Ο Άθως και το Θαβώρ (γ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «Αγίαν κορυφήν» του Άθωνας, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.

Ανεβαίνοντας σιγά – σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ιησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον …». Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β’ Παραλ, 30,25).

«Εκεί γαρ ανέβησαν αι ψυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρίου τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ’ 121,4). Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων… Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».

Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της. Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.

Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «Αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου». Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν.

Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ († 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοερός προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον († 1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.

Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας. Μύθος ή αλήθεια ή διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών.

Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δυό σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δύο χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.

Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου -δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος- το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους.

Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού», όπου ο Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Για αυτούς είναι και Όρος Σιών και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά.

Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ’ 150,1) «εν συναγωγή θεών» (Ψ’ 81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου -της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου.

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκου, με το όρος του Μερκουρίου -φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως.

Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύουν εκεί ως στρουθία» (Ψ’ 10,11). Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αϊδίου φωτός.

* Από το βιβλίο «Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού», απόσπασμα από τον Τόμο «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125.

Πηγή: simeiakairwn.wordpress.com

Το θαύμα της Αγίας Νεφέλης στο Όρος Θαβώρ

Το Όρος Θαβώρ

Μαζί με το Άγιο Φως και την αντιστροφή των υδάτων του ποταμού Ιορδάνη, η Αγία Νεφέλη θεωρείται ένα από τα τρία επαναλαμβανόμενα θαύματα, που συντελούνται στους Αγίους Τόπους. Ο Αρχιμανδρίτης π. Ιλαρίων, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Θαβώρ, μιλάει από τον τόπο, όπου σύμφωνα με τη βιβλική διήγηση, πραγματοποιήθηκε το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, στο όρος Θαβώρ. Ο πατήρ Ιλαρίων αναφέρεται στο γεγονός της Μεταμορφώσεως, στην ιστορία και πορεία μέσα στους αιώνες της Ιεράς Μονής Θαβώρ, ενός εκ των ιερών προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων.

Συνέχεια

Παναγία Σουμελά: Από τον Πόντο στο Βέρμιο

Χαρακτηρίστηκε ως η «Παναγιά της Προσφυγιάς», κυρίως όμως για όλους είναι γνωστή ως η «Παναγία του Πόντου». Πώς και πότε έφτασε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Σουμελά στη Βέροια και εγκαταστάθηκε στις πλαγιές του Βερμίου;

Συνέχεια

Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, Με την αύρα του Παραδείσου

28 Ιουλίου

«Eιρηνικώς έζησας Eιρήνη πάλαι,
και νυν κατοικείς ένθα ειρήνη βρύει»

Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για τη σωματική της ωραιότητα και την ευγενή ανατροφή της. Την είχε ζητήσει σε γάμο κάποιος διακεκριμένος άνδρας του παλατιού και έτσι εκείνη ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο πολύ ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της και πούλησε τα υπάρχοντά της βοηθώντας πολλούς φτωχούς. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία. Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνησή της, ορίστηκε διάδοχός της. Από τη νέα της θέση επετέλεσε τα καθήκοντά της άριστα. Ο Θεός μάλιστα την επροίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από δαιμόνια και από διάφορες ασθένειες.

Συνέχεια

Ιερά Μονή Παναχράντου – Αγίου Παντελεήμονος Άνδρου: Δέκα αιώνες ιστορίας και προσφοράς

Ι.Μ. Παναχράντου Άνδρου

Η Ιερά Μονή Παναχράντου – Αγίου Παντελεήμονος Άνδρου, σαν να αναδύεται από το ίδιο το βουνό, περιστοιχίζεται από μεγάλους βραχώδεις όγκους, που ο αέρας με το πέρασμα των αιώνων σμίλεψε πάνω τους εκατοντάδες μικρές σπηλιές, οι μεγαλύτερες των οποίων χρησιμοποιήθηκαν ως ασκηταριά από παλαιότερους μοναχούς. Η μονή παρουσιάζει, κατά τον τύπο των βυζαντινών μοναστηριών, όψη φρουρίου και η έκταση που καταλαμβάνει είναι αρκετά μεγάλη, με τα κτήριά της να είναι κτισμένα σε παραλληλόγραμμη διάταξη, έχοντας μήκος κατά πολύ μεγαλύτερο από το πλάτος της. Λόγω του απόκρημνου τοπίου η Μονή έλαβε αυτή τη στενόμακρη διάταξη και δίνει σήμερα την εντύπωση λαβυρίνθου, αφού εκτός του στενού κεντρικού διαδρόμου της, μόνο μικρά δρομάκια και περάσματα οδηγούν στους λοιπούς χώρους της και στα κελιά.

