Ο Άγιος Βλάσιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Λικινίου (308-323 μ.Χ.). Σπούδασε ιατρική αλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τις υπηρεσίες του, ως φιλανθρωπία, στους πάσχοντες και ασθενείς. Εκτός από την ιατρική βοήθεια χορηγούσε δωρεάν στους ασθενείς τα φάρμακα και τους έδινε τα έξοδα της νοσηλείας τους. Η φιλανθρωπική δραστηριότητα εκαλλιεργείτο στην ψυχή του από την αγάπη προς τον Θεό και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Η Εκκλησία τον δέχθηκε στις τάξεις του ιερού κλήρου και τον εξέλεξε Επίσκοπο Σεβάστειας.
O Άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης καταγόταν από τα Ευχάιτα της Γαλατίας και κατοικούσε στην Ηράκλεια του Ευξείνου Πόντου. Στρατιωτικός στο επάγγελμα, διακρίθηκε για την γενναιότητά του και γρήγορα προήχθη στους υψηλότερους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας. Αθλητής γενναιότατος ο Θεόδωρος, ήταν συγχρόνως και υπόδειγμα σεμνότητας, όπως αρμόζει σε έναν γνήσιο Χριστιανό. Όταν το 320 μ.Χ. ο Λικίνιος διέτριβε στη Νικομήδεια, άκουσε περί του Θεοδώρου ότι είναι Χριστιανός και βδελύσσεται τα είδωλα. Αμέσως απέστειλε στην Ηράκλεια ανώτερους αξιωματούχους, για να τον συνοδεύσουν με τιμή στη Νικομήδεια. Αλλ’ ο Θεόδωρος διεμήνυσε διά των ιδίων απεσταλμένων στον Λικίνιο, ότι για πολλούς λόγους η παρουσία του στην Ηράκλεια ήταν συμφέρουσα και τον προέτρεπε να μεταβεί εκεί.
Ο Όσιος Παρθένιος καταγόταν από την Βιθυνία της Μικράς Ασίας και έζησε κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.). Ήταν υιός του διακόνου της Εκκλησίας της Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, από τον οποίο εδιδάχθηκε την ορθόδοξη πίστη. Ο Άγιος από την παιδική του ηλικία προέκοπτε στην αρετή και στην ευσέβεια. Ο τρόπος με τον οποίο ο Κύριος αλίευσε τους αποστόλους, που ήσαν ψαράδες, τον έκανε ν’ αγαπήσει την αλιεία. Και όταν έριχνε τα δίχτυα του στην Απολλωνιάδα λίμνη και τα ανέσυρε γεμάτα ψάρια, αισθανόταν ότι εργαζόταν σε ένα από τα πλοιάρια του Αποστόλου Πέτρου ή του Ιωάννου.
Ο Όσιος Βουκόλος από νεαρή ηλικία έγινε κατοικιτήριο του Αγίου Πνεύματος και μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος τον εχειροτόνησε Επίσκοπο της Εκκλησίας της Σμύρνης. Ο Άγιος διακόνησε την Εκκλησία με όλη την ευσυνειδησία, τη θερμότητα και την αυταπάρνηση των μαρτυρικών εκείνων πρωτοχριστιανικών χρόνων. Υπήρξε πατέρας και ποιμένας για τους Χριστιανούς στη διδασκαλία και στην υπεράσπιση, όταν κινδύνευαν από τους διώκτες του Ευαγγελίου. Προς δε τα ειδωλολατρικά πλήθη συμπεριφερόταν με σύνεση και διάκριση, προσέχοντας να μην τα ερεθίσει, αλλά και προσπαθώντας με θεία τέχνη και φωτισμό να ελκύει πολλούς στη Χριστιανική πίστη.
Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος
30 Ιανουαρίου
Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30ή Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των Γραμμάτων. Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.ά.
Στις 21 Ιανουαρίου 2016 (και για περίπου μια εβδομάδα) η Near East Relief Historical Society (Syracuse, New York, USA) έβαλε στο εξώφυλλό της, στο Facebook, μια εξαιρετική φωτογραφία της Καβάλας, άγνωστη μέχρι τότε. Η επιμελήτρια του Μουσείου της Οργάνωσης εξηγούσε στο κείμενό της ότι η «μυστηριώδης» φωτογραφία και μερικές άλλες από το ίδιο γεγονός βρέθηκαν στο φωτογραφικό αρχείο της Οργάνωσης, χωρίς να φέρουν κάποια λεζάντα, σημείωση ή πληροφορία.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και ετάφη στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε, επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του. Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου.
