντηλιά
από το απέναντι σοκάκι
Σιωπή… ακόμα και η βρύση σταμάτησε να στάζει,
όλα είναι λουσμένα στο μεσημέρι,
όλα είναι σιωπή και φόβος
Μόνο μια μύγα δεν κουράστηκε να φέρνει κύκλους
Μες το καυτό το απομεσήμερο, με μάτια ορθάνοιχτα
παρακολουθώ μηχανικά τους επίμονους περίπατους της.
Μες το δωμάτιο πλανιέται ακόμα η μυρουδιά του δεκαπενταύγουστου.
Η Μαρία ήρθε αμέσως μετά την εκκλησία ντυμένη στα κόκκινα
και φεύγοντας ξέχασε πάνω στην καρέκλα της
ένα ματσάκι βασιλικό και ριζμαρί
που συνήθιζε να βάζει μες στα σφιχτά της στήθη.
Τα μάτια μου έπεσαν στο ασυμμάζευτο ακόμα τραπέζι της Κυριακής,
Κανείς δεν είχε την δύναμη την ώρα τούτη
την περίεργη να το συμμαζέψει
Όλοι περιμέναμε να έρθει το απόγευμα
Όλοι περιμέναμε να σβήσει το μεσημέρι.
Οι φόβοι που με κυρίευαν
άρχιζαν πέρα από την κλεισμένη πόρτα του δωματίου
Πιο κει ήταν το δέος, η άγνοια, η ακατανόητη πίκρα
που σου άφηνε η ζωή στα άπλετο φως του καλοκαιριού.
Η σκιά του απογεύματος μεγάλωνε,
οι αυλές γεμίζανε δροσιά, οι πόρτες άνοιγαν.
Οι φόβοι του μεσημεριού ξεθώριαζαν
έτσι καθώς δινόμουνα σιγά σιγά στην αγκαλιά της νύχτας.
Ήσουνα πάντα με την παρέα του Γιάννη
και όταν σε έβλεπα από μακριά
μία χαρά πρωτόγνωρη γέμιζε την καρδιά μου.
Οι χτύποι της δυνάμωναν
και όταν πια συναντιόμασταν
τα μάτια σου γινόντουσαν πελώρια
και ένα παίξιμο στα χείλη σου πρόδιδε την αγάπη…
Ήταν η ώρα που η σκιά έφτανε μέχρι τις γέρικες ελιές του θείου Γιώργου.
Δε θυμούμαι πια πότε σταμάτησα να σε συναντώ.
Ξέχασα ακόμη και το όνομα σου!
Την ώρα τούτη που η βρύση σταμάτησε να στάζει
και που η μάνα δεν ονειρεύεται στο διπλανό κρεβάτι
Μόνο μια μύγα βουίζει επίμονα μέσα σε ένα δωμάτιο
Όπου πια δεν υπάρχει παρά το κενό…

Στίχοι: Γιώργος Σταυριανός, Απαγγελία: Κάτια Δανδουλάκη

Άνδρος – Ο Προφήτης Ηλίας στου Βραχνού
Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα π.Χ. Το όνομα «Ηλίας» αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός». Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.
Συνέχεια
Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
(30 Οκτ. 1896 – 21 Ιουλ. 1928)
«Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής.
Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις
-είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης»
Αντρέας Εμπειρίκος

«Σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα-
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε,
Νῆσός τις ἔστι …».
Γιώργος Σεφέρης, «Σαλαµίνα της Κύπρος»

«Θά βγεῖς αύριο», λέει ο Θεός στον προφήτη Ηλία,
«καί θά σταθεῖς ἐνώπιον Κυρίου στό βουνό.
Τότε θα περάσει ἀπό μπροστά σου ὁ Κύριος.
Θά σηκωθεῖ ἄνεμος δυνατός,
ἀλλά δέν θά εἶναι ἐκεῖ ὁ Κύριος.
Θά ἀκολουθήσει σεισμός, ὕστερα φωτιά,
ἀλλά οὔτε ἐκεῖ θά εἶναι.
