Αποχαιρετώντας δυο μεγάλους της υποκριτικής τέχνης

Η Ειρήνη Παπά (Κλυταιμνήστρα) και ο Κώστας Καζάκος (Αγαμέμνων) στην «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη, το 1977. Η ταινία υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας και για τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών. Βραβεύθηκε με το Belgian Femina Award και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ως η Καλύτερη Ταινία, ενώ η νεαρή τότε πρωταγωνίστρια Τατιάνα Παπαμόσχου κέρδισε το Βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου

Δόξασαν την Ελλάδα με την απαράμιλλη Τέχνη τους, με τις μοναδικές ερμηνείες τους, αλλά και με το προσωπικό τους ήθος με το οποίο ανέκαθεν πορεύτηκαν μπροστά και πίσω από τις κάμερες, στο δύσκολο και απαιτητικό θεατρικό σανίδι, στη λάμψη του τηλεοπτικού φακού. Ηθοποιός σημαίνει φως κι εκείνοι το απέδειξαν, καταξιώνοντας στο πρόσωπό τους, στην ξεχωριστή πορεία και στο έργο τους την υποκριτική τέχνη, καλλιεργώντας ακούραστα μια καλλιτεχνική παρακαταθήκη που πέρασε στις νεότερες γενιές ηθοποιών και θα τις διαμορφώνει και στο μέλλον με μια σπάνια δυναμική.

Σφράγισαν ανεξίτηλα με τις ερμηνείες και την παρουσία τους μια ολόκληρη γενιά ενσαρκώνοντας ρόλους και χαρακτήρες που στη συλλογική μνήμη ταυτίστηκαν για πάντα μαζί τους. Τώρα, ξανά μαζί, βαδίζουν στα άνω μονοπάτια…

Σκηνές από την Ιφιγένεια: Ειρήνη Παπά, Κώστας Καζάκος και Τατιάνα Παπαμόσχου

Με τον σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη και την Τατιάνα Παπαμόσχου (Ιφιγένεια) στις Κάννες, το 1977

Ο Κώστας Καζάκος και η Ειρήνη Παπά έφυγαν από τη ζωή με λίγες ώρες διαφορά, εκείνος στις 13 και εκείνη στις 14 Σεπτέμβρη 2022. Θα τους θυμόμαστε πάντοτε, θα ζουν παντοτινά στις καρδιές μας μέσα από τις ερμηνείες και το έργο τους. Καλό ταξίδι στη γειτονιά των αγγέλων…

Ειρήνη Παπά

Η Ειρήνη Λελέκου, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Ειρήνης Παπά, γεννήθηκε στο Χιλιομόδι Κορινθίας, στις 3 Σεπτεμβρίου 1926, από γονείς εκπαιδευτικούς. Στον καλλιτεχνικό χώρο πρωτοεμφανίστηκε στα 15 της χρόνια ως τραγουδίστρια και χορεύτρια. Στην συνέχεια σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας της συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους.

Κατά τη διάρκεια της φοίτησής της παντρεύτηκε τον ηθοποιό Άλκη Παππά (1922-2018), ο οποίος τη στήριξε στα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα. Το ζευγάρι θα χωρίσει το 1951 και η πανέμορφη ηθοποιός θα κρατήσει το επώνυμο του τέως συζύγου της (με ένα π), με το οποίο θα γίνει γνωστή παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια ως Irene Papas.

Το 1948, τελειόφοιτη πλέον της σχολής του Εθνικού Θεάτρου, μαγνήτισε με την ομορφιά της τον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος την ενέταξε στο σχήμα της επιθεώρησης «Άνθρωποι, Άνθρωποι» που ανέβηκε στο θέατρο «Μετροπόλιταν» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και άφησε εποχή.

Την ίδια χρονιά έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Χαμένοι άγγελοι» (1948), όπως και ο συγγραφέας Νίκος Τσιφόρος στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Η Ειρήνη Παπά επιβλήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό με τον ρόλο της στην ταινία του Φρίξου Ηλιάδη «Νεκρή πολιτεία» (1952). Ο Φίνος έστειλε με δικά του χρήματα την ταινία στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου δεν βραβεύτηκε μεν, αλλ’ η πρωταγωνίστριά της απασχόλησε έντονα τον παγκόσμιο Τύπο. Οι φωτογραφίες της μελαχρινής καλλονής με τον πάμπλουτο πλέι-μπόι Αγά Χαν, ο οποίος ήταν ερωτευμένος μαζί της, απ’ ό,τι λένε, κατέκλυσαν εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου.

