«Ὁ τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων ζηλωτής καί τῆς πλάνης καθαιρέτης» πανσεβάσμιος και θεόληπτος ιεράρχης της Κυζίκου»
Ο Άγιος Αιμιλιανός έζησε μεταξύ 8ου και 9ου αιώνα μ.Χ. Ήταν επίσκοπος Κυζίκου μετά τον Νικόλαο, στα χρόνια 787-815 μ.Χ. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της Εικονομαχίας, όπου είχε ξεσπάσει έντονη θεολογική διαμάχη αναφορικά με την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων, διέλαμψαν αξιομνημόνευτες πνευματικές μορφές ιεραρχών που διακρίθηκαν για την αρετή, τη σοφία, το αγωνιστικό φρόνημα, τη σθεναρή ομολογία, τον ένθερμο ιεραποστολικό ζήλο και την ακλόνητη προσήλωση στην αμώμητο χριστιανική πίστη. Μ’ αυτόν τον τρόπο και χάρη στη διαρκή αγωνιστική τους δράση διατήρησαν αλώβητο και αναλλοίωτο τον θησαυρό της ορθής χριστιανικής πίστεως, υπερασπιζόμενοι με τόλμη και παρρησία την προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Ο ένδοξος νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στην Ζαγορά της Μαγνησίας το 1663 μ.Χ. Από μικρός εργαζόταν ως ναύτης σε ένα από τα πιο περίφημα ζαγοριανά καράβια. Το καλοκαίρι του 1680 μ.Χ. το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός.
Ανάμεσα στους εκατοντάδες ιερούς ναούς και γραφικά ξωκλήσια που εορτάζουν σήμερα 6 Αυγούστου, ξεχωριστή θέση έχει η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην πλατεία του χωριού Αθανάσιος Διάκος (Άνω Μουσουνίτσα) στην ορεινή Φωκίδα. Κάτω από τον ίσκιο και τη δροσιά των υπεραιωνόβιων πλατάνων, που καλύπτουν ολόκληρη την όμορφη πλατεία του ιστορικού χωριού, δεσπόζει η μεγάλη λιθόκτιστη εκκλησιά, ανεγερθείσα το 1872 σύμφωνα με την επιγραφή της εισόδου της και αντίκρυ της η προτομή του ήρωα – πρωτομάρτυρα της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 Αθανασίου Διάκου, που δόξασε με τη θυσία του την Ελλάδα, αλλά και την όμορφη -όπως και ο ίδιος- γενέτειρά του.
Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «Αγίαν κορυφήν» του Άθωνας, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους.
Ανεβαίνοντας σιγά – σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ιησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον …».Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β’ Παραλ, 30,25).
«Εκεί γαρ ανέβησαν αι ψυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρίου τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ’ 121,4). Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων… Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».
Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της. Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.
Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «Αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν.
Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ († 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοερός προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον († 1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.
Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας. Μύθος ή αλήθεια ή διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών.
Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δυό σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δύο χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.
Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου -δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος- το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους.
Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού»,όπου ο Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Για αυτούς είναι και Όρος Σιών και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά.
Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ’ 150,1) «εν συναγωγή θεών» (Ψ’ 81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου -της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου.
Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκου, με το όρος του Μερκουρίου -φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως.
Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύουν εκεί ως στρουθία» (Ψ’ 10,11). Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αϊδίου φωτός.
* Από το βιβλίο «Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού», απόσπασμα από τον Τόμο «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125.
Στην κορυφή του Άθω για την αγρυπνία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος:
Μαζί με το Άγιο Φως και την αντιστροφή των υδάτων του ποταμού Ιορδάνη, η Αγία Νεφέλη θεωρείται ένα από τα τρία επαναλαμβανόμενα θαύματα, που συντελούνται στους Αγίους Τόπους. Ο Αρχιμανδρίτης π. Ιλαρίων, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Θαβώρ, μιλάει από τον τόπο, όπου σύμφωνα με τη βιβλική διήγηση, πραγματοποιήθηκε το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, στο όρος Θαβώρ. Ο πατήρ Ιλαρίων αναφέρεται στο γεγονός της Μεταμορφώσεως, στην ιστορία και πορεία μέσα στους αιώνες της Ιεράς Μονής Θαβώρ, ενός εκ των ιερών προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων.
Κατά τη διήγηση των Ευαγγελιστών, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός πήρε από τους μαθητές τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να προσευχηθεί. Όπως σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Eπήρε δε τρεις μόνους Aποστόλους, ως προκρίτους και υπερέχοντας. O μεν γαρ Πέτρος επροκρίθη, επειδή ηγάπα πολλά τον Xριστόν. O δε Iωάννης, επειδή ηγαπάτο από τον Xριστόν. O δε Iάκωβος, επειδή εδύνετο να πίη το ποτήριον του θανάτου, το οποίον και ο Kύριος έπιεν».
