Μαζί με τον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης μαρτύρησαν και δύο από τα πλέον εξέχοντα πρόσωπα της Σμύρνης: ο Γεώργιος Κλημάνογλου, δημογέροντας της πόλης και ο Νικόλαος Τσουρουκτσόγλου, νομικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου και εκδότης της ελληνικής εφημερίδας «Ημερησία» και της γαλλόφωνης εφημερίδας «La Reforme».
Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μία από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.
8 Σεπτεμβρίου 1944, ώρα 5:30 το πρωί. Στρατιωτικά γερμανικά οχήματα με ανοικτές τέντες, διασχίζουν την Ιερά Οδό και καταλήγουν στην αρχή μιας μικρής χαράδρας του δάσους Δαφνίου, λίγο πριν την άνοδο για την ανηφοριά που βρίσκεται το Χαϊδάρι. Εκεί σταματούν και κατεβάζουν 59 Έλληνες. Τους τοποθετούν σε σειρά και ετοιμάζονται για εκτέλεση. Ξεχωρίζουν τις εννέα γυναίκες που θα εκτελέσουν πρώτες, πριν από τους άντρες.
Η Άσσια, κατεχόμενη κοινότητα της επαρχίας Αμμοχώστου, είναι πρώτη στη λίστα των τόπων εξαφάνισης Αγνοουμένων, με 105 ανθρώπους της, των οποίων τα ίχνη χάθηκαν κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Αύγουστο του 1974. Δεν υπάρχει άνθρωπος από την Άσσια που να μην έχει χάσει έστω ένα προσφιλές πρόσωπο τις μέρες της εισβολής. Όλα τα εγκλήματα πολέμου που έχουν διαπράξει τα Τουρκικά στρατεύματα κατοχής και τ/κ συνεργάτες τους στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και αυτό που διεπράχθη στην Άσσια, παραμένουν ατιμώρητα έως και σήμερα. Οι Ασσιώτες αρνούνται να δεχτούν υπολείμματα μόνο λειψάνων Αγνοουμένων συγγενών τους. Ζητούν να αναγνωριστεί ότι η αιτία θανάτου τους δεν ήταν «άγνωστη», όπως αναγράφεται στα οικεία πιστοποιητικά, αλλ’ η εν ψυχρώ δολοφονία τους από τα τουρκικά στρατεύματα και πως οι εκτελέσεις και οι εκτοπισμοί αμάχων, που συντελέσθηκαν στην Άσσια και τις γύρω περιοχές, συνιστούν εγκλήματα πολέμου.
Το Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου, χορηγία του μεγάλου Έλληνα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, περατώθηκε το 1911, σε σχέδια του Αναστάσιου Σταματιάδη. Στο κτήριο, που είναι δομημένο σύμφωνα με τον νεοκλασικό ρυθμό, στεγάζεται σήμερα και εφετείο.
Η ιερά εικόνα της Παναγίας Σκριπούς Ορχομενού και η απεικόνιση του θαύματος
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, ανήμερα των Γενεθλίων της Παναγίας μας, οι Ιταλοί συνθηκολογούν. Μία ομάδα από κατοίκους του Ορχομενού Βοιωτίας πλησιάζουν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λιβαδειάς και ζητούν από την εκεί Ιταλική φρουρά να παραδώσει τον οπλισμό της. Διαφορετικά, τους απειλούν πως θα δεχθούν επίθεση από τους αντάρτες που βρίσκονταν στην περιοχή του Τζαμαλιού (Διονύσου).
Ο Όσιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης ήταν προικισμένος με εξαιρετικό θαυματουργικό χάρισμα και ασκήτευσε στη νότια και κεντρική Κρήτη κατά τα μέσα ή το δεύτερο ήμισυ του 17ου αιώνα. Η κοίμησή του τοποθετείται γύρω στο 1670.