H δημοσιότητα που απέκτησε στις Κάννες άνοιξε τις πόρτες στην Ειρήνη Παπά. Στην Ιταλία συμμετείχε στις ιστορικές ταινίες «Αττίλας» (1953) και «Θεοδώρα, αυτοκράτειρα τού Βυζαντίου» (1953), ενώ τρία χρόνια αργότερα αντικατέστησε τη Γκρέις Κέλι στο γουέστερν του Ρόμπερτ Γουάιζ «Ελύγισα για πρώτη φορά» («Tribute to a Bad Man») με συμπρωταγωνιστή τον Τζέιμς Κάγκνεϋ. Το 1961 κράτησε ένα σημαντικό ρόλο στη μεγάλη διεθνή επιτυχία «Τα κανόνια του Ναβαρόνε» («The Guns of Navarone»), που γυρίστηκε και στη Ρόδο σε σκηνοθεσία του Τζον Λι Τόμσον.

Ελένη στις Τρωάδες του Μιχάλη Κακογιάννη, 1971

Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στις ελληνικές ταινίες «Η λίμνη των στεναγμών» (1959) του Γρηγόρη Γρηγορίου και ενσάρκωσε τη Μπουμπουλίνα στην ομώνυμη ταινία του Κώστα Ανδρίτσου (1959). Αξέχαστη έμεινε η ερμηνεία της στην ταινία «Αντιγόνη» (1961) του Γιώργου Τζαβέλλα που συζητήθηκε στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Από τις Τρωάδες του Μιχάλη Κακογιάννη

Αξιοσημείωτες ήταν οι ερμηνείες της και στις ταινίες που γύρισε με σκηνοθέτη τον Μιχάλη Κακογιάννη: «Ηλέκτρα» (1962), «Αλέξης Ζορμπάς» (Zorba the Greek, 1965), «Τρωάδες» (The Trojan Women, 1971), «Ιφιγένεια (1977) και «Γλυκειά πατρίδα» (1986). Με τον Κακογιάννη συνεργάστηκε επίσης σε θεατρικές παραστάσεις στην Ελλάδα («Ηλέκτρα» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σέξπιρ στο Ηρώδειο) και στο εξωτερικό («Μήδεια» και «Βάκχες» του Ευριπίδη, το 1980, στο Μπρόντγουεϊ).

Άλλες σημαντικές ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε ήταν: «Στον καθένα το δικό του» («A ciascuno il suo», 1966) του Έλιο Πέτρι, «Σάντα Μάμα» (The Brotherhood,1968) του Μάρτιν Ριτ, «Ζ» (1969) του Κώστα Γαβρά, «Η Άννα των χιλίων ημερών («Anne of the Thousand Days», 1969) του Τσαρλς Τζάροτ, «Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι («Cristo si e fermato a Eboli», 1979) του Φραντζέσκο Ρόζι, «Ερέντιρα» (Eréndira, 1983) του Ρούι Γκέρα και «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» («Cronaca di una morte annunciate», 1987) του Φραντζέσκο Ρόζι, βασισμένων στα ομώνυμα έργα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Μία από τις τελευταίες εμφανίσεις της στη μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία του Τζον Μάντεν «Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» («Captain Corelli’s Mandolin», 2001).

Λιτή, δωρική μορφή, σύμβολο της ελληνικής ομορφιάς, διάσημη εκπρόσωπος του μεσογειακού πολιτισμού στο εξωτερικό, χαρισματική και δυναμική γυναίκα, η Ειρήνη Παπά έγινε διεθνώς γνωστή για τις υποκριτικές της ικανότητές και το πνεύμα της. Στη σταδιοδρομία της αναμετρήθηκε με σημαντικούς γυναικείους ρόλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, ενσαρκώνοντας πλήρως τη δύναμη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Είναι από τις σπάνιες ηθοποιούς που ξεπέρασαν τα στενά όρια της Ελλάδας και έκαναν καριέρα στο εξωτερικό. Εκτός από το υποκριτικό της ταλέντο, σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική της διαδρομή έπαιξαν το πανέμορφο πρόσωπό της που μαγνήτιζε τον φακό, η βαθιά εκφραστική της φωνή, το έντονο βλέμμα της και η δυναμική της προσωπικότητα. Η εμβληματική μορφή της αποτέλεσε πάντοτε την ιδανική έκφραση του απέριττου, αιώνιου ελληνικού κάλλους, που πηγάζει από τον αρμονικό και ισορροπημένο συνδυασμό της εσωτερικής αρετής και της εξωτερικής ωραιότητας.