Καί μετά τό πῦρ φωνή αὔρας λεπτῆς,
εκεί θα είναι ο Κύριος» (Γ’Βα 19,11-12)
Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης

Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
(* Α’ Κορ. 3, 16 καὶ 6, 19)
Πηγή: theomitoros.blogspot.com
«Το θερμόμετρο ανεβαίνει,
σπίτι του κανείς δε μένει
Μπλουμ! Στη θάλασσα πηδάει,
όλη η Ελλάδα κολυμπάει»

Αλώνι, Σίφνος (φωτ.: Ζαχαρίας Στελλάς)

«Στ’ αλώνια καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα θα ξαπλωθούν οι θημωνιές ξανθόμαλλες πλεξίδες», λέει ο ποιητής μας Γεώργιος Δροσίνης. Ιούλιος ο αλωνάρης, αλωνιστής, αλωνίτης, αλωνιάτης, αλωνευτής, χαλαζάρης, δευτερόλης, δευτερογιούλης, Αηλιάς ή Αηλιάτης, Φουσκομηνάς, Χασκομηνάς, Γυαλιστής ή Γυαλινός, Αηκερατίτης και Χορτοκόπος. Ονομασίες που συναντάμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και δηλώνουν συνήθως τις γεωργικές δουλειές ή συνήθειες, που ίσχυαν τον Ιούλιο, για κάθε τόπο.
Συνέχεια
Ἀρχιμ. Δοσιθέου, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης
«Ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν!»
Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος ὁ Καισαρεύς, σύγχρονος τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁ «κάλλιστος νεώς» τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀνεγείρετο, γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ κτισμάτων» (Ι’, 1-78): «Ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι ἕνα θέαμα ἐξαισίου κάλλους, ὑπερφυσικὸ μὲν γιὰ ὅσους τὸ ἀντικρύζουν, ἀπίστευτο δὲ γιὰ ὅσους ἄλλοτε ἀκοῦνε νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτό. Ἐκεῖ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται ἀνάλαφρος πρὸς τὸν Θεό. Νομίζει πὼς αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μακρυά, ἀλλὰ κατοικεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ κατοικία. Κι αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνο κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψι, ἀλλὰ ὅσες φορὲς κι ἂν τὸν ἐπισκεφθῇ κανείς, εἶναι σὰν νὰ τὸν βλέπει γιὰ πρώτη φορά. Κανεὶς ποτὲ δὲν χόρτασε νὰ βλέπῃ αὐτὸ τὸ θέαμα».
Ὁ σύρων αὐτὲς τὶς πενιχρὲς γραμμὲς ἔχει ἐπισκεφθῆ αὐτὸν τὸν ναὸ τῶν ναῶν ἀμέτρητες φορές. Ἴσως φθάνουν καὶ τὶς ἑκατό. Ποτὲ δὲν «ἐνεπλήσθη», ποτὲ δὲν χόρτασε, ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ μυστικά του. Ὅλο καὶ κάτι τοῦ ξέφευγε. Τί λέγω ὁ τάλας «κάτι»; Τὰ πλεῖστα. Προσπαθοῦσε νὰ μένῃ ὅσο τὸ δυνατὸν μόνος γιὰ νὰ μπορῇ νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀνιχνεύῃ τὸ παρελθόν, ὀπισθοβατῶν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γιατί εἶπε στὰ ἐγκαίνια ὁ Ἰουστινιανός: «Νενίκηκά σε, Σολομών»! Πλὴν ὅμως τὸ «μόνος» ἦτο πάντοτε ἀνέφικτον. Πάντα εἶναι γεμάτος ἀπὸ ὀρδὲς τουριστῶν. Γιαπωνέζοι μὲ σορτσάκια, γαλλιδοῦλες ἡμίγυμνες, ἐγγλέζοι μὲ τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸ στῆθος. Ἕλληνες φωνακλάδες· -Γιῶργο ἀπὸ δῶ! -Μαρία ἀπὸ κεῖ! Πανσπερμία, συνονθύλευμα, Βαβέλ. Εἰσέρχονται μπουλουκηδὸν βιαστικοί, βιαστικοὶ κοιτοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, βιαστικὰ φεύγουν, γιὰ λίγο καθαρὸν ἀέρα… Ἀνυποψίαστοι. Τουρίστες.