Πληροφορίες για τη ζωή του διασώζονται μόνο στην προφορική παράδοση του νησιού και ιδιαίτερα στην επαρχία Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης. Εκεί βρίσκεται το λεγόμενο Κουρταλιώτικο Φαράγγι, από το οποίο περνά ο ποταμός Κουρταλιώτης και εκβάλλει στο Λιβυκό Πέλαγος. Στο μέσον του φαραγγιού, κοντά στον πυθμένα του, βρίσκεται ο μικρός ναΐσκος του οσίου, στον οποίο οι προσκυνητές κατεβαίνουν από σκάλα με μεγάλο αριθμό πέτρινων σκαλοπατιών. Εκεί κοντά, κατά την παράδοση, βρίσκεται και ο τάφος του, που δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί.
Το λαϊκό προφορικό συναξάρι του οσίου διασώζει ότι από παιδί εμφάνισε τα πρώτα σημάδια της αγιότητάς του, κυρίως κατά την άσκηση του χαρίσματος της ελεημοσύνης, όταν έδινε σε πτωχούς τα αποθέματα τροφίμων του πατρικού του σπιτιού (αναφέρονται κουκιά και λάδι) κι όμως, παρά τις ανησυχίες του πατέρα του, τα πιθάρια βρίσκονταν πάντα γεμάτα. Γι’ αυτό έλαβε ευλογία από τον πατέρα του να ακολουθήσει, αν ήθελε, τον ασκητικό βίο.
Το Δάσος του Κουρταλιώτη και το ομώνυμο Φαράγγι
Έτσι έφυγε στα όρη, στα δάση και τα φαράγγια της Κρήτης σε παιδική ή εφηβική ηλικία και, ζώντας ασκητικά, έφθασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Μέρος της ζωής του το έζησε στην πεδιάδα της Μεσσαράς, στο νομό Ηρακλείου. Λίγο πριν κοιμηθεί επέστρεψε στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, όπου βρισκόταν και η γενέτειρά του (πιθανόν το χωριό Ασώματος, του σημερινού δήμου Φοίνικα). Ερχόμενος έφερε μαζί του κάποιον Μεσσαρίτη, που, σύμφωνα με μία εκδοχή του βίου του, τον είχε πληγώσει θανάσιμα, από λάθος, κυνηγώντας με το τόξο του και, σύμφωνα με την επιθυμία του αγίου, τον είχε μεταφέρει εκεί.
Κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται ο ναΐσκος, ο Μεσσαρίτης δίψασε και ο άγιος, εκτείνοντας το χέρι, εποίησε «σημεῖον μέγα ἀπὸ Θεοῦ»: πέντε πηγές με άφθονο νερό, που ακολουθούν τη σειρά και την αναλογία των δακτύλων του χεριού, ξεπήδησαν από το τοίχωμα του φαραγγιού, απ’ όπου αναβλύζουν μέχρι σήμερα.
Η παράδοση επίσης διασώζει ότι κτίτορας του ναΐσκου είναι κάποιος Οθωμανός, την εποχή της Τουρκοκρατίας, ο οποίος λοιδορούσε τη μνήμη του οσίου, τιμωρήθηκε παιδαγωγικά από αυτόν και αποκαταστάθηκε δια θαύματος. Σήμερα ο ναός αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά προσκυνήματα της περιοχής και υπάγεται στην ενορία Ασωμάτου.
Αν και ο άγιος δεν είναι αναγνωρισμένος με επίσημη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περιλαμβάνεται στο Κρητικό Αγιολόγιο και η μνήμη του τιμάται με εξαιρετική λαμπρότητα την 1η Σεπτεμβρίου. Ακολουθία του Οσίου εκδόθηκε στην Αθήνα το 1879.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ή Βλαχερνίτισσας είναι από τα γνωστότερα ιερά Προσκυνήματα της Παναγίας και ένα από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα της Πόλης. Βρίσκεται στις Βλαχέρνες, στην περίφημη συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εκτός του ναού υπήρχε και βασιλικό παλάτι. Ο Ναός έγινε γνωστός από την παλαιότατη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, που παριστάνει την Θεοτόκο όρθια δεομένη με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, έχοντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η Υπέρμαχος Στρατηγός και σε ανάμνηση της βοηθείας της προς τους υπερασπιστές του Βυζαντίου εναντίον των Περσών και Ρώσων, γράφηκε ο γνωστός σε όλους Ακάθιστος Ύμνος. Από Βυζαντινούς συγγραφείς μαθαίνουμε για το απαράμιλλο κάλλος του Ναού καθώς και τα άπειρα θαύματα της Παναγίας.
