Λογοκρισία, προπαγάνδα και αντίσταση στη δικτατορία των Συνταγματαρχών

Το καθεστώς, που έμεινε γνωστό ως «Δικτατορία των Συνταγματαρχών» ή ως «Χούντα* των Συνταγματαρχών» ή «Επταετία», προχώρησε από τις πρώτες ώρες της 21ης Απριλίου 1967 σε κήρυξη στρατιωτικού νόμου για αόριστο χρονικό διάστημα, καθώς επίσης και σε απαγόρευση κάθε πολιτικής δραστηριότητας και στην καθιέρωση αυστηρής λογοκρισίας. Κάθε άρθρο εφημερίδας, κάθε έργο τέχνης, έπρεπε να έχει την έγκριση των αξιωματικών της αρμόδιας επιτροπής που έδρευε στο Υπουργείο Τύπου, επί της οδού Ζαλοκώστα.

(* Η λέξη «Χούντα», η οποία έχει επικρατήσει για να υποδηλώνει τα δικτατορικά καθεστώτα ανά τον κόσμο, προέρχεται από την ισπανική λέξη «Junta», που σημαίνει «σύνδεσμος» ή γενικότερα «επιτροπή διοίκησης», «συμβούλιο διοίκησης»).

Αριστερά: Η Ελένη Βλάχου στο γραφείο της. Το 1967 διέκοψε αυτόβουλα την έκδοση όλων των εντύπων της ως διαμαρτυρία στη Χούντα. Δεξιά: Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει στο Ανόβερο για τη Χούντα (29 Απριλίου 1970)

Οι εφημερίδες «Καθημερινή», «Μεσημβρινή» και «Ελευθερία» αποφασίζουν να διακόψουν την έκδοσή τους το 1967, αντιδρώντας στη στρατιωτική δικτατορία. Η χούντα επέβαλε κατ’ οίκον περιορισμό στην εκδότρια της «Καθημερινής», Ελένη Βλάχου, αλλ’ εκείνη, στις 15 Δεκεμβρίου του 1967, κατάφερε να δραπετεύσει πηδώντας από την ταράτσα του σπιτιού της σε διπλανή οικία. Στη συνέχεια διέφυγε στο εξωτερικό και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας. Από εκεί εξέδιδε το περιοδικό «Hellenic Review» στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενα και σκίτσα κατά της δικτατορίας.

Υπολογίζεται ότι το καθεστώς λογοκρισίας, που επεβλήθη από τη χούντα, απαγόρευσε με διατάγματα την κυκλοφορία 1.046 έργων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, αρχίζοντας μάλιστα από τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς: Αισχύλο, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Αριστοφάνη και καταλήγοντας σε νεώτερους ξένους συγγραφείς, όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Τόμας Μαν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Αλμπερ Καμύ και ο Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Φυσικά ούτε συζήτηση για τα έργα του Κώστα Βάρναλη, του Γιάννη Ρίτσου, του Βασίλη Ρώτα, του Μάρκου Αυγέρη και πολλών άλλων Ελλήνων λογοτεχνών με αριστερό προσανατολισμό. Επίσης, απαγορεύτηκε ρητά η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε η Μελίνα Μερκούρη, οι ταινίες του Κώστα Γαβρά και πολλές άλλες ακόμα.

Την περίοδο της επταετίας, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων διανοουμένων, πολιτικών και καλλιτεχνών κατέφυγαν στο εξωτερικό, κυρίως στο Παρίσι, που προσέφερε έναν ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη πολιτικού αγώνα και για την εξ αποστάσεως στήριξη της αντίστασης και του αντιδικτατορικού αγώνα στην Ελλάδα. Το 1971 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία της Μελίνας Μερκούρη, όπου, μεταξύ άλλων, η διεθνούς φήμης Ελληνίδα ηθοποιός αναφέρει: «Θα πολεμήσω τη Χούντα ώσπου να πεθάνω!». Στο απόγειο της δόξας της, όταν θριάμβευε στο Broadway πρωταγωνιστώντας στη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή», θα εγκατέλειπε τα πάντα, για ν’ αφοσιωθεί -ψυχή τε και σώματι- στον αντιδικτατορικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια της επταετίας πολέμησε σφοδρά τη Χούντα, χρησιμοποιώντας τη φήμη και τη λάμψη που είχε αποκτήσει, με συνέπεια να της αφαιρεθεί η ελληνική υπηκοότητα. Έδωσε συναυλίες, διοργάνωσε πορείες αντιδικτατορικού χαρακτήρα, συνάντησε πολιτικούς και πνευματικές προσωπικότητες παγκοσμίου κύρους, με σκοπό να τους ευαισθητοποιήσει ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών. Σε βάρος της έγιναν απόπειρες δολοφονίας και το δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα οργανώθηκε, ώστε να την αντιμετωπίσει με κάθε τρόπο.