Συνέχεια

Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία, τὸ μέγα μοναστῆρι..

Ἀρχιμ. Δοσιθέου, Ἡγουμένου Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης

«Ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν!»

Ὁ ἱστορικὸς Προκόπιος ὁ Καισαρεύς, σύγχρονος τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁ «κάλλιστος νεώς» τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ἀνεγείρετο, γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ κτισμάτων» (Ι’, 1-78): «Ἡ Ἐκκλησία τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἶναι ἕνα θέαμα ἐξαισίου κάλλους, ὑπερφυσικὸ μὲν γιὰ ὅσους τὸ ἀντικρύζουν, ἀπίστευτο δὲ γιὰ ὅσους ἄλλοτε ἀκοῦνε νὰ ὁμιλοῦν γι’ αὐτό. Ἐκεῖ ὁ νοῦς ἀνυψώνεται ἀνάλαφρος πρὸς τὸν Θεό. Νομίζει πὼς αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν βρίσκεται μακρυά, ἀλλὰ κατοικεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ναὸ ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ κατοικία. Κι αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνο κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψι, ἀλλὰ ὅσες φορὲς κι ἂν τὸν ἐπισκεφθῇ κανείς, εἶναι σὰν νὰ τὸν βλέπει γιὰ πρώτη φορά. Κανεὶς ποτὲ δὲν χόρτασε νὰ βλέπῃ αὐτὸ τὸ θέαμα».

Ὁ σύρων αὐτὲς τὶς πενιχρὲς γραμμὲς ἔχει ἐπισκεφθῆ αὐτὸν τὸν ναὸ τῶν ναῶν ἀμέτρητες φορές. Ἴσως φθάνουν καὶ τὶς ἑκατό. Ποτὲ δὲν «ἐνεπλήσθη», ποτὲ δὲν χόρτασε, ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ μυστικά του. Ὅλο καὶ κάτι τοῦ ξέφευγε. Τί λέγω ὁ τάλας «κάτι»; Τὰ πλεῖστα. Προσπαθοῦσε νὰ μένῃ ὅσο τὸ δυνατὸν μόνος γιὰ νὰ μπορῇ νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀνιχνεύῃ τὸ παρελθόν, ὀπισθοβατῶν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γιατί εἶπε στὰ ἐγκαίνια ὁ Ἰουστινιανός: «Νενίκηκά σε, Σολομών»! Πλὴν ὅμως τὸ «μόνος» ἦτο πάντοτε ἀνέφικτον. Πάντα εἶναι γεμάτος ἀπὸ ὀρδὲς τουριστῶν. Γιαπωνέζοι μὲ σορτσάκια, γαλλιδοῦλες ἡμίγυμνες, ἐγγλέζοι μὲ τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸ στῆθος. Ἕλληνες φωνακλάδες· -Γιῶργο ἀπὸ δῶ! -Μαρία ἀπὸ κεῖ! Πανσπερμία, συνονθύλευμα, Βαβέλ. Εἰσέρχονται μπουλουκηδὸν βιαστικοί, βιαστικοὶ κοιτοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, βιαστικὰ φεύγουν, γιὰ λίγο καθαρὸν ἀέρα… Ἀνυποψίαστοι. Τουρίστες.