Κώστας Καζάκος

Ο Κώστας Καζάκος γεννήθηκε στις 29 Μαΐου 1935, στον Πύργο Ηλείας, από πατέρα μανιάτικης καταγωγής. Στα 18 του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει παιδαγωγός, το μεγάλο όνειρο της ζωής του, ωστόσο η αριστερή κληρονομιά του πατέρα του τον εμπόδισε να μπει στο Πανεπιστήμιο. Του ζητούσαν χαρτί κοινωνικών φρονημάτων και επειδή δεν το είχε, δεν του επέτρεψαν την εγγραφή του στη σχολή. «Μου στοίχισε πάρα πολύ το ότι δεν είχα την ευκαιρία να σπουδάσω», είχε πει χρόνια αργότερα.

Αποφάσισε να αλλάξει σταδιοδρομία και φοίτησε στη Σχολή Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου, καθώς και στη Δραματική Σχολή Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Για τον Κάρολο Κουν και τη μαθητεία του κοντά του, ο Κώστας Καζάκος είχε πει: «Είχα την τύχη να γνωρίσω μαγικούς ανθρώπους και κάποιοι από αυτούς με συντροφεύουν ακόμη. Δεν είχα σχέση με το θέατρο εγώ και αυτά τα πράγματα, μετά κόλλησα και από τότε δουλεύω 65 χρόνια ασταμάτητα. Είναι το οξυγόνο μου. Δεν είναι και λίγο να συναντιέσαι με το μαγνητικό πεδίο του Κουν, αρκεί να είχες ψυχή να το δεις. Πολλοί άνθρωποι πέρασαν από δίπλα του. Άλλοι πήραν πολύ, άλλοι λίγο και άλλοι καθόλου. Έμεινα 6 χρόνια στο Υπόγειο του Ορφέα, υπερηφανεύομαι μέσα μου πως δούλεψα εκεί και κουβάλαγα μπάζα. Οικειοθελώς και αφιλοκερδώς για να φτιάξουμε τον χώρο εκεί που έμελλε να γίνει ο ναός της τέχνης, περβόλι αγοριών και κοριτσιών με όνειρα και ψυχή. Μετά, από πείνα και δίψα όλων των ανθρώπων και του ίδιου του σκηνοθέτη ο Κουν κατάφερε να δημιουργήσει το δικό του κοινό. Με την επιμονή του, ήταν άοκνος άνθρωπος, ακούραστος, ένα σπάνιο είδος ανθρώπου που δεν κυκλοφορεί πια και εγώ είχα την τύχει να βρεθώ κοντά του. Μου άνοιξε δρόμους, με ενέπνευσε, μου στερέωσε στην κυριολεξία το μυαλό».

Με τη Τζένη Καρέζη

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1957 στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Ο κύκλος με την κιμωλία». Έπαιξε σημαντικούς ρόλους σε σπουδαία έργα συγγραφέων όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης («Η αυλή των θαυμάτων»), ο Άρθουρ Μίλερ («Ψηλά απ’ τη γέφυρα»), ο Κάρλο Γκολντόνι («Λοκαντιέρα»), ο Ζαν-Πολ Σαρτρ («Νεκροί χωρίς τάφο»), ο Τενεσί Ουίλιαμς («Γυάλινος Κόσμος»), αλλά και σε έργα του Σοφοκλή («Αντιγόνη») και του Αριστοφάνη («Όρνιθες») στο Θέατρο Τέχνης και στους θιάσους της Κυρίας Κατερίνας, του Αλέκου Αλεξανδράκη, της Άννας Συνοδινού και της Έλλης Λαμπέτη.

Η πρώτη του εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1956 στη σατιρική ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης», σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ακολούθησαν ταινίες, όπως «Το μπλόκο» του Άδωνι Κύρου (1965), «Το παρελθόν μιας γυναίκας» (1968) του Γιάννη Δαλιανίδη, «Η λεωφόρος του μίσους» (1968) και «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» (1969) του Νίκου Φώσκολου, «Μια γυναίκα στην Αντίσταση» (1970) του Ντίνου Δημόπουλου, «Λυσιστράτη» (1972) του Γιώργου Ζερβουλάκου, «Ιφιγένεια» (1977) του Μιχάλη Κακογιάννη, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1980) του Νίκου Τζήμα, «Ο δραπέτης» (1991) του Λευτέρη Ξανθόπουλου και άλλες.