Μελίνα Μερκούρη

«Μια φορά κι έναν καιρό
στη φωτιά και στον αγώνα.
Την αντίκρισα θαρρώ
σαν μια κόκκινη σταγόνα …»

(Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη)

«Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν, Απαγορεύομεν …»

«Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία / κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία / κι έπειτα είπαν πως την έγραψαν παιδιά
Ύστερα κύλησε ο καιρός κι η ιστορία / πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία / εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά …»

Δαχτυλογραφημένοι σε μια κόλλα χαρτί οι στίχοι της Κωστούλας Μητροπούλου και από κάτω χειρόγραφα: «Απερρίφθη υπό της Α/θμίου Επιτροπής διότι δια της προφανούς μεταφορικής εννοίας των στίχων προσβάλλεται η ιδέα της ελευθερίας (παρομοίωσις με μάντρα παλαιών υλικών κ.λπ.)», με την υπογραφή του Τμηματάρχη Κ. Δημητρίου. Ο «Δρόμος» του αείμνηστου Μάνου Λοΐζου είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα τραγούδια που λογοκρίθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21ης Απριλίου. Και δεν ήταν μόνο τα τραγούδια, ήταν και κινηματογραφικά έργα και θεατρικές παραστάσεις και εφημερίδες και βιβλία… «Απεφασίσαμεν και διατάσσομεν, Απαγορεύομεν …», λέξεις που κυριαρχούσαν στο καθεστώς της ασφυκτικής προληπτικής και κατασταλτικής λογοκρισίας που επέβαλε στον Τύπο, στην εκπαίδευση και σε κάθε εκδοχή της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στη χώρα η επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών.

Μίκης Θεοδωράκης

Λίγο μετά την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, αρχηγού τότε τη Νεολαίας Λαμπράκη, απαγορεύθηκε σε όλη την ελληνική Επικράτεια, με το υπ’ αριθ. 13/1-6-1967 ειδικό διάταγμα του αρχηγού του επιτελείου ελληνικού στρατού Οδυσσέα Αγγελή, με την αιτιολογία ότι «εξυπηρετούσε τον κομμουνισμό». Σύμφωνα με το διάταγμα, όποιος εκτελούσε ή ανατύπωνε μουσικά έργα του Μίκη Θεοδωράκη ή έστω τραγουδούσε τραγούδια της κομμουνιστικής νεολαίας (η οποία είχε ήδη διαλυθεί από τη χούντα με το διάταγμα της 6ης Μαΐου 1967) που εθεωρούντο ότι «υποκινούσαν πάθη και διενέξεις», παραπεμπόταν άμεσα στο στρατοδικείο και καταδικαζόταν «σύμφωνα με τις διατάξεις της έκτακτης νομοθεσίας». Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, οι Έλληνες έχαναν την προσωπική τους ελευθερία, καταδικάζονταν από τα στρατοδικεία της χούντας και φυλακίζονταν υπό απάνθρωπες συνθήκες αντιμέτωποι με εκτοπίσεις και βασανιστήρια, επειδή ..τραγουδούσαν ..!