Τί ἁγία Σοφία, τί μπλὲ τζαμί, τί κλειστή ἀγορά! Ὅλα τὸ ἴδιο. Καλύτερα ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ βραδυνὰ σὲ χοροὺς ὀριεντάλ… Οἱ προσκυνηταὶ ἐλάχιστοι. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνοντας τὰ πόδια τους τρικλίζουν, τὰ μάτια βουρκώνουν, ἡ καρδιὰ πάει νὰ σπάσῃ, τὸ δεξὶ χέρι σηκώνεται ἀνεπαίσθητα γιὰ νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτός, ναί, ξέρει. Γνωρίζει ὅτι δὲν μπαίνει σὲ μουσεῖο, ἀλλὰ σὲ χῶρο ἁγιασμένο, στὸν ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πληρώνει εἰσιτήριο, ἀλλὰ τὸ λησμονεῖ ἀμέσως. Ἔχει μάθει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν προσκυνεῖ μόνον τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἢ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλλὰ καὶ κάθε πέτρα ὅπου κάποτε ἐτελεῖτο θεία Λειτουργία, εἴτε τώρα εἶναι τζαμὶ εἴτε εἶναι μουσεῖο. «Βλέπει», αἰσθάνεται, σκέπτεται πράγματα ἄγνωστα στοὺς πολλούς. Βλέπει ἀπ’ ἔξω ἕνα ὀγκῶδες κτίριο μὲ μόνο στόλισμα ἕνα σουβᾶ, ἕνα κονίαμα βαμμένο μὲ νερομπογιά, ξεθωριασμένο. Εἰσέρχεται καὶ βλέπει σεμνὴ μεγαλοπρέπεια. Φῶς ἱλαρό, κολῶνες πορφυρὲς καὶ πράσινες, κιονόκρανα περίτεχνα, δαντέλα πραγματική. Ὅμως δὲν διερωτᾶται γιατί τόση διαφορὰ τοῦ «ἔξω» ἀπὸ τὸ «μέσα». Γνωρίζει ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἐλάτρευαν τοὺς θεούς των ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι «ἔσωθεν», μέσα στὸν ναό. Νὰ γιατί ἡ τόση διαφορά. Εἰσερχόμενος ἀκροποδητὶ διακρίνει ἤδη στὸν νάρθηκα δικούς του ἀνθρώπους γνω­στοὺς ἀπὸ παλιά. Εἶναι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Λέων ὁ Σοφός. Εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. Μὰ καὶ ὁ εἰσερχόμενος Ῥωμηὸς εἶναι, ἄρα συγγενής. Ὁμόπιστος, ὁμαίμων.

Πατάει στὰ φαγωμένα ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ τὴν χρῆσι κατώφλια ποὺ ὁδηγοῦν στὸν κυρίως ναὸ καὶ ἀναλογίζεται· «Πόσα πόδια ἁγίων ἀνδρῶν, πατριαρχῶν, ἐπισκόπων, παντὸς βαθμοῦ κληρικῶν καὶ μοναχῶν ἐπάτησαν καὶ ἐλείαναν αὐτὰς τὰς «φλιάς»; Πόσοι αὐτοκράτορες, πόσοι πορφυρογέννητοι, πόσοι ξένοι πρεσβευταὶ πέρασαν ἀπ’ αὐτὲς τὶς θύρες, θαύμασαν καὶ ἐξέστησαν; Τί ἔκαμε τοὺς Ῥώσσους ἀπεσταλμένους νὰ ἀνα­φωνήσουν «οὐκ ἴσμεν εἴ ἐσμεν ἐν οὐρανῷ ἢ ἐν γῇ»; Πόσοι μαΐστορες τῆς ψαλτικῆς, πόσοι βαστακταὶ γέμισαν μὲ τὶς ψαλμῳδίες τους αὐτὸν τὸν ἀπέραντο καθαγιασμένο χῶρο; Πόσοι πιστοὶ «ἐπώνυμοι» καὶ «ἀνώνυμοι» προσευχήθηκαν καὶ μετέλαβαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀπ’ ἐκείνη τὴν «ἅγια τράπεζά μας» διὰ χειρὸς ἁγίων πρεσβυτέρων; Πόσα ἅγια λείψανα ὑπῆρχαν; Πόσες θαυματουργὲς εἰκόνες»; Πῶς μπορῇ νὰ στέκεται κάτω ἀπὸ ἕνα τροῦλλο ποὺ φαίνεται νὰ κρατῆται ἀπὸ χρυσῆ ἁλυσίδα κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν οὐρανό; Πῶς μπορῇ νὰ ἀντέξῃ ἡ καρδιὰ ὅταν ὁραματίζεται νὰ ψάλλῃ «ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»; Κι ἂν στρέψῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ἅγιο βῆμα καὶ ἀντικρύσῃ ἐκεῖ ψηλὰ ἔνθρονη τὴν Κυρία Θεοτόκο, βαστάζουσαν τὸν Κύριο τῆς δόξης, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σιγοψάλῃ: «Τῆς Θεοτόκου ἡ Πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν καὶ δι’ αὐτῆς περισῴζεται καὶ κραταιοῦται, βοῶσα πρὸς αὐτήν· Χαῖρε ἡ ἐλπὶς τῶν περάτων τῆς γῆς»;