Με τον Μάνο Κατράκη στο Μπλόκο του Άδωνι Κύρου

«Με νοιάζει ο άνθρωπος, τον πονάω», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του. Γι’ αυτό κάνω και αυτή τη δουλειά. Αν δεν έχεις κοινωνικές ανησυχίες δεν μπορείς να κάνεις τέχνη. Γιατί οτιδήποτε άλλο ξεφεύγει από αυτή την κατεύθυνση είναι αντιδραστικό και απάνθρωπο, οδηγεί σε δρόμους που είναι καταστροφικοί. Τα μαρτύρια του λαού μας δεν χρειάζεται να τα μετρήσουμε ξανά, είναι ατελείωτα. Ο άνθρωπος πρέπει κάποτε να καταφέρει να φτιάξει μια ζωή που να του αξίζει και ακόμα παραπέρα επιθυμούμε να φτιάξουμε μια ζωή που να αξίζει τον κόπο να πεθαίνεις για χάρη της. Να την υπερασπίζεται μέχρι θανάτου. Η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό. Πρέπει να την αλλάξουμε τη ζωή, δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμη, είμαστε σε καθεστώς δουλείας, αλλά με αγώνα και επιμονή θα τα καταφέρουμε …».

Το φθινόπωρο του 1966 μπήκε στη ζωή του η Τζένη Καρέζη. Όπως είχε ο ίδιος δηλώσει: «Είχε σημασία ο έρωτας και η αγάπη για μένα. Όλες μου οι επιθυμίες είχαν και έχουν σχέση με τους ανθρώπους. Είδες που λένε “θέλω να με αγαπάς για αυτό που είμαι”; Αμ δεν είναι έτσι. Ο έρωτας δεν είναι το “όπως είσαι”. Πρέπει να ερωτεύεσαι αυτό που έχεις τη δυνατότητα να γίνεις, όχι αυτό που είσαι τώρα. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεση. Στην ουσία ο έρωτας είναι σύγκρουση, είναι αγώνας δύο ανθρώπων όπου πρέπει να κυριαρχήσουν τα δημιουργικά στοιχεία και από τους δύο. Αλλιώς δεν έχει νόημα. Μένεις στάσιμος. Βέβαια, τις ανθρώπινες ιδιότητες τις κατακτάς, δεν χαρίζονται, ούτε κληρονομούνται. Δεν είμαστε άνθρωποι επειδή γεννηθήκαμε. Ζωάκια είμαστε. Ανθρωπος πρέπει να γίνεις. Κι αυτό θέλει αγώνα»…».

Το 1973 οι δύο τους έστησαν τη θρυλική παράσταση, εν μέσω δικτατορίας, των 550.000 εισιτηρίων, «Το μεγάλο μας τσίρκο», που έστειλε και τους δύο για 10 μέρες στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Ο Κώστας Καζάκος είχε διηγηθεί αρκετές φορές τις ιστορίες της παράστασης, πάντα παραστατικά και πληθωρικά, με κάθε λεπτομέρεια: «Για να καταλάβεις το κλίμα, τι τραγέλαφος ήταν, ένας στρατηγός, Ραφαηλάκης, με ένα μουστακάκι γυριστό σαν αξιωματικός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έστελνε φαντάρους στην παράσταση κι έγραφαν ότι σε αυτή τη λέξη χειροκρότησε ο κόσμος, σε αυτήν τη λέξη γέλασε και γιόμιζαν κόλλες. Με φωνάζει στο γραφείο του, στο Κέντρο Διερχομένων απέναντι από τον Σταθμό Λαρίσης, ευγενικός στην αρχή. “Παιδί μου να τα κόψετε αυτά, έχω εδώ καταγγελίες ότι λέτε διάφορα πράγματα και ξεσηκώνετε τον κόσμο”, μου λέει. Δεύτερη φορά, τίποτα. Με φωνάζει τρίτη φορά και βγάζει ένα μάτσο κόλλες αναφοράς από το συρτάρι. “Τι λέτε εδώ, αυτά θα τα κόψετε απόψε”. Και αρχίζει να μου διαβάζει διάφορες σαχλαμάρες που έγραφαν οι φαντάροι και ένα λογύδριο που έβγαζε ο Παπαγιαννόπουλος που έπαιζε τον Κολοκοτρώνη. Πετάγομαι αυθόρμητα και βάζω τις φωνές. “Στρατηγέ μου, τι λέτε, αυτά τα λόγια θα κόψουμε; Ξέρετε ποιος έχει πει αυτά τα λόγια;”. Ταράχτηκε, “ποιος;” μου λέει. “Είναι του Γέρου του Μοριά τα λόγια, όπως τα έχει πει στους Νεοέλληνες”. Πρόσεξε να δεις σκηνή τώρα. “Τι λες, παιδί μου”, μου κάνει βουρκωμένος και πιάνει τις κόλλες και τις πετάει στο καλάθι. Δεν με ξαναφώναξε. Αντε συνεννοήσου τώρα. Τι ήταν αυτός ο άνθρωπος. Μπορεί να ήταν βενιζελικός, δημοκρατικός, δεν έβγαζες άκρη».

Πηγές: cnn.gr, sansimera.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s