Το Ειδικό διάταγμα Αγγελή με το οποίο απαγορεύτηκε η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη

Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 αναζητώντας προκάλυμμα νομιμότητας, εκμεταλλεύτηκε το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο «έκτακτης ανάγκης» και «προληπτικής λογοκρισίας» ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις διασταλτικά και κατά το δοκούν. Παράλληλα, προχώρησε στον επανέλεγχο κινηματογραφικών ταινιών που είχαν παραχθεί πριν από την 21η Απριλίου, συγκρότησε λίστα με απαγορευμένα βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά, ενώ επέβαλε και προληπτική λογοκρισία στον Τύπο και τις εκδόσεις μέχρι το 1969. Τροποποιήσεις έγιναν και στο νομικό πλαίσιο επιβολής λογοκρισίας, ιδίως στη σύσταση των επιτροπών ελέγχου, που αποτελούνταν μετά το 1969 όχι μόνο από ανώτερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης και της αστυνομίας, αλλά και από ιδιώτες, όπως σκηνοθέτες, κινηματογραφικούς παραγωγούς, μουσικοσυνθέτες, θεατρικούς συγγραφείς, καθηγητές πανεπιστημίου, νομικούς, λογοτέχνες κ.ά.

Γιάννης Μαρκόπουλος, Κωστούλα Μητροπούλου, Διονύσης Σαββόπουλος, Μάνος Λοΐζος. Τα έργα τους λογοκρίθηκαν δριμύτατα από τη Χούντα

Σφραγίδα λογοκρισίας

Στις επιτροπές, ιδίως την περίοδο 1967-1969, κυριαρχούσαν οι στρατιωτικοί, με τον συνταγματάρχη Βρυώνη επικεφαλής των υπηρεσιών λογοκρισίας. Οι διατάξεις του νομικού πλαισίου προληπτικής λογοκρισίας καθιστούσαν προφανές το τι λογοκρινόταν, αν και τα σχετικά ντοκουμέντα αποδεικνύουν ότι η φαντασία και ο παραλογισμός των λογοκριτών ήταν ανεξάντλητα! Το 1970 η Γενική Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών υπήχθη στον πρωθυπουργό και μετονομάστηκε Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών. Στο απριλιανό καθεστώς, η περίοδος 1967-1969 αποτέλεσε τη σκληρότερη φάση της λογοκρισίας που επεβλήθη από τους συνταγματάρχες, ενώ έγινε πιο ελαστική το 1969-1973 στο πλαίσιο ενός ψευδεπίγραφου δημοκρατικού «ανοίγματος» του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Την περίοδο του Ιωαννίδη ο κύκλος κλείνει με την αυστηρότητα του «λογοκρίνειν» να επανέρχεται.

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα ο αντικομμουνισμός μετατράπηκε σε ακρογωνιαίο λίθο της κυρίαρχης ιδεολογίας του κράτους και της άρχουσας τάξης, λαμβάνοντας θεσμικό χαρακτήρα. Οι νικητές του εμφυλίου ήθελαν να θωρακίσουν το αστικό πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο εξαλείφοντας οποιαδήποτε υπαρκτή ή φανταστική κομμουνιστική απειλή και αποκόπτοντας τους κομμουνιστές από τα μέσα προπαγάνδας της ιδεολογίας τους. Έτσι, ταινίες, θεατρικά κείμενα, λογοτεχνικά έργα κ.λπ. με αναφορές στον κομμουνισμό και εν γένει στην αριστερή ιδεολογία, απαγορεύονταν ή λογοκρίνονταν.

Κατάλογος λογοκριθέντων κινηματογραφικών ταινιών

«Απερρίφθη … διότι εκδηλώνει σαφώς αντίθεσιν προς τα όνειρα, τα ιδανικά της φυλής μας», γράφει ο λογοκριτής για τους στίχους του τραγουδιού «Οι Έλληνες έναν καιρό» του Κ.Χ. Μύρη (ψευδώνυμο του Κώστα Γεωργουσόπουλου). Και κάτω από το «Ζεϊμπέκικο» το γνωστό «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια», του Διονύση Σαββόπουλου, έγραψε: «Απερρίφθη… διότι δεν συνεμμορφώθη με τας υποδείξεις». Το «Ο» δίπλα από τον τίτλο του τραγουδιού, που περνούσε από λογοκρισία, σήμαινε «ακατάλληλο» και το «Δ» «διφορούμενο». Βιβλία λογοκρίθηκαν γιατί είχαν κόκκινο εξώφυλλο ή επειδή το επώνυμο του συγγραφέα είχε κατάληξη σε «-ώφ». «Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί το κλίμα της δικτατορίας. Ήταν τεράστια η αγραμματοσύνη. Σε συνδυασμό με όλο εκείνο το πλέγμα της εθνικοφροσύνης δημιουργούσε απίστευτα φράγματα», αναφέρει ο ιστορικός Νίκος Καραγιαννακίδης.