Ἀτενίζοντας τὰ τέσσαρα ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σοῦ ἔρχεται νὰ ψάλῃς τὸν ὕμνο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου: «τὰς ὄψεις καλύπτοντα καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον, ἀλληλούϊα». Διερωτᾶσαι δὲ πῶς ἐκεῖνος ὁ ἀνώνυμος ψηφιοθέτης κατώρθωσε νὰ δώσῃ ἀνθρώπινη μορφὴ στοὺς ἀρχαγγέλους Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καὶ ἐνῷ βλέπεις σῶμα, αἰσθάνεσαι τὸ τῶν ἀγγέλων ἀσώματον.

Ἀναβαίνουμε στὰ Κατηχουμενεῖα μέσῳ τοῦ κοχλία. Τὸ πῶς ἀνεβαίνουμε μόνον ὁ Θεὸς τὸ ξέρει! Κόβονται τὰ πόδια μας προσδοκῶντας τὸ τί θὰ δοῦμε. Ἐδῶ συναθροίσθηκαν τόσες καὶ τόσες Ἱερὲς Σύνοδοι γιὰ νὰ καθορίσουν τὶς λεπτομέρειες τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος. Φθάνουμε ἐπὶ τέλους στὴν Μεγάλη Δέησι. Μᾶς καθηλώνει τὸ γλυκύ, ἥρεμο βλέμμα τοῦ Κυρίου. Εὐλογεῖ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τὰ ἁμαρτωλὰ παιδιά Του. Εἶναι ὁ ἐλεήμων, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Δέομαι: «Σῶσον, Κύριε, τὸν λάον σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου». Ἐκ δεξιῶν δέεται τοῦ Κυρίου ἡ πανάμωμος Μήτηρ. Μοῦ ὑπενθυμίζει ἕνα διάλογο παλαιὸ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Μονογενοῦς:

«-Τί, Μῆτερ, αἰτεῖς;

– Τὴν βροτῶν σωτηρίαν.

– Παρώργισάν με.

– Συμπάθησον Υἱέ μου.

– Ἀλλ’ οὐκ ἐπιστρέφουσι.

– Καὶ σῶσον χάριν.

– Ἕξουσι λύτρον.

– Εὐχαριστῶ σοι, Λόγε!».

Ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Τὸ τῆς ἐρήμου κάλλιστον θρέμμα, ὁ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων, ἀσκητικὸς «ἄτακτον τὴν κόμην ἔχων». Ἱκετεύει καὶ αὐτὸς ὑπὲρ λαοῦ ἡμαρτηκότος. Χεῖρες βανδάλων ἀπέκοψαν ἀπὸ τοῦ ψηφιδωτοῦ τὴν δεξιάν του χεῖρα «τὴν ἁψαμένην τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου». Κύκλῳ σου ἡ τουριστικὴ πλημμυρίς. Δὲν σὲ ἀφήνουν οὔτε νὰ προσευχηθῇς, οὔτε νὰ δακρύσῃς, οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κάποια πτυχὴ τοῦ ἀῤῥάφου χιτῶνος.