Στο βάθος μιας κατάφυτης χαράδρας στις Σέρρες, βρίσκεται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Η Μονή κτίσθηκε το 1270 μ.Χ. και παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές αποτελεί σήμερα εκπληκτικής ομορφιάς μνημείο και Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης. Πρώτος κτήτωρ της Μονής ήταν ο Ιωαννίκιος ο οποίος διετέλεσε και επίσκοπος Εζεβών.
Ώρα με την ώρα η κατάσταση γίνεται πιο δύσκολη. Η Σμύρνη κατακλύζεται συνεχώς από πρόσφυγες του εσωτερικού. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, αεικίνητος και ακούραστος, τρέχει στην προκυμαία, στις γειτονιές, για να τους παρηγορήσει, να τονώσει το ηθικό τους. Επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων. Τους παρακαλεί να δεχτούν πρόσφυγες στα καράβια τους. Καμμιά όμως ανταπόκριση στις αγωνιώδεις εκκλήσεις του…
Αργά τη νύχτα κουρασμένοι οι Έλληνες αποσύρονται από την προκυμαία στα σπίτια τους απελπισμένοι. Τα επίτακτα πλοία δεν δέχονται να τους παραλάβουν. Είχε δώσει αυστηρές εντολές ο Στεργιάδης να μην παραλαμβάνουν πολίτες. Κι όμως, χιλιάδες θα μπορούσαν να σωθούν γιατί πολλά ήσαν τα επίτακτα πλοία που μπορούσαν σε λίγες ώρες να τους μεταφέρουν στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Το απόγευμα της ίδιας μέρας τρία, από τα επίτακτα πλοία που είχαν παραλάβει στρατιώτες απέπλεαν από την πόλη. Είχαν φτάσει στο Ξώκαστρο κι οι μαύρες τουλίπες καπνού που τις απομάκρυνε πίσω ο μπάτης, έμοιαζαν με τρία στίγματα, τρεις κουκίδες, τρία αποσιωπητικά της μεγάλης τραγωδίας..
Ο Άγιος Απόστολος Τίτος είναι ο πρώτος Επίσκοπος της Κρήτης και πολιούχος Άγιος της πόλεως του Τυμπακίου στον νομό Ηρακλείου. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Αυγούστου
Λιθογραφία της Μονής της Χώρας από το ίδιο βιβλίο του Α.Γ. Πασπάτη (1877)
Η είδηση για τη μετατροπή του ιστορικού ναού της Μονής της Χώρας με τις μοναδικού κάλλους βυζαντινές τοιχογραφίες σε τζαμί προκαλεί θλίψη και αγανάκτηση. Ας σκεφτούμε όλοι και όλες, ειδικά όσοι ασχολούνται με τον πολιτισμό, ή δηλώνουν ή καμώνονται πως νοιάζονται για αυτόν, τη σπάνια ωραιότητα των τοιχογραφιών της Μονής, για να αντιληφθούμε στην έκτασή της τη βαρβαρότητα της απόφασης του καθεστώτος Ερντογάν. Κι ας φανταστούμε τον Παντοκράτορα με τον Θ. Μετοχίτη, καλυμμένο με τα σεντόνια και τις μπούρκες της πολιτιστικής – θρησκευτικής αισθητικής του Ερντογάν, μεσούντος του 21ου αιώνος… Ένα ακόμη φρικτό πολιτιστικό έγκλημα ενός παρανοϊκού.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]