Περί πατριωτισμού

«Η Ελλάς ευγνωμονούσα», Θεόδωρος Βρυζάκης, 1858

Ξεχωριστή τιμή και χαρά αποτελεί σήμερα για το ιστολόγιο η ευγενική παραχώρηση εκ μέρους του κ. Αριστείδη Παναγίδη του κειμένου του που ακολουθεί και η δημοσίευσή του. Μέσα από τα σπουδαία νοήματά του, το κείμενο πραγματεύεται την έννοια του πατριωτισμού στις μέρες μας. Ο λόγος του κ. Παναγίδη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των πρόσφατων εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο και των νέων, οξύτατων προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο Ελληνισμός. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει με τον πιο εύστοχο τρόπο, το σύγχρονο πρόσωπο της ηθικής σήψης, της διαφθοράς και της πατριδοκαπηλίας, όπως συχνά εκδηλώνονται στο πλαίσιο του δημόσιου και ιδιωτικού βίου της εποχής μας, υπονομεύοντας -εκ των έσω, ύπουλα και συστηματικά, το παρόν και το μέλλον της κοινωνίας μας, της πατρίδας μας και του λαού μας, σε Ελλάδα και Κύπρο.

Συνέχεια

Το πρωτοβρόχι (Άγγελος Σικελιανός)

Το πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι
Και του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
Η συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι,
ο αγέρας μεσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή,
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος – πίσω εχύθη.

Συνέχεια

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (1825-1832)

Η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» ήταν το επίσημο έντυπο της Διοικήσεως. Κυκλοφόρησε από τις 7 Οκτωβρίου 1825 μέχρι τις 23 Μαρτίου 1832. Επί επτά συνεχόμενα έτη κάλυπτε τις ανάγκες της Κυβερνήσεως και είναι προδρομικό έντυπο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ναύπλιο. 7 Οκτ. 1825 – 23 Μαρτ. 1832. Διευθυντές: Θεόκλητος Φαρμακίδης (Οκτ. 1825 – Ιούν. 1827), Γ. Χρυσίδης (Ιούν. 1827 – 8 Δεκ. 1831), Ιωάννης Γαλιάτσας (15 Δεκ. 1831 – 23 Μαρτ. 1832).

Κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή ή Σάββατο, συνήθως τετρασέλιδη, συνοδευόταν και από παραρτήματα. Η αρίθμηση ήταν συνεχής και οι διαστάσεις 29×22 εκ. Ετήσια συνδρομή: τάλαρα δίστηλα 6. Τυπογραφείο: Εθνική Τυπογραφία.

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα 2 Φεβρουαρίου 1829

Πρόκειται για το ημιεπίσημο, αρχικά, όργανο της Διοικήσεως που πρωτοκυκλοφόρησε στο Ναύπλιο. Διευθυντής της τυπογραφίας της Διοικήσεως και «εφημεριδογράφος» ορίστηκε αρχικά ο Θεόκλητος Φαρμακίδης. Αποτελεί τη μόνη εφημερίδα της εποχής με πανελλήνιο και όχι τοπικό χαρακτήρα.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος δημοσίευε συστηματικά τα Πρακτικά του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού, αλλά περιελάμβανε και πολιτικά, φιλολογικά άρθρα και ποιήματα, δοκίμια για τον πατριωτισμό, σχόλια για την κατάσταση της Ελλάδος και γεωργικές συμβουλές (όπως το πώς φυτεύονται τα γεώμηλα), ειδήσεις του εσωτερικού και του εξωτερικού καθώς και επιστολές των αναγνωστών.

Πληροφορίες αντλούσε από τις εφημερίδες «Ανατολικός Θεατής», «Εφημερίς της Σμύρνης», «Εφημερίς Οδησσού», «Ο Ήλιος», «Συνταγματικός», αλλά και από μία πληθώρα εφημερίδων της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Γερμανίας, της Μάλτας, της Ελβετίας κ.ά.

Γνώρισε αρκετές αλλαγές έδρας. Μεταφέρθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1826 από το Ναύπλιο στην Αίγινα και στις 30 Μαρτίου 1827 στον Πόρο. Ο υπεύθυνος συντάκτης Θεόκλητος Φαρμακίδης παραιτήθηκε από τη θέση του, τον Ιούνιο 1827, «διά περιστάσεις ιδιαιτέρας», αλλά στην πραγματικότητα διαφωνώντας με την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτου της Ελλάδος».

