«Σφαγείς ο Aντώνιος ώσπερ η οις, Xριστώ παρέστη ακολουθούντ’ ως οις»
Ο Άγιος Νεομάρτυρας Αντώνιος γεννήθηκε στην Αθήνα, το έτος 1754 μ.Χ., από φτωχούς αλλά ευσεβέστατους γονείς, τον Μήτρο και την Καλομοίρα. Στην ηλικία των δώδεκα ετών αποφάσισε να γίνει έμμισθος δούλος σε κάποιους Αρβανίτες Τούρκους της Αθήνας, προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά του γονείς του.
O Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το 360 μ.Χ. από γονείς θεοφιλείς και ήταν συγγενής των Πατριαρχών Αλεξανδρείας Θεοφίλου (385-412) και Κυρίλλου Α’ (412-444). Σε νεαρή ηλικία έλαβε μεγάλη και θαυμαστή θεολογική και φιλοσοφική γνώση. Στην αρχή εργάσθηκε ως διδάσκαλος και κατηχητής της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Επιζητώντας όμως την ησυχία για να δύναται να ασχοληθεί με το έργο της ζωής του, τη μελέτη των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι στο όρος Πηλούσιο, γι’ αυτό έλαβε και το όνομα «Πηλουσιώτης». Αργότερα δέχεται την πρόταση να γίνει ιερέας και στη συνέχεια εκλέγεται πανηγυρικά ηγούμενος στο μοναστήρι του.
Οι τρεις άγιοι κατάγονταν από τις Σπέτσες, ήσαν αδέρφια και εργάζονταν ως έμποροι. Η κατάσταση τότε ήταν έκρυθμη λόγω της έκρηξης της επαναστάσεως του 1821. Οι τρεις αδελφοί μαζί με άλλους τέσσερις, ως πλήρωμα, ταξίδευαν στο Αιγαίο έχοντας φορτωμένο το πλοίο με λάδι. Εξ αιτίας των κακών καιρικών συνθηκών το πλοίο εξώκειλε στη Μικρασιατική ακτή απέναντι στη Χίο, στην περιοχή του Τσεσμέ (Κρήνη). Εκεί βγήκαν έξω και συνάντησαν κάποιον Χριστιανό, στον οποίο αποκάλυψαν την υπόθεσή τους και του έδωσαν γρόσια, για να τους αγοράσει τρόφιμα και ό,τι χρειάζονταν για την επισκευή του μικρού τους πλοίου.
Ο Άγιος Ηλίας γεννήθηκε στην Καλαμάτα από γονείς ευσεβείς. Ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα και είχε μεγάλη υπόληψη από τους προεστούς της Καλαμάτας. Μιλώντας κάποτε σ’ αυτούς, τους προέτρεψε να ενεργήσουν για να ελαφρυνθούν οι φόροι που επέβαλλαν οι Τούρκοι στους χριστιανούς, διότι αλλιώς κινδύνευαν να αρνηθούν την πίστη των πατέρων τους. Οι προεστοί διαφωνούσαν μαζί του λέγοντας ότι οι Χριστιανοί δεν κινδυνεύουν ν’ αρνηθούν την πίστη τους. Τότε εκείνος τους είπε, εμένα αν κάποιος μου δώσει ένα φέσι γυρίζω το φύλλο. Τότε ένας προεστός, για αστείο, έστειλε και του αγόρασε ένα φέσι. Εκείνος πήγε αμέσως στον δικαστή και έγινε μουσουλμάνος, γεγονός που λύπησε όλους τους Χριστιανούς.
Το γεγονός της Υπαπαντής του Κυρίου εξιστορείται από τον ευαγγελιστή Λουκά, στο κεφ. Β’, στ. 22-35 του Ευαγγελίου του. Συνέβη σαράντα (40) ημέρες μετά τη γέννηση του Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε τον χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να τελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στον Θεό, κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελείτο από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.
Ο Όσιος Βασίλειος ο Ομολογητής, καταγόταν από την Αθήνα. Εκάρη μοναχός, το 857 μ.Χ. από τον πνευματικό του πατέρα, του Άγιο Ευθύμιο τον νέο «τον εν Άθῳ και Θεσσαλονίκῃ», ο οποίος και προέβλεψε την μελλοντική αρχιερατική εκλογή του πνευματικού του τέκνου. Ο Άγιος Βασίλειος φέρεται να ίδρυσε το ομώνυμο Κάθισμα στο Άγιον Όρος, αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου, που υπάγεται στην δικαιοδοσία της Μονής Χιλανδαρίου. Το 904 μ.Χ., εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (Βασίλειος ο Γ’).
Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος
30 Ιανουαρίου
Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30ή Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των Γραμμάτων. Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.ά.