Φθάνοντας οι απεσταλμένοι στά Κόμανα, ρώτησαν τους εγχώριους να δείξουν σ’ αυτούς τον τάφο, για να πάρουν το λείψανο. Οι δε πικράθηκαν υπέρμετρα, διότι θα στερούνταν τέτοιου θησαυρού ατίμητου, όμως δεν τόλμησαν να εναντιωθούν στο βασιλικό πρόσταγμα, αλλ’ έφεραν αυτούς στον τάφο του μάκαρος και καθώς σήκωσαν τον λίθο να εκβάλουν έξω το λείψανο, έμεινε ακίνητο, ω του θαύματος! και δεν μπορούσαν τόσοι άνδρες να το σαλεύσουν ολοτελώς. Γι’ αυτό επέστρεψαν οι αποσταλέντες στα βασίλεια άπρακτοι, κηρύττοντες σ’ όλη την πόλη το θαυμάσιο τούτο, ότι δηλαδή ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτό του, αλλ’ έμεινε ακίνητος. Τούτο δε το έκαμε, διότι με αυθεντία και υπερηφάνεια ήθελε να πάρει το λείψανό του ο βασιλεύς, τον οποίο θέλησε να διδάξει ο Άγιος ταπεινοφροσύνη και μετριότητα. Τούτου χάριν παρεκάλεσε τον Άγιο ο βασιλεύς αποστέλλοντας σ’ αυτόν επιστολή που περιείχε αυτά:
Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε ο Άγιος έδωσε τον εαυτό του στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και έτσι αυτοί μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου.
Λαβόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι την επιστολή αυτή και φθάνοντας στον τόπο, τέλεσαν καθώς ο βασιλεύς τους πρόσταξε και βλέπουν πάλι άλλο θαυμάσιο, δηλαδή φως άρρητο με πολλή λαμπηδόνα από του τάφου αναπήδησαν, ευωδία ανείκαστη εξήλθε του τάφου και δεν φαινόταν ως νεκρός ο Άγιος, αλλά φαιδρός στην όψη γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος.
Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αυτή και ετέθη επί του στήθους του Αγίου, έδωκε τον εαυτό του ο θείος Πατήρ, διότι η θήκη που περιείχε το άγιο λείψανο ευκόλως και χωρίς κόπο φερόταν ανεμποδίστως. Τότε έγιναν και πολλά θαυμάσια σε όσους μετά πίστεως τον ασπάσθηκαν. Εξόχως δε ήταν ένας χωλός στο μέσον του πλήθους και με πολύ κόπο έκαμε τρόπο και άγγιξε στους πόδας του το του Αγίου ιμάτιο και ευθύς ιάθη. Θέτοντες λοιπόν το ιερό λείψανο σε χρυσοκόλλητη λάρνακα και βαστάζοντας αυτήν, εκίνησαν την οδοιπορία πρόθυμοι με ψαλμωδία πολλή, με λαμπάδες και θυμιάματα και σε όσες πόλεις και χώρες υποδέχονταν τον Άγιο, αγιαζόντουσαν. Όταν δε πλησίασαν στην Χαλκηδόνα και το άκουσαν στην βασιλεύουσα, έδραμαν όλοι νέοι και γέροντες με πόθο πολύ να το προϋπαντήσουν, ως έπρεπε, και γέμισε πλοία όλη η θάλασσα, η οποία φαινόταν σαν γη στερεά.
Όταν έφθασε το άγιο λείψανο αντίπερα της Κωνσταντινουπόλεως, εξήλθε ο Πατριάρχης μετά του βασιλέως και όλη η Σύγκλητος για να προϋπαντήσουν τον Άγιο. Την θήκη δε την έχουσα το άγιο λείψανο έβαλαν σε πλοίο βασιλικό. Γενομένης δε τρικυμίας, τα μεν άλλα πλοία διεσκορπίσθησαν σε ένα και άλλο μέρος, το δε πλοίο το περιέχον το άγιο λείψανο εξήλθε στον αγρό της Καλλιτρόπης χήρας, την οποία η Ευδοξία αδίκησε, όπως προείπαμε, και τότε πάλιν έγινε στην θάλασσα γαλήνη. Όταν δε έφθασαν στον ορισμένο τόπο εκείνοι, που βάσταζαν το τίμιο λείψανο, είδαν ότι έκλινε πάλι θαυμασίως προς το εν μέρος αφ’ εαυτού του, εκείνο το ηυτρεπισμένο καί ετοιμασμένο για τον Άγιο κουβούκλιο καί προσκαλούσε με σχήμα το λείψανο.