Προστριβές μεταξύ του Θ. Φαρμακίδη και του Βουλευτικού είχαν προκύψει και νωρίτερα, τον Φεβρουάριο 1827, είχαν όμως ξεπεραστεί με την υποστήριξη των βουλευτών Σπ. Τρικούπη, Εμμ. Αντωνιάδη και Λιβέριου Λιβερόπουλου. Την θέση του Θ. Φαρμακίδη κατέλαβε ο Γ. Χρυσίδης, ο οποίος ήταν υποστηρικτής του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις 22 Ιουνίου 1827 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο υπό τη διεύθυνση του Γ. Χρυσίδη για να μεταφερθεί και πάλι στην Αίγινα στις 24 Αυγούστου 1827, όπου και παρέμεινε έως τον Οκτώβριο 1830, με ένα μηνιαίο διάλειμμα, οπότε εκδιδόταν στο Άργος.

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Αίγινα, 8 Μαρτίου 1830

Από τις 18 Οκτωβρίου μεταφέρθηκε εκ νέου στο Ναύπλιο. Τον Δεκέμβριο 1831, τη θέση του Χρυσίδη, ως αντιπολιτευομένου τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, κατέλαβε ο ηπειρώτης λόγιος και νομικός Ιωάννης Γαλιάτσας, έως τον Μάρτιο της επομένης χρονιάς.

Στις 18 Απριλίου 1832 άλλαξε τον τίτλο της σε «Εθνική Εφημερίς» υπό την διεύθυνση και πάλι του Γ. Χρυσίδη. Τέλος, στις 16 Φεβρουάριου 1833 ο χαρακτήρας της έγινε αποκλειστικά κυβερνητικός και πήρε την ονομασία «Εφημερίς της Κυβερνήσεως», ονομασία που διατηρεί έως σήμερα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1834 μεταφέρθηκε στην Αθήνα.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος ανατυπώθηκε φωτομηχανικά: τ. Α’: 1825 και τ. Β’: 1826 (Α. Καραβίας και Ηλίας Ρίξος – Βερναρδάκης, 1969), τ. Γ’: 1827 (Ηλίας Ρίξος – Βερναρδάκης και Γιώργος Δ. Καρανικόλας, 1972), τ. Δ’: 1828 (Διονύσιος Καραβίας, 1987), τ. Ε: 1829 (Διονύσιος Καραβίας, 1993), τ. ΣΤ’: 1830 (Διονύσιος Καραβίας, 1996) και τ. Ζ’: Ναύπλιο, αρ. φ. 1/6 Ιαν. 1832 – αρ. φ. 23/29 Μαρτ. 1832 (ανατύπωση Νομαρχία Αττικής, Αθήνα 1973).

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Ναύπλιο 1η Απριλίου 1831

Βιβλιογραφία:
– Μάγερ, Ιστορία του Ελληνικού Τύπου, τ. Α’, σ. 30-32
– Γ.Δ. Δημακόπουλος, «Το Ιστορικόν της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος (1825-1832)», στην ανατύπωση της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, του 1828 έτους, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, 1987, σ. ε’-νστ’.
– Αικατερίνη Κουμαριανού, «Ο Τύπος στον Αγώνα», τ. Α’, Αθήνα, Ερμής, 1971, σ. ξξ’-οδ’.

Πηγή: Έλλη Δρούλια – Μητράκου, φιλόλογος, ιστορικός, Διευθύντρια της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, σε: argolikivivliothiki.gr

Άγιος Ιωάννης Τουρκολέκας, ο αδερφός του Νικηταρά

Συνέχεια

Το τραμ το τελευταίο..

Ήταν μεσάνυχτα της 15ης προς 16η Οκτωβρίου του 1960, όταν στους δρόμους της Αθήνας ήχησε για τελευταία φορά το «καμπανάκι» του τραμ. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, στις 19 Ιουλίου του 2004, το τραμ επέστρεψε..