Θ. Αγγελόπουλος

Οι κινηματογραφικές ταινίες, που γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, αντιμετώπιζαν συνεχώς παρεμβάσεις της λογοκρισίας. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος δημιούργησε μέσα στη χούντα δύο σπουδαίες ταινίες: Την «Αναπαράσταση» (όπου ακούγεται και η ιστορική φράση «Αριστερά, όλο αριστερά!»), γυρισμένη στα Ζαγοροχώρια, που αναφέρεται στο έγκλημα δύο παράνομων εραστών. Ωστόσο ο Αγγελόπουλος υπαινίσσεται μέσα από αυτό, τη θηλιά που έβαλαν οι συνταγματάρχες στο λαιμό της χώρας. Το ελλειπτικό τέλος καθορίζει και την αδυναμία ν’ αναπαρασταθεί ένα έγκλημα, του οποίου οι ηθικοί αυτουργοί βρίσκονταν εκτός κάδρου.

Το 1972 ο Αγγελόπουλος γυρίζει τις «Μέρες του ‘36», οι οποίες αναφέρονται στο κοινοβουλευτικό χάος που επικρατούσε στη χώρα λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά. Όλοι οι νοήμονες ένιωσαν ωστόσο πως οι «Μέρες του ‘36» αναφέρονταν στη Χούντα των Συνταγματαρχών του ‘67. Οι λογοκριτές πάντως, σίγουροι για την επιτυχία του καθεστώτος, όχι μόνον δεν κατάλαβαν τίποτα, αλλ’ ισχυρίστηκαν πως το φιλμ περιέγραφε …τα χάλια του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα… Αλλά και από το σενάριο της ταινίας «Ο Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου διαγράφηκαν από τη λογοκρισία αναφορές στην ελευθερία και στη Γαλλική Επανάσταση.

Π. Βούλγαρης

Ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης ήταν φυλακισμένος στη Γυάρο, όταν ένας συγκρατούμενός του τον βρήκε και τον ρώτησε συγκλονισμένος: «Εσύ γύρισες μια ταινία «Το Προξενιό της Άννας;». «Ναι», απάντησε ο Βούλγαρης. «Μόλις βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, το ξέρεις;». Ο Βούλγαρης δεν το γνώριζε. Και ο άλλος του είπε: «Βραβεύτηκες εκεί και εσύ είσαι εδώ;», και έβαλε τα κλάματα. «Τον κάθισα», θυμάται ο σκηνοθέτης, «του έφτιαξα καφέ και τον παρηγόρησα»… Η λογοκρισία της Χούντας απαγόρευσε επίσης ακόμα και την εκτός Ελλάδος(!) προβολή της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ο Κλέφτης».

Από τη λογοκρισία δεν γλύτωσαν ούτε ταινίες με μεγάλη εμπορική επιτυχία, όπως η «Υπολοχαγός Νατάσσα» και «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Από την ταινία «Οι θαλασσιές οι χάνδρες» διαγράφηκε η φράση: «Τώρα έχουμε δημοκρατία και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει». Πολλοί άλλοι Έλληνες σκηνοθέτες μέσω των ταινιών τους τόλμησαν ωστόσο ακόμα και σαφή επίθεση κατά της δικτατορίας. Κλασικό παράδειγμα παραμένει η βραβευμένη ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη με τον Θανάση Βέγγο «Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση» (1971).

Σαφώς υπάρχει μία χρονική μετάθεση 30 χρόνων. Δεν είναι οι Γερμανοί τελικά, αλλ’ η εσωτερική κατοχή της χώρας που επιχειρεί να βρει την ελεύθερη έκφραση και πληροφόρηση (τα πλάνα στο τέλος με το παράνομο ραδιόφωνο είναι χαρακτηριστικά). Σαφείς αναφορές κατά της Χούντας συναντάμε και στις ταινίες «Τα χρώματα της ίριδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου και η «Δίκη των δικαστών» του Γιώργου Γλυκοφρύδη.

