Κώστας Καρυωτάκης: Στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος…

Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
(30 Οκτ. 1896 – 21 Ιουλ. 1928)

«Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής.
Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις
-είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης»
Αντρέας Εμπειρίκος

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή έναν χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, τον Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, στην Πάτρα, στη Λάρισα, στην Καλαμάτα, στο Αργοστόλι, στην Αθήνα (1909-1911) και στα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται τη χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.

Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό «λίαν καλώς». Στην αρχή επεχείρησε ν’ ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση μιας θέσεως δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξ ου και οι πολλές μεταθέσεις του.

«Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
και εμείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη…»
Gala

Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921. Σε αυτήν εμπεριέχεται και το αριστουργηματικό ποίημα «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων», ένας φόρος τιμής στους ποιητές που αγάπησε, Βερλέν, Φρανσουά Βιγιόν, Μποντλέρ, Πόε, Χάινριχ Χάινε κ.ά.

«Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
στους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή,
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι …»

Μαρία Πολυδούρη – Κώστας Καρυωτάκης

Την περίοδο που εργάζεται στη Νομαρχία θα γνωρίσει τη χειραφετημένη ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, μια γνωριμία που θα σημαδέψει τις ζωές και των δύο.  Η Πολυδούρη τόσο πολύ τον αγάπησε που δεν δίστασε να του κάνει η ίδια πρόταση γάμου με τον Καρυωτάκη να αρνείται  λέγοντάς της πως είχε διαγνωσθεί με σύφιλη, αρρώστια που τότε αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Πολλοί εικάζουν πως αυτό επρόκειτο για δικαιολογία, αλλ’ αν αναλογιστούμε το ποίημα με τίτλο «Ωχρά σπειροχαίτη» (όνομα μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη) φαίνεται πως ο Καρυωτάκης έλεγε την αλήθεια και απλά ήθελε να προφυλάξει την Πολυδούρη από τη δημόσια κατακραυγή. Όμως όπως είχε πει και η ίδια σε μια επιστολή της «Στο κάτω – κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο». Ο Καρυωτάκης συνεχίζει να αρνείται αυτή τη σχέση και μετά από επανειλημμένες ρήξεις ανάμεσά τους, απομακρύνονται, με την Πολυδούρη να αρραβωνιάζεται τον δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου. Θα ξαναβρεθούν για τελευταία φορά στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου ο Καρυωτάκης θα επισκεφτεί την Πολυδούρη που νοσηλεύεται λόγω φυματίωσης.

«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες», ένα από τα ομορφότερα ποιήματα της Μ. Πολυδούρη αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον λατρεμένο ποιητή της..

«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια…».

Αργότερα ο Καρυωτάκης θέλοντας  να αποφύγει τις  συνεχείς μεταθέσεις, παραιτείται από το Υπουργείο Εσωτερικών και διορίζεται εισηγητής στο Υπουργείο Πρόνοιας. Το 1927 κυκλοφορεί η τελευταία ποιητική συλλογή του που φέρει τον τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».

«Το λογικό, τα αισθήματα μας είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του θεού»
Ωχρά Σπειροχαίτη

Τον επόμενο χρόνο αποσπάται στην Πάτρα καθώς οι προϊστάμενοί του τον συκοφαντούν και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συγκρουστεί μαζί τους. Στη συνέχεια μετατίθεται στη Νομαρχία Πρεβέζης. Εκεί αηδιασμένος από τον μικροαστισμό και τη ζωή του δημοσίου υπαλλήλου που ποτέ δεν συμπάθησε, οδηγείται σε απόγνωση. Αρχίζει και επικοινωνεί με συγγενείς, φίλους και μάλιστα δεν διστάζει να προσεγγίσει για ακόμη μία φορά την Μαρία Πολυδούρη.

Σε  μία από τις επιστολές προς τον ξάδελφό του γράφει το ποίημα «Πρέβεζα», ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του:

«Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία …».

Το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου 1928 ο Καρυωτάκης πήγε στο παραλιακό καφενείο της Πρέβεζας «Ο ουράνιος κήπος» και παρήγγειλε μια βυσσινάδα. Άφησε 75 δραχμές πουρμπουάρ στο σερβιτόρο (ενώ το αναψυκτικό κόστιζε μόλις 5 δρχ.) και ζήτησε ένα τσιγάρο και μια κόλλα χαρτί για να γράψει την αποχαιρετιστήρια επιστολή του, όπου στο τέλος, με περίσσιο σαρκασμό, συμβουλεύει τους μελλοντικούς αυτόχειρες να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν κολύμπι, καθώς ο ίδιος ταλαιπωρήθηκε για αρκετές ώρες στη θάλασσα την προηγούμενη νύχτα χωρίς να καταφέρει τίποτα.

Κατά τις 4.30 φεύγει από το καφενεδάκι, ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο, στρέφει το πιστόλι (που είχε προμηθευτεί την προηγούμενη ημέρα) στην καρδιά του και αυτοκτονεί, αφήνοντάς μας ως κληρονομιά τρεις ποιητικές συλλογές, ανέκδοτα ποιήματα και πεζά.

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα.
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα για να κοιτάζω γύρω
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα..»
Τελευταίο Ταξίδι

Ιδανικό επίλογο αποτελούν τα παρακάτω λόγια του Τέλλου Άγρα:

«Τι κρίμα! Θα γινόταν μεγάλος ποιητής αν δεν αυτοκτονούσε!» Έτσι είπαν, όσοι κατά βάθος πιστεύουν (και είναι οι περισσότεροι) ότι ή Τέχνη και ειδικότερα η Ποίησις, είναι μόνον ασχολία -πράγμα ανεξάρτητο από τη ζωή. Μα συχνά έχουν λάθος. Για έναν αληθινό ποιητή, και μάλιστα για αντιπροσωπευτικό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Για έναν αληθινό ποιητή, το έργο του, σαρξ εκ της σαρκός του και οστούν εκ των οστών του, δεν ειν’ άλλο, παρά τυχαία -και μοιραία- έκφραση της ζωής του, όμοια μ’ όλες τις άλλες, μαζί μ’ όλες τις άλλες, σε τρόπο που η τέχνη του να είναι η ζωή του και η ζωή του να είναι η τέχνη του, μαζί ν’ αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν».

Πηγή: demec.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s