Συνέχεια

Ο Άγιος Θεράπων, ένα όμορφο χωριό της Κύπρου

Ο Άγιος Θεράπων βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους. Είναι χωριό κτισμένο σε υψόμετρο 570 μ. Ανήκει στη γεωγραφική περιφέρεια των κρασοχωρίων. Στα νότια συνορεύει με τις Πάνω Κυβίδες και με την κοινότητα Σούνι – Ζανατζιά, στα βορειοδυτικά με τον Άγιο Αμβρόσιο, στα δυτικά και νοτιοδυτικά με το Βουνί, στα ανατολικά και νοτιανατολικά με τη Λόφου και στα βορειοανατολικά με την Άλασσα.

Συνέχεια

Άγιος Θεράπων Επίσκοπος Κύπρου, ο ιερομάρτυς και θαυματουργός

14 Μαΐου

Ὁ Ἅγιος Θεράπων γεννήθηκε στήν Κύπρο τόν 7ον μ.Χ. αἰώνα καταγόμενος ἀπό εὐγενεῖς καί εὐσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποίοι τόν ἀνέθρεψαν ἐν «παιδεία καί νουθεσία Κυρίου». Γι’ αὐτό ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ἄρχισε νά φαίνεται ἡ ἀγάπη του καί ἡ ἀφοσίωσή του στό Χριστό. Ὅσο μεγάλωνε στήν ἡλικία, τόσο προέκοπτε καί στήν κατά Χριστόν ἀρετή, μέ τήν καθημερινή τήρηση τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.

Συνέχεια

Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής Επιβατινής στο Μέγα Ρεύμα

Το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής της νέας Επιβατινής βρίσκεται μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στο Μέγα Ρεύμα Κωνσταντινουπόλεως. Ο ναΐσκος της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε μετά την πυρκαγιά του 1798, τον Ιανουάριο 1799. Η χρονολογία αυτή αναφέρεται πάνω στο βόρειο τοίχο προς την γωνία του μικρού ιερού βήματος. Το παρεκκλήσιο αυτό δεν αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή την από την Ρώμη καταγόμενη (26 Ιουλίου), αλλά στην Νέα, την επονομαζόμενη «Επιβατιανή». Το λείψανο της αγίας ως το 1642 εφυλάσσετο στον πατριαρχικό ναό, όπου είχε μεταφερθεί από το Βελιγράδι.  Σήμερα το τίμιο λείψανο της Αγίας βρίσκεται σε ναό του Ιασίου.

Συνέχεια

Οσία Παρασκευή η νέα, η Επιβατινή – Η προστάτις των Βαλκανίων

14 Οκτωβρίου

Η οσία Παρασκευή η νέα η Επιβατινή έφθασε σε μεγάλα ύψη αρετής και αγιότητος παρά το γεγονός ότι έζησε τόσο λίγα χρόνια πάνω στη γη. Το άφθαρτο Λείψανό της εδώ και δέκα αιώνες είναι ένα μεγάλο θαύμα καθώς ομοιάζει μ’ ένα ζωντανό άνθρωπο ο όποιος κοιμάται. Φυλάσσεται στο Ιάσιο της Ρουμανίας, μέσα σε ασημένια λειψανοθήκη, και παραμένει μιά αστείρευτη πηγή ιάσεων και ευλογίας για κάθε πιστό και για τους λαούς ολόκληρης της Βαλκανικής, που τόσο δοκιμάστηκαν στην πάροδο της ιστορίας.

Συνέχεια

Ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση της οικίας του Παύλου Μελά

Η εγκαταλειμμένη οικία του Παύλου Μελά στην Κηφισιά ανακαινίστηκε και ανοίγει τις πύλες της

Συνέχεια

Η φιλοξενία του Χριστού – Ένα διήγημα από την Κύπρο

Μιά φορά ήταν μιά γυναίκα. Εις τη στράταν της μιάν ημέρα εσυνάντησε τον Ιησού Χριστό. Τον Χαιρέτησε, του έβαλε μετάνοια, του φίλησε το χέρι και του λέγει:

– Σε περιμένω αύριο να ‘ρθεις στο σπίτι μου. Θα κάμω ετοιμασία. Θα’ ρθείς;
– Θά έρθω, αποκρίθηκε Εκείνος.