Σκηνή από την ταινία «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια» που λογοκρίθηκε από τη Χούντα

Η πράξη λογοκρισίας της ταινίας «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια»

«Το Χρονικό της Δικτατορίας 1967-1974» είναι ένα ανέκδοτο ντοκιμαντέρ του βραβευμένου Έλληνα σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη, διάρκειας 37 λεπτών. Περιέχει σπάνιο αρχειακό υλικό από την κηδεία των Γεωργίου Παπανδρέου και του Γιώργου Σεφέρη έως τις δίκες του Αλέκου Παναγούλη και άλλων αγωνιστών:

Στο παρακάτω βίντεο μια από τις αξέχαστες σκηνές με τον Θανάση Βέγγο, από την ταινία «Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας», του 1976. Η Χούντα έχει «πέσει», ωστόσο στην ταινία παρακολουθούμε μια ανεπανάληπτη αναφορά στον τρόπο που λειτουργούσε η λογοκρισία στην Επταετία: Παίζοντας στη διαπασών και τραγουδώντας με πάθος τα «Τραγούδια της Λευτεριάς» του Μίκη Θεοδωράκη, ο Βέγγος περνά μέσα από ένα χωριό στο οποίο οι χουντικοί πραγματοποιούν εκδήλωση. Τότε συνειδητοποιεί πως η κασέτα συνδέεται με το μεγάφωνο του φορτηγού που οδηγεί και τα απαγορευμένα τραγούδια του Μίκη ακούγονται «απ’ άκρη σ’ άκρη!». Μια σκηνή με πολλά κωμικά, αλλά ταυτόχρονα και τραγικά στοιχεία, που αποδίδει αντιπροσωπευτικά το κλίμα της λογοκρισίας που επικρατούσε επί Χούντας:

«Ηλέκτρα» του Μ. Κακογιάννη

Από τη λογοκρισία δεν ξέφυγαν ούτε τα έργα δημιουργών ή με ηθοποιούς που είχαν εκφράσει ανοιχτά την αντίθεσή τους στην απριλιανή δικτατορία, όπως η Μελίνα Μερκούρη, η Ειρήνη Παππά, ο Μιχάλης Κακογιάννης. Έτσι, το 1970 απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας «Ηλέκτρα» (1962) του Μιχ. Κακογιάννη, με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Γενικότερα κατά την περίοδο της απριλιανής δικτατορίας οποιαδήποτε νύξη στην πολιτική κατάσταση της χώρας και οι αναφορές στη δημοκρατία και την ελευθερία απαγορεύονταν και, ως εκ τούτου, λογοκρίνονταν.

Έτσι, από την ταινία «Σπάρτακος» του Κιούμπρικ κόπηκε ο διάλογος: «Δέχομαι λίγη δημοκρατική διαφθορά μαζί με λίγη ελευθερία. Δεν δέχομαι όμως δικτατορία χωρίς καθόλου ελευθερία». Από μια ταινία του «Ρομπέν των Δασών» του 1967, κόπηκε από τη λογοκρισία η φράση «στο Βασιλιά Ριχάρδο σύντομα να γυρίση να απαλλάξουμε τον τόπο από τον πρίγκιπα Ιωάννη, το Νόττιγχαμ και όλους τους τυράννους», ενώ η ταινία Χουαρέζ του 1939 που αναφέρεται στη μεξικανική επανάσταση του 19ου αιώνα απαγορεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1967, διότι «αι ιδέαι περί δημοκρατίας απαιτούν ανεπτυγμένον κοινόν ίνα μη παρεξηγηθούν υπό τας παρούσας συνθήκας». Το 1968 οι επιτροπές λογοκρισίας δεν έδωσαν, αρχικά, άδεια στον Κάρολο Κουν ν’ ανεβάσει το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ θεωρώντας ότι «το έργο διαστρεβλώνει τη σύστασιν μιας υγιούς αστικής κοινωνίας».