Η ιερά Κοίμησις του Αγίου Ιωάννoυ του Χρυσοστόμου (romfea.gr)
Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Όταν έβαλαν στο πλοίο εκείνο το τίμιο λείψανο, ο μεν βασιλεύς είχε πόθο να υπάγει στα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελε ο Άγιος Χρυσόστομος, γι’ αυτό κατέβηκε το ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατό. Πρώτα λοιπόν εφέρθη το άγιο λείψανο στον Ναό του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενο του Αμαντίου, όπου ο βασιλεύς ήταν παρών και σκέπαζε με την βασιλική του χλαμύδα την θεία σορό του λειψάνου και μαζί παρεκάλει τον Άγιο να παύσει τον κλονισμό του τάφου της μητρός του, ο οποίος έτρεμε ήδη τριάντα τρία έτη και δη επέτυχε της αιτήσεως διότι στάθηκε, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης. Μετά από αυτά εκομίσθη το άγιο λείψανο στο Ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί, έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στο ιερό Σύνθρονο και εβόησαν άπαντες: «Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». Ύστερα απέθεσαν την θήκη του λειψάνου επί της βασιλικής αμάξης και έφεραν αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.
Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στην ιερά καθέδρα και, ω του θαύματος! επεφώνησε στο λαό το «Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησις». Και ύστερα ετέθη υποκάτω στην γη όπου και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα γινόντουσαν, δοξάζοντας ο Θεός με αυτόν τον τρόπο τους δοξάζοντες Αυτόν.
Σήμερα Ιερά Λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αποθησαυρίζονται: Η Κάρα του με αδιάφθορο το αριστερό αυτί του στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους. Δύο τμήματα της αριστεράς του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και ένα τμήμα της στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων. Μεγάλο τεμάχιο κνήμης και τέσσερα τεμάχια του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους. Δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους. Αδιάφθορο μέρος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Μετεώρου. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους, Προυσού Ευρυτανίας και Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι Πράξεις των Αποστόλων και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ο Τιμόθεος ήταν ο πιο αγαπητός μαθητής του και ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του. Το όνομά του είναι ελληνικό και σημαίνει «αυτός που τιμά τον Θεό», αλλά και «αυτόν που τιμά ο Θεός». Ο Άγιος Απόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας, από Έλληνα πατέρα και Ιουδαία μητέρα, την Ευνίκη.
Θεοδώρου Βρυζάκη, Ο όρκος των Αγωνιστών (ελαιογραφία, λεπτομέρεια)
Μετά την ήττα των Ελληνικών Επαναστατικών δυνάμεων στο Δραγατσάνι, τη θυσία του Ιερού Λόχου και την αιχμαλωσία του Αλέξανδρου Υψηλάντη, η Πρώτη Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων αποφάσισε στις 13 Ιανουαρίου 1822, ερήμην των περισσοτέρων οπλαρχηγών, την κατάργηση όλων των διακριτικών της Φιλικής Εταιρείας, του βασικού φορέα και υποστηρικτή της Επανάστασης του Γένους, και την αντικατάστασή τους με άλλα. Ανάμεσα στα σύμβολα που καταργήθηκαν, ήταν και η σημαία της Φιλικής, η αρχαιότερη του Αγώνα, η οποία αντικαταστάθηκε από την «γαλανόλευκη» του Γιάννη Σταθά. Η πρώτη Ελληνική σημαία με την σημερινή της μορφή, σχεδιάστηκε, ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807, στην ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, στη Σκιάθο, όταν ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να σχεδιάσουν τις κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το κυανό εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.. Κυανή και λευκή, η Ελληνική σημαία διέγραψε την δική της ιερή και δοξασμένη ιστορία σε κάθε εποχή, εκφράζοντας μοναδικά τα πιο υψηλά ιδανικά της φιλοπατρίας και των αγώνων του λαού μας.