Συνέχεια

Η απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα Κατοχής

12 Οκτωβρίου 1944

Η Ελληνική σημαία κυματίζει ξανά στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως

12 Οχτώβρη 1944

Η μακριά σκοτεινή ματωμένη πορεία μας έφτασε στην κορυφή.
Ο Θεός είναι εκεί και τώρα θα ευλογήσει τα δάκρυα της λαχτάρας και της πίκρας μας.
Ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα. Φως, ήλιος, καθαρός ουρανός. Μαζί με τα παιδιά μου παρακολουθούμε με κατάνυξη θρησκευτική ένα σημείο απέναντι στην Ακρόπολη. Αυτό είναι ο κόσμος όλος
.

Πανηγυρισμοί στα μπαλκόνια, στους δρόμους και τις γειτονιές!

Ένας γερμανός στρατιώτης υποστέλλει την σημαία τους και αναχωρεί βιαστικά…
Και βλέπομε τη γερμανική σημαία σιγά – σιγά να υποστέλλεται, να εξαφανίζεται σαν να την κατάπιε ο Ιερός Βράχος. Και να αρχίζει να ανεβαίνει στον ιστό το αγαπημένο χρώμα του ουρανού μας. Τα θολωμένα μάτια μου δεν μπορούν πια να δουν. Όταν έχω στεγνώσει βιαστικά τα δάκρυα, η γαλανόλευκη κυματίζει περήφανα.

Συνέχεια

Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ο μεγάλος Ομολογητής της Ορθοδοξίας μας

11 Οκτωβρίου

Μία από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της Εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας.

Συνέχεια

Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

12 Οκτωβρίου

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γεννήθηκε το έτος 949 μ.Χ. στη Γαλάτη της Παφλαγονίας από γονείς ευσεβείς και εύπορους, τον Βασίλειο και την Θεοφανώ. Ο θείος του Βασίλειος, ο οποίος κατείχε υψηλή θέση στον αυτοκρατορικό οίκο της Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τον ανεψιό του κοντά του, όπου, όπως ήταν φυσικό, έτυχε καλής παιδείας. Όμως ο Όσιος δεν έδινε προσοχή και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για μάθηση.

Κατά την εποχή αυτή ο Συμεών γνωρίστηκε με έναν μοναχό της περιωνύμου μονής Στουδίου, ο οποίος ονομαζόταν επίσης Συμεών. Ο μοναχός αυτός έγινε από την αρχή ο πνευματικός του πατέρας. Όταν κατά το έτος 963 μ.Χ. πέθανε ο θείος του, ο Συμεών προσήλθε στη μονή του Στουδίου, όπου ζητούσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ο ίδιος ο Όσιος Συμεών παρομοιάζει τον θείο του με τον Φαραώ, τη διαμονή του στον αυτοκρατορικό οίκο με την αιχμαλωσία των Ισραηλιτών στην Αίγυπτο και τον πνευματικό του πατέρα με τον Μωυσή.

Κάποτε ο Γέροντάς του του έδωσε ένα βιβλίο με τα συγγράμματα των Αγίων Μάρκου του Ερημίτου και Διαδόχου Φωτικής. Ζωηρή εντύπωση του προξένησε το ακόλουθο απόφθεγμα από το βιβλίο του Αγίου Μάρκου του Ασκητού, που είχε τον τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»: «Ἐὰν ζητᾷς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου, κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια». Ο Όσιος Συμεών ήταν σαν να άκουσε το λόγο αυτό από το στόμα του Θεού και άρχισε αμέσως να κάνει ό,τι τον πρόσταζε η συνείδησή του.

Και αυτή, που είναι κάτι θεϊκό, τον παρακινούσε συνεχώς στα ανώτερα, έτσι ώστε αύξησε την προσευχή και την μελέτη του μέχρι την ώρα που άρχιζε να λαλεί ο πετεινός, δηλαδή μέχρι τα χαράματα. Σε αυτό τον βοηθούσε και η συνεχής νηστεία. Έτσι, ακόμα και πριν φύγει από τον κόσμο, ζούσε σχεδόν ασώματο βίο. Δεν του χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, για να εκδημήσει εντελώς από τα ορώμενα και να εισδύσει στα αόρατα θεία θεάματα.