Χαρακτηρίστηκε ως η «Παναγιά της Προσφυγιάς», κυρίως όμως για όλους είναι γνωστή ως η «Παναγία του Πόντου». Πώς και πότε έφτασε η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας Σουμελά στη Βέροια και εγκαταστάθηκε στις πλαγιές του Βερμίου;
«Eιρηνικώς έζησας Eιρήνη πάλαι, και νυν κατοικείς ένθα ειρήνη βρύει»
Η Οσία Ειρήνη έζησε στα χρόνια της βασίλισσας Θεοδώρας, που αναστήλωσε τις ιερές εικόνες. Καταγόταν από την Καππαδοκία και διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβειά της, αλλά και για τη σωματική της ωραιότητα και την ευγενή ανατροφή της. Την είχε ζητήσει σε γάμο κάποιος διακεκριμένος άνδρας του παλατιού και έτσι εκείνη ξεκίνησε για το Βυζάντιο. Στη διαδρομή όμως πέρασε από τη Μονή του Χρυσοβαλάντου και τόσο πολύ ελκύστηκε από τη συναναστροφή των καλογριών, ώστε πήρε τη μεγάλη απόφαση να παραμείνει μαζί τους. Έτσι απέρριψε τις κοσμικές δόξες, γύρισε στην πατρίδα της και πούλησε τα υπάρχοντά της βοηθώντας πολλούς φτωχούς. Έγινε μοναχή και η ζωή της μέσα στο μοναστήρι υπήρξε πολύ ασκητική και αγία. Όταν πέθανε η ηγουμένη, η Ειρήνη, παρά την άρνησή της, ορίστηκε διάδοχός της. Από τη νέα της θέση επετέλεσε τα καθήκοντά της άριστα. Ο Θεός μάλιστα την επροίκισε με το προφητικό και θαυματουργικό χάρισμα. Έτσι διά της προσευχής της, απάλλαξε πολλούς από δαιμόνια και από διάφορες ασθένειες.
Η Ιερά Μονή Παναχράντου – Αγίου Παντελεήμονος Άνδρου, σαν να αναδύεται από το ίδιο το βουνό, περιστοιχίζεται από μεγάλους βραχώδεις όγκους, που ο αέρας με το πέρασμα των αιώνων σμίλεψε πάνω τους εκατοντάδες μικρές σπηλιές, οι μεγαλύτερες των οποίων χρησιμοποιήθηκαν ως ασκηταριά από παλαιότερους μοναχούς. Η μονή παρουσιάζει, κατά τον τύπο των βυζαντινών μοναστηριών, όψη φρουρίου και η έκταση που καταλαμβάνει είναι αρκετά μεγάλη, με τα κτήριά της να είναι κτισμένα σε παραλληλόγραμμη διάταξη, έχοντας μήκος κατά πολύ μεγαλύτερο από το πλάτος της. Λόγω του απόκρημνου τοπίου η Μονή έλαβε αυτή τη στενόμακρη διάταξη και δίνει σήμερα την εντύπωση λαβυρίνθου, αφού εκτός του στενού κεντρικού διαδρόμου της, μόνο μικρά δρομάκια και περάσματα οδηγούν στους λοιπούς χώρους της και στα κελιά.
Διηγήθηκε κάποτε ο Άγιος Ιάκωβος ο νέος ότι έξω από το χωριό τους υπήρχε σε κάποιο λόφο το εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής. Αυτό ήταν και το σχολείο του στα πρώτα χρόνια. Τα βράδια, όταν όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, έβγαινε κρυφά και πήγαινε σε αυτό το ξωκλήσι, για να προσευχηθεί στην Αγία Παρασκευή. Αφηγείται λοιπόν ο ίδιος ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος την συνάντηση με την Αγία:
Η Αγία μεγαλομάρτυς Χριστίνα καταγόταν από την Τύρο της Συρίας και ήταν κόρη του στρατηγού Ουρβανού (περί το 200 μ.Χ.). Ο πατέρας της, της έχτισε έναν υψηλό πύργο και την έκλεισε μέσα. Μάλιστα, κατασκεύασε αγάλματα των ειδώλων και διέταξε την κόρη του να θυσιάσει σε αυτά. Εκείνη όμως τα έκανε όλα κομμάτια. Γι’ αυτές της τις πράξεις η Αγία Χριστίνα υπεβλήθη σε φοβερά βασανιστήρια από τον ίδιο τον πατέρα της και μετά φυλακίστηκε. Στη φυλακή την άφησαν νηστική για να πεθάνει από την πείνα. Όμως άγγελος Κυρίου της πήγαινε τροφή και της θεραπεύτηκαν όλες οι πληγές της.
Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα π.Χ. Το όνομα «Ηλίας» αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά είναι Θεός».Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.
Μερικοί λένε: «Σ’ αυτόν τον Ναό τον μικρό, τον κατανυκτικό, ζω τη Θεία Λειτουργία· στον μεγάλο Ναό δεν τη ζω. Αν είναι κανένα εξωκλήσι σοβατισμένο άσπρο, δεν νιώθω τίποτε· αν όμως είναι αγιογραφημένο, έχει καλό τέμπλο κ.λπ., εκεί ζω τη Θεία Λειτουργία!».
Αυτά είναι για έναν άνθρωπο που δεν έχει όρεξη να φάει και του βάζεις λίγο αλάτι, λίγο πιπέρι, για να του έρθει η όρεξη.
– Δηλαδή, Γέροντα, αυτά δεν παίζουν κάποιο ρόλο; Δεν βοηθούν;
– Ναι, δεν λέω, βοηθούν και αυτά, αλλά να μη σκαλώνει κανείς σ’ αυτά.
Διαφορετικά, με μαγικό τρόπο θα ζητά ο άνθρωπος να ζήση τον Χριστό. Θα ζητά κελλί σκοτεινό, κανδήλι με χαμηλό φως, κατανυκτικό Ναό. Χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να προσευχηθεί. Ή στο τραίνο βρίσκεται ή στη σπηλιά ή στο δρόμο, να είναι το ίδιο γι’ αυτόν.
Ο Θεός τον κάθε άνθρωπο τον έχει κάνει και ένα εκκλησάκι* και μπορεί να το φέρνει παντού μαζί του.
Νύχτωσε… «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…
* Το κείμενο δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο «Αγιολόγιο» έτους 2016 της Εταιρείας Βυζαντινών Μελετών Πρεβέζης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.
Μ' αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ' τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια... [Νίκος Χουλιαράς]