Ν. Κούνδουρος

Και η ταινία «Μαγική πόλις» του Νίκου Κούνδουρου κρίθηκε ακατάλληλη να προβληθεί στο εξωτερικό, για τον λόγο ότι παρουσίαζε εικόνες μιζέριας. Το 1972 η αρμόδια επιτροπή ενέκρινε το σενάριο «Ο δρόμος» του Κατσουρίδη με την προϋπόθεση της αντικατάστασης των σκηνών του χωριού που παρουσίαζαν «γενικήν αθλιότητα» με σκηνές που «δεν θα προπαγανδίζουν οικονομικήν κατάστασιν μη γνώριμον σήμερον πλέον εν Ελλάδι».

Για την περίοδο της δικτατορίας, η λογοκρισία έπρεπε να διαφυλάξει την εικόνα ενός ιδεατού κρατικού μηχανισμού απαλλαγμένου από φαινόμενα διαφθοράς, ασυδοσίας και παρακμής. Στον χώρο του τραγουδιού ανατρεπτικά χαρακτηρίστηκαν από τη λογοκρισία το «Χασάπικο» του Σταύρου Κουγιουμτζή, ο «Μέρμηγκας» του Μάνου Λοΐζου και το «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου. Μεγάλος πονοκέφαλος για τους λογοκριτές της Χούντας ήταν οι θεατρικές επιθεωρήσεις, αφού η απουσία σταθερού σεναρίου και οι αυτοσχεδιασμοί των ηθοποιών καθιστούσαν ανεφάρμοστη την έννοια της προληπτικής λογοκρισίας.

Οι Πράξεις λογοκρισίας της ταινίας «Ηλέκτρα» του Μιχ. Κακογιάννη και του «Χασάπικου» του Στ. Κουγιουμτζή

Εκτός από τη θεσμική και εξωθεσμική πολιτική περιστολής της ελευθερίας της έκφρασης, η άσκηση πολιτικών προληπτικής λογοκρισίας αναδεικνύει ένα κράτος πανεπόπτη που, λειτουργώντας πατερναλιστικά, όριζε για τον πολίτη τις επιτρεπόμενες ιδεολογίες, τις υγιείς κοινωνικές του παραδόσεις ακόμη και το αισθητικό του κριτήριο. Η κοινωνία αντιμετωπιζόταν ως ανώριμο παιδί που έπρεπε να προστατευτεί μέσω της λογοκρισίας από επιβλαβείς εικόνες, παραστάσεις, στίχους και αναγνώσματα. Ο φόβος και μόνο της ύπαρξης της λογοκρισίας, μπορούσε να οδηγήσει την κοινωνία σε μια συνειδητή παραλυσία απέναντι στον αυταρχισμό και την απώλεια δικαιωμάτων και ελευθεριών, σε αυτολογοκρισία δηλαδή, αποτελώντας ένα από τα ισχυρότερα όπλα επιβολής, αφού η λογοκρισία έχει το πλεονέκτημα να μην αφήνει ίχνη, όπως άλλες μορφές άσκησης βίας και αυταρχισμού.

Το φθινόπωρο του 1967, ο πρώην πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατορθώνει να σπάσει το φράγμα σιωπής και στέλνει στον ξένο Τύπο μαγνητοφωνημένες δηλώσεις εναντίον της δικτατορίας, προκαλώντας διεθνώς μεγάλο ενδιαφέρον. Δύο ημέρες αργότερα τίθεται σε κατ’ οίκον κράτηση. Ήδη από τους πρώτους μήνες της κατάλυσης της δημοκρατίας, είχαν κάνει την εμφάνισή τους και οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) και η Δημοκρατική Άμυνα, στελεχωμένες από κεντρώους και αριστερούς πολίτες. Ειδικά στη Γαλλία, ο λαός, οι διανοούμενοι και ο Τύπος τάχθηκαν σύσσωμοι στο πλευρό των Ελλήνων αντιστασιακών και καταδίκασαν τη Χούντα. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με την κυβέρνηση Ντε Γκολ, η οποία χορήγησε αλλεπάλληλα δάνεια στους «Απριλιανούς». Τον Ιανουάριο του 1968 n Χούντα αναγνωρίστηκε από τις ΗΠΑ, τη Μ. Βρετανία και την Τουρκία…

«Περιπολία στους δρόμους
και κάποια φωνή που διατάζει
Κι εσύ ησυχάζεις το δάχτυλο βάζεις
να βρεις την πληγή.
Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι.
Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι.
Μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς»

(Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος,
Μουσική – Ερμηνεία: Μάνος Λοΐζος)

Το Μεγάλο μας Τσίρκο

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» είναι μια μαρτυρία για τη διαχρονικότητα της εθνικής μας περιπέτειας. Ένα λαϊκό έπος στο οποίο διαγράφονται ανάγλυφα οι αρετές αλλά και οι παθογένειες της φυλής, οι ανατάσεις και οι πτώσεις, οι αγώνες και οι αγωνίες ενός λαού, που φορτωμένος τη βαριά του ιστορία, δοκιμάζει τον βηματισμό του προς τον χρησμό ενός αμφίσημου μέλλοντος. Μια καταβύθιση του Πατριάρχη της μεταπολεμικής δραματουργίας στη «θεία κωμωδία» του ανελέητου ελληνικού αφηγήματος. Την παράσταση ανέλαβε να σκηνοθετήσει ο Κώστας Καζάκος με βοηθό τον Άρη Δαβαράκη, τα σκηνικά και τα κοστούμια έφτιαξε ο Φαίδων Πατρικαλάκης. Τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος και τα ερμήνευε επί σκηνής ο Νίκος Ξυλούρης. Η κίνηση και η θεατρική απόδοση της σκηνής του Καραγκιόζη διδάχτηκε από τον Ευγένιο Σπαθάρη, ο οποίος διακόσμησε το χώρο της εισόδου. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευσαν ο Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Κούρος, ο Τίμος Περλέγκας και ο Χρήστος Καλαβρούζος. Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Ιουνίου 1973, στο θέατρο «Αθήναιον» της οδού Πατησίων. Αμέσως αγαπήθηκε από το κοινό και έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της Χούντας.

«ΡΩΜΙΟΣ: Αρκετά!… Και τώρα μια τελευταία διευκρίνιση. Είπα ότι το έργο μας είναι κωμωδία. Αλλά δεν είναι απλώς διότι έτσι γράφτηκε ή διότι το λέμε εμείς. Είναι κωμωδία για έναν άλλο σοβαρότερο και πολύ πιο έγκυρο λόγο: Το δηλώσαμε ως κωμωδία, το υποβάλαμε στη λογοκρισία ως κωμωδία και ενεκρίθη ως κωμωδία δια της υπ’ αριθμόν 199 αποφάσεως. Δε θέλω με τούτο να πω ότι δυνάμει του νόμου τάδε είστε υποχρεωμένοι να γελάσετε. Κάθε άλλο! Επισημαίνει απλώς ότι οποιαδήποτε ομοιότης της κωμωδίας μας με δράμα είναι τελείως συμπτωματική».

Αλληγορικά γραμμένο «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» κατάφερε να περάσει τις συμπληγάδες της λογοκρισίας, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας. Κάθε βράδυ γινόταν κοσμοσυρροή στο «Αθήναιον», που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από το Πολυτεχνείο. Ανάμεσά τους και «εκπρόσωποι» του στρατιωτικού καθεστώτος, που σημείωναν και ενημέρωναν τους προϊσταμένους τους για τις αντιδράσεις των θεατών. Όπως έλεγε η Τζένη Καρέζη: «Έπρεπε να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη… και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες… και πάνω απ’ όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα. Όλα αυτά όμως θα ‘πρεπε να ειπωθούν ρωμέικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θα ‘πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν».

Το σκοτεινό και αποκρουστικό πρόσωπο της χούντας των συνταγματαρχών, μέσα από τις συνεντεύξεις της θρυλικής «διαφωτίστριας» της δικτατορίας, Τελέσιλας Λαμπέα και του Σπύρου Ζουρνατζή, υφυπουργού Τύπου του χουντικού καθεστώτος, ο οποίος υπήρξε και ιδρυτικό μέλος του εθνικιστικού κόμματος ΕΠΕΝ.