Κάποια νύχτα, λοιπόν, που προσευχόταν και με καθαρό νου επικοινωνούσε με τον Θεό, είδε ξαφνικά να λάμπει άπλετο φως από τους ουρανούς και να κατεβαίνει προς αυτόν. Φώτισε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μια ολοκάθαρη ημέρα. Καθώς ήταν και ο ίδιος τυλιγμένος από αυτό το φως, του φαινόταν σαν να εξαφανίσθηκε ολόκληρη η οικία μαζί με το δωμάτιό του, ενώ ο ίδιος είχε αρπαγεί στον αέρα, νιώθοντας σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Κατάπληκτος από το μέγα τούτο μυστήριο κραύγαζε με μεγάλη φωνή το «Κύριε, ἐλέησον».

Καθώς βρισκόταν μέσα σε αυτό το θείο φως, βλέπει στα ύψη του ουρανού μια ολόφωτη νεφέλη, άμορφη και ασχημάτιστη, γεμάτη από την άρρητη δόξα του Θεού. Στα δεξιά της έστεκε ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Έμεινε σε αυτή την εκστατική κατάσταση για πολύ, χωρίς να αισθάνεται, καθώς βεβαίωνε αργότερα, εάν ήταν μέσα στο σώμα ή εκτός του σώματος. Όταν κάποτε εκείνο το φως σιγά – σιγά υποχώρησε, ήλθε στον εαυτό του και κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο.

Μετά από αυτή τη θεωρία, ο Όσιος Συμεών ικέτευε συνεχώς το Γέροντά του να τον κείρει μοναχό. Αλλ’ ο πνευματικός του πατέρας τον αναχαίτισε, επειδή ήταν νέος στην ηλικία και έτσι ο Όσιος επέστρεψε στην οικία του θείου του, όπου άρχισε με επιμέλεια να μελετά. Βαθιά εντύπωση απεκόμισε από τα έργα των Αγίων Μάρκου του Ασκητού και Διαδόχου Φωτικής, τα οποία έλαβε από τα χέρια του πνευματικού του.

Κατά το έτος 970 μ.Χ. ο Συμεών επισκέφθηκε τους γονείς του και τους ανακοίνωσε την κλίση του για τον μοναχικό βίο. Μάταια εκείνοι προσπάθησαν να μεταβάλλουν την απόφαση του μονάκριβου υιού τους. Η απόφαση του Συμεών ήταν σταθερή. Αρνήθηκε εγγράφως την πατρική περιουσία που του ανήκε και κατέφυγε στη μονή του Στουδίου. Λίγο αργότερα μετέβη στη μονή του Αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, υπό τον ηγούμενο Αντώνιο, που βρισκόταν κοντά στη μονή του Στουδίου. Μετά από μία διετία εκάρη εδώ μοναχός, για να φωτίζει όλους τους πιστούς με το φως της γνώσεως, που φώτιζε τον εαυτό του.

Όταν μετά από λίγο εκοιμήθη ο ηγούμενος της μονής, ο Όσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και με την ευλογία του Πατριάρχη Νικολάου του Χρυσοβέργη (984- 995 μ.Χ.) και την έγκριση των μοναχών του Αγίου Μάμαντος, έγινε ηγούμενος της μονής. Ως ηγούμενος ο Όσιος έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Όχι μόνο την κατεστραμμένη μονή, αλλά προ πάντων το ανθρώπινο στοιχείο. Η μονή παρομοιαζόταν με κατάλυμα κοσμικών και νεκρών σωμάτων. Και η μεν μονή ως οικοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, η πνευματική όμως συγκρότηση των μοναχών απαιτούσε πολλές ανυπέρβλητες προσπάθειες.

Η διδασκαλία του συνάντησε την μεγάλη αδιαφορία ορισμένης ομάδας μοναχών, οι οποίοι έφθασαν στο σημείο, κατά την διάρκεια μια πρωινής κατηχήσεως, να επιτεθούν κατά του Γέροντός τους. Κατά την ώρα της επιθέσεως ο Όσιος, «τᾶς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἐαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδίων καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας». Αυτό ήταν αρκετό να αφοπλίσει τελείως τους τριάντα εκείνους μοναχούς, οι οποίοι επέδειξαν αυτή την συμπεριφορά. Ο Πατριάρχης Σισίννιος ο Β’ (996-998) προς τον οποίον κατέφυγαν αμέσως, για να δικαιωθούν προφανώς από αυτόν, εξεπλάγη από την μανία και τον φθόνο των ασύνετων μοναχών και διέταξε να εξορισθούν. Όμως ο Όσιος Συμεών παρακάλεσε θερμώς τον Πατριάρχη να τους συγχωρέσει.