Τί ἁγία Σοφία, τί μπλὲ τζαμί, τί κλειστή ἀγορά! Ὅλα τὸ ἴδιο. Καλύτερα ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ βραδυνὰ σὲ χοροὺς ὀριεντάλ… Οἱ προσκυνηταὶ ἐλάχιστοι. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνοντας τὰ πόδια τους τρικλίζουν, τὰ μάτια βουρκώνουν, ἡ καρδιὰ πάει νὰ σπάσῃ, τὸ δεξὶ χέρι σηκώνεται ἀνεπαίσθητα γιὰ νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.
Αὐτός, ναί, ξέρει. Γνωρίζει ὅτι δὲν μπαίνει σὲ μουσεῖο, ἀλλὰ σὲ χῶρο ἁγιασμένο, στὸν ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πληρώνει εἰσιτήριο, ἀλλὰ τὸ λησμονεῖ ἀμέσως. Ἔχει μάθει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν προσκυνεῖ μόνον τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἢ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλλὰ καὶ κάθε πέτρα ὅπου κάποτε ἐτελεῖτο θεία Λειτουργία, εἴτε τώρα εἶναι τζαμὶ εἴτε εἶναι μουσεῖο. «Βλέπει», αἰσθάνεται, σκέπτεται πράγματα ἄγνωστα στοὺς πολλούς. Βλέπει ἀπ’ ἔξω ἕνα ὀγκῶδες κτίριο μὲ μόνο στόλισμα ἕνα σουβᾶ, ἕνα κονίαμα βαμμένο μὲ νερομπογιά, ξεθωριασμένο. Εἰσέρχεται καὶ βλέπει σεμνὴ μεγαλοπρέπεια. Φῶς ἱλαρό, κολῶνες πορφυρὲς καὶ πράσινες, κιονόκρανα περίτεχνα, δαντέλα πραγματική. Ὅμως δὲν διερωτᾶται γιατί τόση διαφορὰ τοῦ «ἔξω» ἀπὸ τὸ «μέσα». Γνωρίζει ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἐλάτρευαν τοὺς θεούς των ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι «ἔσωθεν», μέσα στὸν ναό. Νὰ γιατί ἡ τόση διαφορά. Εἰσερχόμενος ἀκροποδητὶ διακρίνει ἤδη στὸν νάρθηκα δικούς του ἀνθρώπους γνωστοὺς ἀπὸ παλιά. Εἶναι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Λέων ὁ Σοφός. Εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. Μὰ καὶ ὁ εἰσερχόμενος Ῥωμηὸς εἶναι, ἄρα συγγενής. Ὁμόπιστος, ὁμαίμων.
Πατάει στὰ φαγωμένα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν χρῆσι κατώφλια ποὺ ὁδηγοῦν στὸν κυρίως ναὸ καὶ ἀναλογίζεται· «Πόσα πόδια ἁγίων ἀνδρῶν, πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, παντὸς βαθμοῦ κληρικῶν καὶ μοναχῶν ἐπάτησαν καὶ ἐλείαναν αὐτὰς τὰς «φλιάς»; Πόσοι αὐτοκράτορες, πόσοι πορφυρογέννητοι, πόσοι ξένοι πρεσβευταὶ πέρασαν ἀπ’ αὐτὲς τὶς θύρες, θαύμασαν καὶ ἐξέστησαν; Τί ἔκαμε τοὺς Ῥώσσους ἀπεσταλμένους νὰ ἀναφωνήσουν «οὐκ ἴσμεν εἴ ἐσμεν ἐν οὐρανῷ ἢ ἐν γῇ»; Πόσοι μαΐστορες τῆς ψαλτικῆς, πόσοι βαστακταὶ γέμισαν μὲ τὶς ψαλμῳδίες τους αὐτὸν τὸν ἀπέραντο καθαγιασμένο χῶρο; Πόσοι πιστοὶ «ἐπώνυμοι» καὶ «ἀνώνυμοι» προσευχήθηκαν καὶ μετέλαβαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀπ’ ἐκείνη τὴν «ἅγια τράπεζά μας» διὰ χειρὸς ἁγίων πρεσβυτέρων; Πόσα