Στην εκπομπή Made in Greece της Σεμίνας Διγενή, το 1992, μιλούν επίσης ο Δημήτρης Παπαχρήστου και ο Ανδρέας Λεντάκης καθώς και φοιτητές που συμμετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και βασανίστηκαν άγρια στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Οι εορτασμοί της Χούντας

Στιγμιότυπα από τις εορτές της Χούντας στο Καλλιμάρμαρο στάδιο

Χαρακτηριστικό της επταετίας ήταν η στροφή προς την παράδοση (με τους χουντικούς να σέρνουν τον χορό στα βήματα του τσάμικου και του καλαματιανού σε κάθε ευκαιρία), την αρχαία Ελλάδα και τις γιορτές που ξεχείλιζαν από λαϊκίστικο θέαμα και κιτς αισθητική. Κάπως έτσι η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» απέκτησε κάθε 29η Αυγούστου την καθιερωμένη εορτή της «Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων», σήμα κατατεθέν του χουντικού κιτς που εύλογα προκαλούσε (μυστικά τότε) και συνεχίζει ελεύθερα (πλέον) να προκαλεί άφθονο γέλιο.

Παπαδόπουλος και Ιωαννίδης, όταν ακόμα το γλεντούσαν μαζί…

Το πανηγύρι που θυμίζει αρκετά τις σημερινές καρναβαλικές εκδηλώσεις ελάμβανε χώρα στο Καλλιμάρμαρο στάδιο της Αθήνας καθώς και στο Καυταντζόγλειο στάδιο της Θεσσαλονίκης. Οι εορτασμοί ξεκινούσαν από το πρωί με κανονιοβολισμούς από τον Λυκαβηττό. Αρχικά, έβγαζε λόγο κάποιος από τους συνταγματάρχες μπροστά σε χιλιάδες πολίτες που είχαν κατακλύσει από νωρίς το κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ακολουθούσε η παρέλαση των Ενόπλων Δυνάμεων και ένα φαντασμαγορικό θέαμα γεμάτο χουντικά σύμβολα, συνθήματα, πυροτεχνήματα και άθλια, τραγελαφικά σόου μιας άνευ προηγουμένου κακογουστιάς.

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ως πρωτεργάτης αλλά και ως …πρωτοχορευτής της χούντας!

Από τα πιο χαρακτηριστικά των εορτών ήταν τα ακροβατικά τσίρκου που πραγματοποιούσαν οι μοτοσικλετιστές της ΕΣΑ, οι οποίοι όταν δεν ξυλοφόρτωναν τον κόσμο, σχημάτιζαν πάνω στις μοτοσικλέτες τους ανθρώπινες πυραμίδες ή έκαναν άλματα περνώντας μέσα από πύρινα δαχτυλίδια. Επίσης ξεχώριζαν οι άντρες των ειδικών δυνάμεων που έκαναν γυμναστικές ασκήσεις ή έπεφταν από ελικόπτερα με αλεξίπτωτα, ενώ μεγάλη ατραξιόν αποτελούσαν οι μεταμφιέσεις σε αρχαίους Έλληνες, Βυζαντινούς και αρματολούς της Επανάστασης του ‘21. Εκ των πρωταγωνιστών βέβαια ήταν και η «Ελλάς», η οποία στεκόταν πάνω σε άρμα σε στάση προσοχής μπροστά στο «πουλί» της χούντας, φορώντας αρχαιοπρεπή χιτώνα και στεφάνι στο κεφάλι. Μέσα σε όλο αυτό τον αχταρμά του παραλογισμού και της ασχήμιας έκανε την εμφάνισή του και ο Δούρειος Ίππος με τους Έλληνες και τους Τρώες να μάχονται γύρω του ανελέητα, ο Μέγας Αλέξανδρος με όλο το ασκέρι του, οι 300 του Λεωνίδα και πολλοί άλλοι.

Καθώς ακόμα και οι πιο γλαφυρές περιγραφές ωχριούν μπροστά στην εικόνα, παρακολουθήστε, όσο αντέχει η αισθητική σας, μερικά από τα στιγμιότυπα της «Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων» στο βίντεο που ακολουθεί. Πλάι στους βασικούς εκπροσώπους του δικτατορικού καθεστώτος στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου, το παρόν δίνουν το τότε βασιλικό ζεύγος της Ελλάδος, Κωνσταντίνος και Άννα Μαρία αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος:

Πηγή: «Κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει…» Μια αναδρομή στη δικτατορία των Συνταγματαρχών (1967-1974), kimintenia.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s