Λίγο παράμερα, στὴν γωνία ἀπ’ ὅπου αἱ «εὐγενεῖς κυρίαι» παρακολουθοῦσαν τὴν Θεία Λειτουργία, ἀόρατοι ὄπισθεν τοῦ δρυφράκτου, ἰδοὺ οἱ μορφὲς αὐτοκρατόρων καὶ συζύγων. Πρώτη ἡ μορφὴ Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου, τρίτου συζύγου τῆς παραπλεύρως Ζωῆς, τῆς ἄ­κρως ζωηρᾶς Ζωῆς. Τὸ ψηφίδωμα ἀνῆκε εἰς τὸν πρῶτον σύζυγό της, τὸν Ῥωμανὸ τὸν Ἀργυρό. Αὐτὸς πέθανε. Ἢ μᾶλλον «τὸν πέθανε». Ἔρχεται ὁ δεύτερος, Μιχαὴλ ὁ Παφλαγών. Τὸν ἀνάγκασε νὰ καλογερέψῃ. Ἦλθε καὶ ὁ τρίτος. Διατάσσει καὶ ξηλώνουν τὴν μορφὴ (τοῦ προσώπου μόνον, διὸ καὶ ἐμφανὴς ἡ διόρθωσις) καὶ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρώτου καὶ ψηφιοθετοῦν τὴν μορφὴ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ τρίτου. Ἁπλᾶ πράγματα καὶ ὑπὲρ λίαν χριστιανικά! Ὁ «Ῥωμανο-Κωνσταντῖνος» κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Ἕνα σακκοῦλι μὲ τρεῖς λίτρες χρυσοῦ διὰ τὶς ἐτήσιες ἀνάγκες τοῦ ναοῦ. Ἐτοποθετεῖτο μάλιστα ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης ἑκάστην Μεγάλην Πέμπτην. Ἐξ ἀριστερῶν ἡ «εὐσεβεστάτη» Αὐγούστα Ζωή, ἡ ὁποία κατεσπατάλησε τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους πρὸς ἀγορὰν καλλυντικῶν καὶ ἀλοιφῶν ἀπὸ τὴν Κίνα διὰ νὰ φαίνεται ἡ ἑβδομηντάχρονη ὡς εἰκοσάχρονη παρθένος. Εἰς τὸ μέσον ὁ ἔνθρονος Κύριος εὐλογῶν (ἀναγκαστικῶς) τὰ αὐτοκρατορικὰ τερατουργήματα.

Δίπλα Ἰωάννης Β΄ ὁ Κομνηνός, ὁ καὶ Καλοϊωάννης ἐπονομαζόμενος διὰ τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ μετὰ τῆς Οὐγγαρέζας συζύγου αὐτοῦ Εἰρήνης, ξανθῆς καὶ ῥοδαλῆς. Σημειωτέον ὅτι αὐτὴ ἡ «ξένη» ἵδρυσε τὴν Μονὴν τοῦ Παντοκράτορος (σημερινοῦ Zeyrek cami) μετὰ νοσοκομείου. Ὕστερον ἐγένετο μοναχὴ ἐπονομασθεῖσα Ξένη καὶ ἡγίασε ἑορταζομένη τῇ 13ῃ Αὐγούστου. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ψηφιδωτὸν ὁ αὐτοκράτωρ κρατεῖ «ἀποκόμβιον». Εἰς τὸ μέσον τοῦ ζεύγους ἔχει ψηφιοθετηθεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος ὀρθὴ βαστάζουσα τὸν παῖδα Ἰησοῦν εὐλογοῦντα τὸ ὄντως εὐλογημένον τοῦτο ζεῦγος. Εἰς τὴν γωνίαν εὑρίσκεται τὸ ψηφιδωτὸν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου μὲ μορφὴν νεαροῦ παιδιοῦ, καὶ τοῦτο διότι ἐβασίλευσεν εἰς ἡλικίαν δώδεκα ἐτῶν καὶ ἐστραγγαλίσθη μετὰ τρία μόλις ἔτη… Ὅ­μως διερωτῶμαι; «Ὠκεανὸς εἰς κοτύλην χωρεῖ»; Χωράει ἕνας ὠκεανὸς σ’ ἕνα φλυτζάνι τοῦ καφέ; Προφανῶς ὄχι. Ἐξ ἄλλου ἡ ὥρα πέρασε. Οἱ φύλακες σημαίνουν μὲ κώδωνα. Πρέπει νὰ ἐξέλθουμε.