Ο άγιος Ιγνάτιος ήταν διάδοχος των αγίων Αποστόλων και χρημάτισε επίσκοπος Αντιοχείας. Μαζί με τον άγιο Πολύκαρπο, τον Πρόεδρο της Εκκλησίας των Σμυρναίων, υπήρξε μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννου του Θεολόγου. Οδηγήθηκε λοιπόν ενώπιον του βασιλιά Τραϊανού κι αφού υπέστη όλα τα είδη των βασανιστηρίων, δεν κάμφθηκε, γι’ αυτό και εστάλη στη Ρώμη, προκειμένου να ριχτεί στα θηρία. Όταν έγινε αυτό, κάποιοι άνδρες Χριστιανοί μάζεψαν και έφεραν τα άγια λείψανά του από τη Ρώμη στην Αντιόχεια και τα δώρισαν στους αδελφούς Αντιοχείς που τα ήθελαν με μεγάλο πόθο. Αυτοί λοιπόν τα έβαλαν κάτω από τη γη με κάθε τιμή και σεβασμό. Χάριν τούτου η Εκκλησία πανηγυρίζει εορτή χαρμόσυνη.
Ανάμεσα σε όλες τις προσευχές και τους ύμνους τις Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής, τον Όσιο Εφραίμ το Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής:
Ανάμεσα στα ολίγα σωζόμενα πνευματικά διαμάντια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ισάξιος στην πολυμάθεια με τον Μέγα Βασίλειο, στη γλυκύτητα και στη γλαφυρότητα του λόγου με τον Θείο Χρυσόστομο, σύγχρονος και με τους δύο, είναι ο Όσιος και Θεοφόρος Πατέρας μας και Οικουμενικός Διδάσκαλος, Εφραίμ ο Σύρος.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εκοιμήθη από εξάντληση στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της τρίτης του εξορίας από την αυτοκράτειρα Ευδοξία και ετάφη στα Κόμανα του Πόντου. Το σεπτό λείψανό του περίμενε, επί τριάντα έτη, θαμμένο στον τόπο της εξορίας και του μαρτυρίου του. Όταν όμως το 434 μ.Χ. πατριάρχης εξελέγη ο μαθητής του Άγιος Πρόκλος, παρεκάλεσε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να ενεργήσει τα δέοντα, ώστε το λείψανο του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Και πράγματι, τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 27 Ιανουαρίου του 438 μ.Χ. έγινε η Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου.
Φθάνοντας οι απεσταλμένοι στά Κόμανα, ρώτησαν τους εγχώριους να δείξουν σ’ αυτούς τον τάφο, για να πάρουν το λείψανο. Οι δε πικράθηκαν υπέρμετρα, διότι θα στερούνταν τέτοιου θησαυρού ατίμητου, όμως δεν τόλμησαν να εναντιωθούν στο βασιλικό πρόσταγμα, αλλ’ έφεραν αυτούς στον τάφο του μάκαρος και καθώς σήκωσαν τον λίθο να εκβάλουν έξω το λείψανο, έμεινε ακίνητο, ω του θαύματος! και δεν μπορούσαν τόσοι άνδρες να το σαλεύσουν ολοτελώς. Γι’ αυτό επέστρεψαν οι αποσταλέντες στα βασίλεια άπρακτοι, κηρύττοντες σ’ όλη την πόλη το θαυμάσιο τούτο, ότι δηλαδή ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτό του, αλλ’ έμεινε ακίνητος. Τούτο δε το έκαμε, διότι με αυθεντία και υπερηφάνεια ήθελε να πάρει το λείψανό του ο βασιλεύς, τον οποίο θέλησε να διδάξει ο Άγιος ταπεινοφροσύνη και μετριότητα. Τούτου χάριν παρεκάλεσε τον Άγιο ο βασιλεύς αποστέλλοντας σ’ αυτόν επιστολή που περιείχε αυτά:
Αυτή την επιστολή του αυτοκράτορα την πήγαν στον Άγιο και την τοποθέτησαν πάνω στην λάρνακά του. Τότε ο Άγιος έδωσε τον εαυτό του στους απεσταλμένους του αυτοκράτορα και έτσι αυτοί μετέφεραν την λάρνακα που περιείχε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να κοπιάσουν καθόλου.
Λαβόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι την επιστολή αυτή και φθάνοντας στον τόπο, τέλεσαν καθώς ο βασιλεύς τους πρόσταξε και βλέπουν πάλι άλλο θαυμάσιο, δηλαδή φως άρρητο με πολλή λαμπηδόνα από του τάφου αναπήδησαν, ευωδία ανείκαστη εξήλθε του τάφου και δεν φαινόταν ως νεκρός ο Άγιος, αλλά φαιδρός στην όψη γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος.