Ο Όσιος, παρά τα πολλά καθήκοντά του στη μονή, εύρισκε καιρό να γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τους «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τους «κατηχητικοὺς λόγους», τα «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Δυσάρεστα ζητήματα εναντίων του Οσίου δημιούργησε ο σύγκελλος του Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Αφορμή γι’ αυτό ήταν η αγαθή φήμη του Οσίου. Επειδή ο σύγκελλος δεν μπορούσε να βρει στον βίο του Οσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε προς το πρόσωπο του κοιμηθέντος ήδη Γέροντός του. Η κατηγορία του σύγκελλου ήταν ότι ο Όσιος υμνούσε τον πνευματικό του πατέρα ως Άγιο. Τελικά έπεισε την Σύνοδο να διερευνήσει το ζήτημα. Και μετά την διαδικασία αυτή, όλοι αναγνώρισαν, εκτός του σύγκελλου, το δίκαιο του Συμεών. Τότε ο σύγκελλος συνεργάστηκε με μοναχούς που εχθρεύονταν τον Όσιο και έκλεψε από τη μονή την εικόνα επί της οποίας είχε αγιογραφηθεί ο πνευματικός πατέρας του Οσίου μαζί με τον Χριστό και άλλους Αγίους. Ο Όσιος διατάχθηκε να προσέλθει στη Σύνοδο, για να απολογηθεί. Και πάλι βρέθηκε αθώος.

Ο Όσιος παρέμεινε επί είκοσι πέντε χρόνια ως ηγούμενος και το έτος 1005 μ.Χ. αποσύρθηκε σε ησυχαστήριο στο αντίπερα ερημόκαστρο της Χρυσουπόλεως, που εκαλείτο «Παλουκητόν» και ησύχαζε στη μονή της Αγίας Μαρίνας. Στην ηγουμενία τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Αρσένιος. Εκοιμήθη εν ειρήνη το έτος 1022 μ.Χ. Η Σύναξη αυτού ετελείτο στη μονή του Στουδίου, στη μονή του Αγίου Μάμαντος και στη μονή της Αγίας Μαρίνας.

Για τη θεολογική του κατάρτιση και δεινότητα, ο Όσιος Συμεών ονομάσθηκε «Νέος Θεολόγος», «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ή «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τις πνευματικές αναβάσεις του Αγίου, επιδιδόμενος στην ησυχία, ελευθερωνόταν από την ύλη, η γλώσσα του γινόταν γλώσσα πυρός, συνέθετε και θεολογούσε θείους ύμνους, γινόταν ολόκληρος πυρ, ολόκληρος φως και θεωνόταν κατά χάριν. Άλλοτε, μαρτυρείται ότι βρισκόταν επάνω στη γη και έχοντας τα χέρια υψωμένα και προσευχόμενος, ήταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος». Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα.

Απολυτίκιο (Ήχος γ’ – Θείας πίστεως)
Θείαν έλλαμψιν, Συμεών Πάτερ, εισδεξάμενος, εν τη ψυχή σου, φωστήρ εν κόσμω εδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αυτού την σκοτόμαιναν, και πάντας πείθων ζητείν, ην απώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αυτόν εκτενώς ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Πηγή: ieramonopatia.gr

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου

8/20 Οκτωβρίου 1827

Σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλαιών κατοίκων της Πύλου, στον κόλπο του Ναυαρίνου, κοντά στη Σφακτηρία, όταν το φως ήταν κατάλληλο και η θάλασσα ήρεμη, κοιτώντας από τη βάρκα προς το βυθό, μπορούσε κανείς να δει τα κατάρτια των βυθισμένων τουρκοαιγυπτιακών πλοίων από τη μεγάλη ναυμαχία του 1827.

Συνέχεια