Κάθομαι σ’ ἕνα παγκάκι ἔξω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, στὸν ἀπέναντι κῆπο. Προσπαθῶ νὰ ὀνειρευθῶ ξύπνιος. Διώχνω τοὺς τέσσερις μιναρέδες. Κατεβάζω τὴν ἡμισέληνο ἀπὸ τὸν τροῦλλο καὶ τοποθετῶ ἕνα λαμπυρίζοντα Τίμιο Σταυρό. Σκέπτομαι πῶς χώρεσαν μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τὰ πάθη καὶ οἱ καημοὶ τῆς πονεμένης Ῥωμιοσύνης, τῆς Ἐσταυρωμένης Ὀρθοδοξίας! Τόση ἱστορία, τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις! Ἦλθαν στὸ νοῦ μου αὐτὲς οἱ ὑπέροχες ἐσωτερικὲς ὀρθομαρμαρώσεις ποὺ ἔγιναν τραγούδι: «σὰν τὰ μάρμαρα τῆς Πόλης πού ’ναι στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἔτσι τάχεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια καὶ μαλλιά». Οἱ ἐλπίδες; «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι». Τὰ μοιρολόγια; «Πουλί μ’ γιατί δὲν κελαηδεῖς, ὡς κελαηδοῦσες πρῶτα;». Ἡ μισοτελειωμένη Λειτουργία, ὁ μαρμαρωμένος Βασιληᾶς; Ὄνειρα… Ὄνειρα… Ναί, μὰ ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν. Ὅταν τὰ ὄνειρα σβήσουν θὰ χαθῆ κι αὐτή; Τὸ λέει ὁ ἐθνικὸς τῆς Κύπρου ποιητής, ὁ Μιχαηλίδης: «Ἡ ῥωμιοσύνη ἐν’ νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει»…

– Ξύπνα, πάτερ, σὲ πῆρε ὁ ὕπνος! Νύχτωσε, φεύγουμε!

Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Η Αγία Μαρίνα και το ιερό προσκύνημά της στην Άνδρο

17 Ιουλίου

Η θαυματουργός ιερά εικόνα της Αγίας Μαρίνας στην Μονή της στην Άνδρο

Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες ημέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε το Χριστιανισμό. Όταν έγινε 15 ετών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος εκείνος από αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του. Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί το Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.

Συνέχεια

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και η πνευματική του κληρονομιά

14 Ιουλίου

Ὁ ταπεινὸς μοναχὸς πού ἀναδείχθηκε ὁ πολυγραφότερος Ἁγιορείτης καὶ πιθανότατα ὁ πολυγραφότερος ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς 2ης μ.Χ. χιλιετίας. Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου ζωογόνησε τὸν λαὸ μὲ τὰ νάματα τῆς παραδόσεώς μας καί τὸν ἐνίσχυσε ν᾿ ἀντέξει τὸ ὑπόλοιπο τῆς Τουρκοκρατίας -ὄχι μόνο νὰ μὴ χάσει τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴ ζήσει βαθύτερα.

Συνέχεια

Η ασύλληπτη ομορφιά της Παναγίας Σουμελά

Εντυπωσιακό βίντεο με αναρριχητές που πήραν μέρος στις εργασίες αποκατάστασης της ιεράς μονής Παναγίας Σουμελά στον Πόντο

Συνέχεια

Η Πίστη

Sophie Anderson, Portrait of girl

Δέν ἔχεις Πίστη, ὅταν τά στάχυα σου
προσμένεις νά γενοῦν σιτάρι,
κι ἀπ’ τ’ ἄκαρπο δεντρί πού κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι.