ἅγια λείψανα ὑπῆρχαν; Πόσες θαυματουργὲς εἰκόνες»; Πῶς μπορῇ νὰ στέκεται κάτω ἀπὸ ἕνα τροῦλλο ποὺ φαίνεται νὰ κρατῆται ἀπὸ χρυσῆ ἁλυσίδα κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανό; Πῶς μπορῇ νὰ ἀντέξῃ ἡ καρδιὰ ὅταν ὁραματίζεται νὰ ψάλλῃ «ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»; Κι ἂν στρέψῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ἅγιο βῆμα καὶ ἀντικρύσῃ ἐκεῖ ψηλὰ ἔνθρονη τὴν Κυρία Θεοτόκο, βαστάζουσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σιγοψάλῃ: «Τῆς Θεοτόκου ἡ Πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν καὶ δι’ αὐτῆς περισῴζεται καὶ κραταιοῦται, βοῶσα πρὸς αὐτήν· Χαῖρε ἡ ἐλπὶς τῶν περάτων τῆς γῆς»;

Ἀτενίζοντας τὰ τέσσαρα ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σοῦ ἔρχεται νὰ ψάλῃς τὸν ὕμνο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «τὰς ὄψεις καλύπτοντα καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον, ἀλληλούϊα». Διερωτᾶσαι δὲ πῶς ἐκεῖνος ὁ ἀνώνυμος ψηφιοθέτης κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἀνθρώπινη μορφὴ στοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καὶ ἐνῷ βλέπεις σῶμα, αἰσθάνεσαι τὸ τῶν ἀγγέλων ἀσώματον.
Ἀναβαίνουμε στὰ Κατηχουμενεῖα μέσῳ τοῦ κοχλία. Τὸ πῶς ἀνεβαίνουμε μόνον ὁ Θεὸς τὸ ξέρει! Κόβονται τὰ πόδια μας προσδοκῶντας τὸ τί θὰ δοῦμε. Ἐδῶ συναθροίσθηκαν τόσες καὶ τόσες Ἱερὲς Σύνοδοι γιὰ νὰ καθορίσουν τὶς λεπτομέρειες τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος. Φθάνουμε ἐπὶ τέλους στὴν Μεγάλη Δέησι. Μᾶς καθηλώνει τὸ γλυκύ, ἥρεμο βλέμμα τοῦ Κυρίου. Εὐλογεῖ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τὰ ἁμαρτωλὰ παιδιά Του. Εἶναι ὁ ἐλεήμων, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Δέομαι: «Σῶσον, Κύριε, τὸν λάον σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Ἐκ δεξιῶν δέεται τοῦ Κυρίου ἡ πανάμωμος Μήτηρ. Μοῦ ὑπενθυμίζει ἕνα διάλογο παλαιὸ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Μονογενοῦς:
«-Τί, Μῆτερ, αἰτεῖς;
– Τὴν βροτῶν σωτηρίαν.
– Παρώργισάν με.
– Συμπάθησον Υἱέ μου.
– Ἀλλ’ οὐκ ἐπιστρέφουσι.
– Καὶ σῶσον χάριν.
– Ἕξουσι λύτρον.
– Εὐχαριστῶ σοι, Λόγε!».
Ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων, ἀσκητικὸς «ἄτακτον τὴν κόμην ἔχων». Ἱκετεύει καὶ αὐτὸς ὑπὲρ λαοῦ ἡμαρτηκότος. Χεῖρες βανδάλων ἀπέκοψαν ἀπὸ τοῦ ψηφιδωτοῦ τὴν δεξιάν του χεῖρα «τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου». Κύκλῳ σου ἡ τουριστικὴ πλημμυρίς. Δὲν σὲ ἀφήνουν οὔτε νὰ προσευχηθῇς, οὔτε νὰ δακρύσῃς, οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κάποια πτυχὴ τοῦ ἀῤῥάφου χιτῶνος.