Όταν λοιπόν επέμφθη η επιστολή αυτή και ετέθη επί του στήθους του Αγίου, έδωκε τον εαυτό του ο θείος Πατήρ, διότι η θήκη που περιείχε το άγιο λείψανο ευκόλως και χωρίς κόπο φερόταν ανεμποδίστως. Τότε έγιναν και πολλά θαυμάσια σε όσους μετά πίστεως τον ασπάσθηκαν. Εξόχως δε ήταν ένας χωλός στο μέσον του πλήθους και με πολύ κόπο έκαμε τρόπο και άγγιξε στους πόδας του το του Αγίου ιμάτιο και ευθύς ιάθη. Θέτοντες λοιπόν το ιερό λείψανο σε χρυσοκόλλητη λάρνακα και βαστάζοντας αυτήν, εκίνησαν την οδοιπορία πρόθυμοι με ψαλμωδία πολλή, με λαμπάδες και θυμιάματα και σε όσες πόλεις και χώρες υποδέχονταν τον Άγιο, αγιαζόντουσαν. Όταν δε πλησίασαν στην Χαλκηδόνα και το άκουσαν στην βασιλεύουσα, έδραμαν όλοι νέοι και γέροντες με πόθο πολύ να το προϋπαντήσουν, ως έπρεπε, και γέμισε πλοία όλη η θάλασσα, η οποία φαινόταν σαν γη στερεά.
Όταν έφθασε το άγιο λείψανο αντίπερα της Κωνσταντινουπόλεως, εξήλθε ο Πατριάρχης μετά του βασιλέως και όλη η Σύγκλητος για να προϋπαντήσουν τον Άγιο. Την θήκη δε την έχουσα το άγιο λείψανο έβαλαν σε πλοίο βασιλικό. Γενομένης δε τρικυμίας, τα μεν άλλα πλοία διεσκορπίσθησαν σε ένα και άλλο μέρος, το δε πλοίο το περιέχον το άγιο λείψανο εξήλθε στον αγρό της Καλλιτρόπης χήρας, την οποία η Ευδοξία αδίκησε, όπως προείπαμε, και τότε πάλιν έγινε στην θάλασσα γαλήνη. Όταν δε έφθασαν στον ορισμένο τόπο εκείνοι, που βάσταζαν το τίμιο λείψανο, είδαν ότι έκλινε πάλι θαυμασίως προς το εν μέρος αφ’ εαυτού του, εκείνο το ηυτρεπισμένο καί ετοιμασμένο για τον Άγιο κουβούκλιο καί προσκαλούσε με σχήμα το λείψανο.
Η ιερά Κοίμησις του Αγίου Ιωάννoυ του Χρυσοστόμου (romfea.gr)
Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Όταν έβαλαν στο πλοίο εκείνο το τίμιο λείψανο, ο μεν βασιλεύς είχε πόθο να υπάγει στα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελε ο Άγιος Χρυσόστομος, γι’ αυτό κατέβηκε το ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατό. Πρώτα λοιπόν εφέρθη το άγιο λείψανο στον Ναό του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενο του Αμαντίου, όπου ο βασιλεύς ήταν παρών και σκέπαζε με την βασιλική του χλαμύδα την θεία σορό του λειψάνου και μαζί παρεκάλει τον Άγιο να παύσει τον κλονισμό του τάφου της μητρός του, ο οποίος έτρεμε ήδη τριάντα τρία έτη και δη επέτυχε της αιτήσεως διότι στάθηκε, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης. Μετά από αυτά εκομίσθη το άγιο λείψανο στο Ναό της Αγίας Ειρήνης. Εκεί, έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στο ιερό Σύνθρονο και εβόησαν άπαντες: «Απόλαβε τον θρόνο σου, Άγιε». Ύστερα απέθεσαν την θήκη του λειψάνου επί της βασιλικής αμάξης και έφεραν αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.
Εκεί έβαλαν το άγιο λείψανο επάνω στην ιερά καθέδρα και, ω του θαύματος! επεφώνησε στο λαό το «Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησις». Και ύστερα ετέθη υποκάτω στην γη όπου και τώρα ευρίσκεται. Όταν δε η ιερά λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα γινόντουσαν, δοξάζοντας ο Θεός με αυτόν τον τρόπο τους δοξάζοντες Αυτόν.
Σήμερα Ιερά Λείψανα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου αποθησαυρίζονται: Η Κάρα του με αδιάφθορο το αριστερό αυτί του στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους. Δύο τμήματα της αριστεράς του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και ένα τμήμα της στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων. Μεγάλο τεμάχιο κνήμης και τέσσερα τεμάχια του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους. Δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους. Αδιάφθορο μέρος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Μετεώρου. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους, Προυσού Ευρυτανίας και Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Η Καρπασία είναι, θεωρώ, ένας από τους πλέον αξιόλογους χώρους που έχω περπατήσει και έχω ταξιδέψει στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Είναι ένας χώρος πολύπαθος, καθώς πρόκειται για μια στενή λωρίδα γης που με περισσή τόλμη εισχωρεί βαθιά στη θάλασσα.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]