Συνέχεια

Τα ζώα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής

Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα

Elder Thaddeus of Vitovnica

Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν ακόμη πουλάκια. Πολλά όμως είδη πουλιών εξαφανίστηκαν. Η ζωή όλο και περισσότερο, καταστρέφεται και σβήνει.  Μέχρι πριν από δέκα περίπου χρόνια, εδώ στο Μοναστήρι μας στη Βιτόβνιτσα, όταν χιόνιζε πολύ και είχε ξαστεριά, μαζεύονταν πάρα πολλοί λαγοί. Ολόκληρη αγέλη. Το χιόνι παχύ και επάνω του έκαναν μονοπάτια, σχημάτιζαν κύκλους μέσα στα ξέφωτα εκεί που δεν υπήρχαν δέντρα. Κυνηγιόντουσαν, κυλιόντουσαν στο χιόνι, έπαιζαν, χαίρονταν. Χαρά Θεού! Τα ζώα έχουν μέσα τους τη χαρά της ζωής. Ενώ εμείς οι άνθρωποι διαταράξαμε την ισορροπία της φύσης. Τα ζώα αν και δεν έχουν πολλά, έχουν τη χαρά της ζωής. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε τα πάντα, και πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Τα ζώα δεν μεριμνούν, δεν χτίζουν αποθήκες για να στιβάσουν σιτάρι και ο Κύριος πάλι τα τρέφει. Λίγο δαγκώνουν από κανένα κλαδάκι, βρίσκουν κάπου να προστατευθούν και κοιμούνται. Δοξάζουν τον Θεό.

Συνέχεια

Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς

Η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά

Στην Προποντίδα, στη θάλασσα του Μαρμαρά, βρίσκονται τα πανέμορφα Πριγκηπόνησα. Το μεγαλύτερο και ωραιότερο από όλα είναι η Πρίγκηπος. Στην κορυφή του νότιου και υψηλότερου λόφου της δεσπόζει επιβλητικά ένα από τα πιο γνωστά ελληνορθόδοξα μοναστήρια, η φημισμένη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Χιλιάδες πιστοί, όχι μόνο χριστιανοί, αλλά και πολλοί μουσουλμάνοι, προσέρχονται κάθε χρόνο στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου και περιμένουν υπομονετικά ατελείωτες ώρες, προκειμένου να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα του, ζητώντας του να εισακούσει τις παρακλήσεις τους.

Συνέχεια

Οι νεοφανείς Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη

Τρίτη της Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη)

Ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα στη χώρα μας είναι και αυτό της Θερμής Μυτιλήνης, όπου τιμώνται τρεις νεοφανείς και θαυματουργοί Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, οι άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη, που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Συνέχεια

Ιδού ανεβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα..

Μεγάλο Μετέωρο – Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος
Πάσχα 2016

«Ἐρχόμενος ὁ Κύριος, πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος, τοῖς Ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ. Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ, καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ, οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλήμ, διὰ τὸ παθεῖν· ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρά μου, καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου, καὶ Θεὸν ὑμῶν, καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».

Συνέχεια

Αγιορείτικες συνταγές για τη Σαρακοστή

Στη νοστιμιά των πιάτων της αγιορείτικης κουζίνας υποκλίνεται όλος ο κόσμος, με εστιατόρια να κάνουν συχνά αφιερώματα και γνωστούς σεφ να εμπνέονται από τα περίφημα πιάτα των μοναχών. Στο Περιβόλι της Παναγιάς, όπως συχνά αποκαλείται το Άγιον Όρος, οι μοναχοί ετοιμάζουν καθημερινά μοναδικής νοστιμιάς πιάτα, ανάμεσά τους και αρκετά γλυκά, με χιλιάδες συνταγές που χάνονται στα βάθη των χρόνων και ξεχωρίζουν για τις άριστες πρώτες ύλες τους. Άλλωστε, στο Άγιον Όρος καλλιεργούνται τα πάντα και όσο για τα ψάρια και τα θαλασσινά, μπορείς να πεις χωρίς υπερβολή ότι η χερσόνησος του Άθω έχει ευλογημένα νερά!

Συνέχεια