Λίγο παράμερα, στὴν γωνία ἀπ’ ὅπου αἱ «εὐγενεῖς κυρίαι» παρακολουθοῦσαν τὴν Θεία Λειτουργία, ἀόρατοι ὄπισθεν τοῦ δρυφράκτου, ἰδοὺ οἱ μορφὲς αὐτοκρατόρων καὶ συζύγων. Πρώτη ἡ μορφὴ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου, τρίτου συζύγου τῆς παραπλεύρως Ζωῆς, τῆς ἄκρως ζωηρᾶς Ζωῆς. Τὸ ψηφίδωμα ἀνῆκε εἰς τὸν πρῶτον σύζυγό της, τὸν Ῥωμανὸ τὸν Ἀργυρό. Αὐτὸς πέθανε. Ἢ μᾶλλον «τὸν πέθανε». Ἔρχεται ὁ δεύτερος, Μιχαὴλ ὁ Παφλαγών. Τὸν ἀνάγκασε νὰ καλογερέψῃ. Ἦλθε καὶ ὁ τρίτος. Διατάσσει καὶ ξηλώνουν τὴν μορφὴ (τοῦ προσώπου μόνον, διὸ καὶ ἐμφανὴς ἡ διόρθωσις) καὶ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρώτου καὶ ψηφιοθετοῦν τὴν μορφὴ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τρίτου. Ἁπλᾶ πράγματα καὶ ὑπὲρ λίαν χριστιανικά! Ὁ «Ῥωμανο-Κωνσταντῖνος» κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Ἕνα σακκοῦλι μὲ τρεῖς λίτρες χρυσοῦ διὰ τὶς ἐτήσιες ἀνάγκες τοῦ ναοῦ. Ἐτοποθετεῖτο μάλιστα ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης ἑκάστην Μεγάλην Πέμπτην. Ἐξ ἀριστερῶν ἡ «εὐσεβεστάτη» Αὐγούστα Ζωή, ἡ ὁποία κατεσπατάλησε τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους πρὸς ἀγορὰν καλλυντικῶν καὶ ἀλοιφῶν ἀπὸ τὴν Κίνα διὰ νὰ φαίνεται ἡ ἑβδομηντάχρονη ὡς εἰκοσάχρονη παρθένος. Εἰς τὸ μέσον ὁ ἔνθρονος Κύριος εὐλογῶν (ἀναγκαστικῶς) τὰ αὐτοκρατορικὰ τερατουργήματα.
Δίπλα Ἰωάννης Β΄ ὁ Κομνηνός, ὁ καὶ Καλοϊωάννης ἐπονομαζόμενος διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ μετὰ τῆς Οὐγγαρέζας συζύγου αὐτοῦ Εἰρήνης, ξανθῆς καὶ ῥοδαλῆς. Σημειωτέον ὅτι αὐτὴ ἡ «ξένη» ἵδρυσε τὴν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος (σημερινοῦ Zeyrek cami) μετὰ νοσοκομείου. Ὕστερον ἐγένετο μοναχὴ ἐπονομασθεῖσα Ξένη καὶ ἡγίασε ἑορταζομένη τῇ 13ῃ Αὐγούστου. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ψηφιδωτὸν ὁ αὐτοκράτωρ κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Εἰς τὸ μέσον τοῦ ζεύγους ἔχει ψηφιοθετηθεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὀρθὴ βαστάζουσα τὸν παῖδα Ἰησοῦν εὐλογοῦντα τὸ ὄντως εὐλογημένον τοῦτο ζεῦγος. Εἰς τὴν γωνίαν εὑρίσκεται τὸ ψηφιδωτὸν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου μὲ μορφὴν νεαροῦ παιδιοῦ, καὶ τοῦτο διότι ἐβασίλευσεν εἰς ἡλικίαν δώδεκα ἐτῶν καὶ ἐστραγγαλίσθη μετὰ τρία μόλις ἔτη… Ὅμως διερωτῶμαι; «Ὠκεανὸς εἰς κοτύλην χωρεῖ»; Χωράει ἕνας ὠκεανὸς σ’ ἕνα φλυτζάνι τοῦ καφέ; Προφανῶς ὄχι. Ἐξ ἄλλου ἡ ὥρα πέρασε. Οἱ φύλακες σημαίνουν μὲ κώδωνα. Πρέπει νὰ ἐξέλθουμε.