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 332 μ.Χ. και ήταν αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου. Παίρνει την ίδια μόρφωση με τον μεγάλο του αδελφό, ξεχωρίζει δε κι αυτός για την ευφυΐα του, την επιμέλειά του και την φιλοσοφικότατη ιδιοφυΐα του και είχε χειροτονηθεί αναγνώστης. Νυμφεύεται τη Θεοσέβεια, που γρήγορα την αρπάζει ο θάνατος. Ισχυρός χαρακτήρας καθώς ήταν, δεν απελπίζεται, και στα σαράντα του χρόνια γίνεται επίσκοπος Νύσσης (σήμερα Νεμσεχίρ), μιας κωμοπόλεως της Καππαδοκίας.
Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχνανε καί στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο. Όλοι έτοιμοι γιά τήν ρίψη τού Σταυρού… Ξεκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουργία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορτή πιο επίσημη.
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας γεννήθηκε το 329 ή 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας σε οικογένεια πλούσιων γαιοκτημόνων ως δεύτερο τέκνο, το οποίο ακολούθησαν άλλα επτά, από τα οποία δύο έγιναν επίσκοποι, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβαστείας. Ο πατέρας του, Βασίλειος και αυτός, ήταν αξιόλογος ρητοροδιδάσκαλος στην Νεοκαισάρεια του Πόντου και η μητέρα του, Εμμέλεια, προερχόταν από σπουδαία οικογένεια Καισαρέων, που διέπρεπε στα γράμματα και στα πολιτικοστρατιωτικά αξιώματα. Αμέσως μετά την γέννησή του ο Βασίλειος μεταφέρθηκε στα Άννησα του Πόντου, όπου μεγάλωσε με την επίβλεψη της μητέρας του και της γιαγιάς του Μακρίνας, η οποία τον μύησε στην ευσέβεια και την Παράδοση της Εκκλησίας. Τα πρώτα γράμματα έμαθε (335/7) από τον πατέρα του στην Νεοκαισάρεια. Το 341/3 ήρθε στην Καισάρεια για την εγκύκλια μόρφωση, όπου γνώρισε τον Γρηγόριο Θεολόγο, και περί το 346/7 ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για συμπλήρωση των σπουδών του. Ίσως μάλιστα έμεινε λίγο και στην Νικομήδεια, για ν’ ακούσει τον περίφημο ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο.
Τον Ιανουάριο του 1999 επισκέφτηκα, στην Αθήνα, το «Κέντρο Παράδοσης Φώτη Κόντογλου». Ο θαυμασμός μου για τον μεγάλο αυτόν Έλληνα οδήγησε τα βήματά μου σε ένα «προσκύνημα» στα άδυτα της εμπνευσμένης δημιουργίας του. Μας υποδέχτηκαν με ευγένεια και σεμνότητα η κόρη του Δέσπω και ο σύζυγός της Γιάννης Μαρτίνος. Είχαν την καλοσύνη να μας ξεναγήσουν και στον 2ο όροφο, όπου ζούσαν. Εκεί θαύμασα από κοντά τις υπέροχες αγιογραφίες του, που συγκινούν κάθε ορθόδοξη ψυχή. Τα συναισθήματα έντονα και δύσκολο να περιγραφούν.
Δεσπόζοντας εδώ και αιώνες επιβλητικά πάνω στο πέλαγος του Αγίου Όρους, αιωρούμενη ηγεμονικά πάνω από το φοβερό βάραθρο που χάσκει εμπρός της, η Σιμωνόπετρα δικαίως κατέχει τη φήμη της πλέον εντυπωσιακής μονής της Αθωνικής Πολιτείας. Ισορροπώντας σαν από θαύμα μεταξύ γης και ουρανού, πότε λουσμένη στο υπερκόσμιο φως του Άθωνος και πότε τυλιγμένη στην μυστηριακή ομίχλη του αγιορείτικου χειμώνα, η Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας είναι ένας τόπος ιερός που καθηλώνει τον προσκυνητή της από την πρώτη στιγμή που την αντικρίζει! Με τα ταπεινά φωτάκια των κεριών της ν’ αχνοφέγγουν στα παράθυρα και τις καμπάνες της που επικρέμονται κυριολεκτικά στο κενό, πάνω από τα σκληρά βράχια στη βάση της, ο επισκέπτης θαυμάζει το μεγαλειώδες αυτό κτίσμα, που μοιάζει με άστρο που έπεσε από τον ουρανό στην αγιασμένη ετούτη γη, για να κοσμεί παντοτινά με την παρουσία και τη σπουδαία προσφορά του στην Ορθοδοξία, το Περιβόλι της Παναγιάς μας.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]