Κάθομαι σ’ ἕνα παγκάκι ἔξω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, στὸν ἀπέναντι κῆπο. Προσπαθῶ νὰ ὀνειρευθῶ ξύπνιος. Διώχνω τοὺς τέσσερις μιναρέδες. Κατεβάζω τὴν ἡμισέληνο ἀπὸ τὸν τροῦλλο καὶ τοποθετῶ ἕνα λαμπυρίζοντα Τίμιο Σταυρό. Σκέπτομαι πῶς χώρεσαν μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τὰ πάθη καὶ οἱ καημοὶ τῆς πονεμένης Ῥωμιοσύνης, τῆς Ἐσταυρωμένης Ὀρθοδοξίας! Τόση ἱστορία, τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις! Ἦλθαν στὸ νοῦ μου αὐτὲς οἱ ὑπέροχες ἐσωτερικὲς ὀρθομαρμαρώσεις ποὺ ἔγιναν τραγούδι: «σὰν τὰ μάρμαρα τῆς Πόλης πού ’ναι στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἔτσι τάχεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια καὶ μαλλιά». Οἱ ἐλπίδες; «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι». Τὰ μοιρολόγια; «Πουλί μ’ γιατί δὲν κελαηδεῖς, ὡς κελαηδοῦσες πρῶτα;». Ἡ μισοτελειωμένη Λειτουργία, ὁ μαρμαρωμένος Βασιληᾶς; Ὄνειρα… Ὄνειρα… Ναί, μὰ ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν. Ὅταν τὰ ὄνειρα σβήσουν θὰ χαθῆ κι αὐτή; Τὸ λέει ὁ ἐθνικὸς τῆς Κύπρου ποιητής, ὁ Μιχαηλίδης: «Ἡ ῥωμιοσύνη ἐν’ νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει»…
– Ξύπνα, πάτερ, σὲ πῆρε ὁ ὕπνος! Νύχτωσε, φεύγουμε!
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com
"Γρηγορείτε και προσεύχεσθε..."
ΙΔΕΕΣ. ΚΡΙΤΙΚΗ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
τα βιβλία, η μουσική, οι τέχνες, οι καλλιτέχνες, η πολιτική & ο ορθός λόγος, τα social media
Iconography and Hand painted icons
Αγιογράφος - Συγγραφέας - Δάσκαλος Αγιογραφίας
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]
Άνθρωποι και βουνά, βουνά και άνθρωποι
Σκέψεις, απόψεις, προβληματισμοί και συναισθήματα. Στοχασμοί που ρίχτηκαν στο διαδίκτυο σαν μπουκάλια στο πέλαγος …
«Συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει η αγάπη. Όπως συμβαίνει η θάλασσα». (Παντελής Μπουκάλας, "Ρήματα")
Just another WordPress.com weblog
κατ' ευφημισμόν
dragatis.gr ■ Λόγος | Εικόνα | Επικοινωνία
ιστολόγιο του συγγραφέα βασίλειου χριστόπουλου
το blog του Κωστή Παπαϊωάννου περί ανέμων και δικαιωμάτων
:: notes from a notebook's backyard ::
Μια προσπάθεια ανθολόγησης του παγκόσμιου ποιητικού λόγου.
Ιστορίες από την Επανάσταση του 1821, τον αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία
«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)
A blog on stories about people and Greek Songs by Avi Nishri
kefalonia-Ionian Island / Tο e-mail μας είναι: paliavlahata2010@hotmail.com Κλικ στην ενότητα "BLOG"
Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων
Ανεξάρτητη ενημέρωση
Ασημίνα Ντέλιου/ Asimina Nteliou συγγραφέας/writer
το νησί που πάει παντού, όπως ο Πέτρος Χαριτάτος
για τα παλιά και τα καινούργια
Μυθολογικά, Ἀρχαιολογικά, Ἱστορικὰ & Λαογραφικὰ γιὰ τὴν Θράκη.